Είναι σε όλους οικεία η εικόνα του ηγέτου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πάπα Φραγκίσκου, να νίβει κάθε λίγο και λιγάκι “συμβολικώς” τ
ις ποδάρες διαφόρων αφρικανών μεταναστών, τους οποίους καλεί στην έδρα του στο Βατικανό, μη χάνοντας ευκαιρία για εμετική ορθοπολιτική πρ
οπαγάνδα υπέρ των αλλοφύλων εποίκων των ευρωπαϊκών πατρίδων. Καθ’ όμοιον τρόπο, κατά το μάλλον ή ήττον, πράττουν και πολλοί σημαίνοντες εκπρόσωποι του ημετέρου “ορθοδόξου” ιερατείου – για να μην μιλήσουμε για τους πρώτους διδάξαντες, τους απολύτους κήρυκες του πολυπολιτισμικού/πολυφυλετικού αντι-λευκού κηρύγματος, προτεστάντες (…). Απέναντι σ΄αυτούς τους σαπιοκήρυκες βρέθηκε, κατά τρόπο εκπληκτικό ο Θιβετιανός Βουδιστής ηγέτης, ο Δαλάι Λάμα, ο οποίος βρήκε το θάρρος να μιλήσει ανοιχτά, δημοσίως, δίχως να μασήσει τα λόγια του, αναφορικώς με την μεταναστευτική λαίλαπα και να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την θνήσκουσα Ευρώπη! Και δεν είναι η πρώτη φορά που λαμβάνει παρόμοια τολμηρή δημόσια τοποθέτηση (βλέπε παλαιότερό μας σχετικό δημοσίευμα: https://www.armahellas.com/?p=17944).
Κατά την μακραίωνη ζωή του Ελληνικού Έθνους τόσο η πολιτειακή του συγκρότηση σε ελεύθερο κράτος, όσο και οι μικρότεροι κύκλοι συσσωματώσεως των ατόμων, εμφάνισαν ποικίλες μορφές, πάντοτε όμως παρέμενε αναλλοίωτο ένα γενετικό πολιτικό κύτταρο: η έμφυτος τάση προς ενεργό πολιτικό ενδιαφέρον για τα κοινά και συμμετοχή στην διοίκηση.
Από του αρχαίου «ἄστεως» μέχρι των συγχρόνων κοινοτήτων η τάση αυτή – εκπηγάζουσα από την αγάπη προς την ελευθερία, κύριο ινδοευρωπαϊκό γνώρισμα (αναφέρουμε τις αρχαίες γερμανικές μοναρχίες που όπως αναφέρει ο Τάκιτος ήσαν αρχικώς αιρετές, και το χαρακτηριστικό παράδειγμα του αρχαίου ισλανδικού «θίνγκ» δηλαδή ενός τοπικού κοινοβουλίου, όπου οι ελεύθεροι οπλοφόροι άνδρες, κάτοχοι ίσων πολιτικών δικαιωμάτων, συνέρχονταν σε ορισμένη ημερομηνία για να εκφέρουν τον νόμο και να αποδώσουν δικαιοσύνη. Σ΄ όλη την αρχαία Ευρώπη αυτή η παράδοση σ’ ένα κοινοτικό αίσθημα ιδιαιτέρως ισχυρό, σε μια ροπή προς το «ζην από κοινού» που οδηγεί στην σταθερή προτεραιότητα του κοινού συμφέροντος) – εκφράζεται διά της αξιώσεως οι άρχοντες να αναδεικνύονται διά της ενεργού πολιτικής (ήτοι κοινοτικώς και όχι ατομικώς και ιδιοτελώς καθωρισμένης) βουλήσεως του σώματος των αρχομένων (αυστηρώς καθωρισμένων, σε αντίθεση με την σύγχρονη άμορφη μάζα του κοινοβουλευτισμού).
