Στην αμέσως προηγουμένη μας αναφορά στο θέμα (της οποίας συνέχεια αποτελεί το παρόν κείμενο), εξετάσαμε αδρομερώς τις πρώτες φάσεις της ιστορικής διαδρομής του Χριστιανισμού που ξεκίνησε από τον γεωγραφικό χώρο της Ιουδαίας εμφανιζόμενος ως μία τοπική αίρεση του Ιουδαϊσμού, πιθανότατα επηρεασμένη, κρίνοντας από το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού όπως αποτυπώνεται στα Ευαγγέλια, από την καθαρολογική/μυστικιστική σέκτα των Εσσαίων. Η κοινότης των Εσσαίων ερχόταν σε κάποια αντίθεση με τα άλλα δύο, ισχυρότερα τότε ρεύματα στους κόλπους του Ιουδαϊσμού, ήτοι, του κυριάρχου συντηρητικού ρεύματος των τυπολατρών Σαδδουκαίων και του ανερχομένου μεταρρυθμιστικού ρεύματος των ηθικολόγων/ηθικιστών Φαρισαίων.
Ο ιουδαϊκή αφετηρία του πρωτο-χριστιανισμού και η εξάπλωσή του από την μεσανατολική μήτρα του προς την Ευρώπη.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιουδαϊσμός είχε τότε – και εξακολουθεί να έχει – αυστηρώς εθνοκεντρικό χαρακτήρα καθώς πρόκειται αναμφισβητήτως για την εθνική/φυλετική θρησκεία των Εβραίων – και μόνο των Εβραίων – κατά τρόπο ώστε ο Ιουδαϊσμός, ως θρησκεία, να ταυτίζεται απολύτως με τον Εβραϊσμό ως εθνότητα. Ειδοποιός διαφορά του Χριστιανισμού, που χωρίς αμφιβολία ξεπηδά από τους κόλπους του Ιουδαϊσμού (μια που ο Ιησούς, υπό την ιδία την χριστιανική οπτική, εμφανίζεται σαφέστατα ως ο Μεσσίας που εκπληρώνει τις προφητείες των Εβραίων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, όπου τίποτε το οικουμενικό ή, εν πάση περιπτώσει, μη Εβραϊκό δεν εκπέμπεται και ο Θεός είναι θεός του Ισραήλ και μόνο!), κατέστη η, συν τω χρόνω, μετάλλαξή του, σε μία θρησκεία όχι στενά εθνική αλλά οικουμενική. Αυτό επήλθε κυρίως ως αποτέλεσμα της προσηλυτιστικής δράσεως του «Αποστόλου των Εθνών» Παύλου (Σαούλ) εντός της πολυεθνικής χοάνης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (τμήμα της οποίας, υπό Ρωμαίους διοικητές, ήταν και η περιοχή της Ιουδαίας), όπου είχε ήδη επικρατήσει πνεύμα θρησκευτικής πολυμορφίας και συγκρητισμού με έντονες τάσεις αποδοχής μυστηριακών λατρειών εσχατολογικού χαρακτήρος που έρχονταν να καλύψουν, εν είδει παραισθησιακού παυσιπόνου, τις αγωνίες ανθρώπων (που ζούσαν σε μία ταραγμένη και ασταθή εποχή) για το «επέκεινα», κομίζοντας κάποια δελεαστική και ελπιδοφόρα πρόταση-υπόσχεση περί μεταθανατίου «ζωής», λυτρωτικής από τα εγκόσμια βάσανα… [ΣΥΝΕΧΕΙΑ]