Η λεπίδα (ή το ξυράφι) του Όκαμ είναι μια φιλοσοφική/επιστημονική αρχή που εν συντομία υποστηρίζει ότι μια απλή λύση σε ένα πρόβλημα είναι πιθανότερο να είναι ορθή από ότι μια περίπλοκη. Πιο αναλυτικά αυτό σημαίνει ότι εάν προταθούν διαφορετικές θεωρίες για την ερμηνεία ενός φαινομένου ή την επίλυση ενός προβλήματος τότε πιθανότερη είναι αυτή που απαιτεί τις λιγότερες υποθέσεις, καθώς όσο περισσότερες υποθέσεις απαιτείται να γίνουν για να υποστηριχθεί μια θεωρία, τόσο πιο απίθανο είναι να είναι ορθή. Αν και η αρχή αυτή αποδίδεται στον στον Άγγλο σχολαστικό φιλόσοφο, μοναχό και θεολόγο του 14ου αιώνα, Γουλιέλμο του Όκαμ, είχε πρωτοδιατυπωθεί πολύ παλαιότερα από τους Πυθαγορείους. Ως παράδειγμα εφαρμογής της αρχής ας υποθέσουμε ότι σε κάποιο απομονωμένο νησί του Ειρηνικού Ωκεανού ανακαλύπτεται μια πέτρα με κάποιες χαρακιές επάνω της που φαινομενικώς σχηματίζουν το γράμμα ‘Α’. Μια υπόθεση που θα μπορούσε να προταθεί για την ερμηνεία του φαινομένου είναι ότι αρχαίοι Έλληνες είχαν επισκεφθεί το νησί στο μακρινό παρελθόν και άφησαν τα ίχνη τους σε επιγραφές, κομμάτι των οποίων αποτελεί η συγκεκριμένη πέτρα. Μια άλλη υπόθεση θα ήταν ότι οι χαρακιές προέρχονται από την επίδραση κάποιου φυσικού φαινομένου και με τυχαίο τρόπο μοιάζουν να σχηματίζουν το γράμμα ‘Α’. Αν και δεν αμφιβάλουμε ότι θα βρισκόταν κάποιοι (πολλοί) υποστηρικτές της πρώτης θεωρίας, σύμφωνα με τη λεπίδα του Όκαμ η δεύτερη υπόθεση πρέπει να επιλεχθεί ως σαφώς επικρατέστερη καθώς η πρώτη απαιτεί ένα τεράστιο πλήθος υποθέσεων που έχουν να κάνουν με τις τεχνολογικές δυνατότητες των αρχαίων Ελλήνων, τα ιστορικά ευρήματα από την εποχή εκείνη, την επίσημη ιστορία, καθώς και με θεωρίες συνωμοσίας για τη συγκάλυψη της “πραγματικής ιστορίας” και άλλα πολλά.
Τεράστια θλίψη και μελαγχολία έχει καταλάβει όλη την Ευρώπη στην θέα της καταστροφής του κορυφαίου ίσως μνημείου της Γαλλίας, ενός υπέροχου μνημείου του παγκόσμιου πολιτισμού, του ιστορικού καθεδρικού ναού των Παρισίων, της περίφημης Γοτθικής Notre Dame.
Δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά η πρόκληση και η τόσο γρήγορη εξάπλωση της πυρκαγιάς σε ένα μνημείο που προσελκύει πλήθος επισκεπτών απ’ όλο τον κόσμο, αφού, και μόνο για τον λόγο αυτό, θα ανέμενε κανείς ότι τα μέτρα ασφαλείας θα ήταν ανάλογα της σπουδαιότητος του μνημείου και σίγουρα, εφ’ όσον συνέβαινε κάτι απρόοπτο, θα ανέμενε κανείς ότι θα υπήρχαν μέτρα πυρασφαλείας και θα εφαρμοζόταν σχέδια αμέσου κινητοποιήσεως για να αντιμετωπιστεί το κακό, ώστε, η όποια καταστροφή να περιοριστεί στο ελάχιστο – πράγμα που ανεξηγήτως δεν συνέβη!
Την προηγούμενη εβδομάδα ο διάσημος Έλληνας φυσικός Δημήτριος Νανόπουλος παραχώρησε συνέντευξη (http://www.thebest.gr/news/index/viewStory/518188) όπου ανάμεσα σε διάφορες θέσεις που διατύπωσε, έδωσε δυστυχώς και αυτός το στίγμα της πολιτικώς ορθής προσωπικότητας, εναρμονιζόμενος με τις απαιτήσεις της παρακμιακής μας εποχής. Ο συγκεκριμένος, αναμφισβήτητα κορυφαίος επιστήμονας στον τομέα του, έχει αποδείξει πολλάκις στο παρελθόν ότι δεν έχει καταφέρει να αντισταθεί στον μεγάλο πειρασμό που αντιμετωπίζουν οι διάσημοι επιστήμονες του χώρου της Φυσικής, και ειδικά όσοι ασχολούνται με την Κοσμολογία. Ποιος είναι αυτός ο πειρασμός; Μα φυσικά να προσπαθήσουν να αποκτήσουν τα εύσημα του στοχαστή, του μοντέρνου φιλοσόφου, του ανθρώπου που ξεπερνά τα όρια της επιστήμης του και γίνεται ένας ερμηνευτής της πραγματικότητας, ένας κοσμικός μύστης.
Οι μύθοι αποτελούν προβολές ονείρων από το βαθύτατο υποσυνείδητο μιας φυλής κι εκφράζουν τα ιδεώδη, τις ανάγκες, τους φόβους, τις ενδόμυχες επιθυμίες και τις φιλοδοξίες ενός λαού. Μ᾿ όλο που τα σύμβολα ποικίλουν, όλοι οι μύθοι εκφράζουν παρόμοιες βασικές παρορμήσεις. Όταν είναι πιο ολοκληρωμένοι, καθορίζουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με το θείο, έτσι που να μη υπάρχει ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στο σύμβολο και το νόημά του. Τότε μπορεί ένας ποιητής να χρησιμοποιήσει την μυθολογία του καιρού του για να δώσει την πληρέστερη έκφραση του αιώνα του με σύμβολα που ενσαρκώνουν την βαθύτερη μεταφυσική ουσιαστικότητα. Όσο περισσότερο ένας πνευματικός πολιτισμός φθίνει, τόσο το χάσμα ανάμεσα στο σύμβολο και το νόημά του διευρύνεται, μέχρι του σημείου όπου τα σύμβολα καταντούν διακοσμητικές μορφές και το νόημα που αντιπροσώπευαν γίνεται ολοένα και πιο αφηρημένο, ώστε τελικώς να καταντά απλή αντανακλαστική διαλεκτική και κενός ουσίας ορθολογικός φορμαλισμός.
Προτού η διάρρηξη αυτή της εσωτερικής συνοχής προχωρήσει πολύ κι εγκαθιδρύσει βαρύ καθεστώς μιας αμετάπλαστης αποστεώσεως των πρώην εμπύρως ρεόντων συστατικών του πνεύματος και του (υπό παραδοσιακήν έννοιαν) μικροκόσμου του, ο κοινός άνθρωπος, όπως και ο καλλιτέχνης, καταφεύγουν στις μυθολογίες για να εκφράσουν αναλογικώς και αμέσως σχεδόν τις βαθύτερες ενοράσεις, συλλήψεις και σκέψεις τους ως προς τον Κόσμο και την θέση του ανθρώπου μέσα σ᾿ αυτόν, ως προς όλα τα διλήμματα που οριοθετούν το ύστατό του μυστήριο.
Στην εποχή των νεοφιλελευθέρων παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών, όπου η πρόσμειξις, το ανακάτεμα και ο μιγαδισμός ως τάσις αποτελούν τον κανόνα (αν όχι το πρότυπο), το να μιλήσουμε περί της ευγονικής ιδέας αποτελεί «ταμπού» και «ντροπή» (από της ειθισμένης σάπιας, υποκριτικής και ολεθρίας, βδελυράς ψευδο-«ανθρωπιστικής» οπτικής…) ακόμη και σε ψευδο-«παραδοσιακούς» κύκλους.
Η Ευγονία, επιδιώκουσα την βελτίωση του ανθρωπίνου είδους μέσω της εφαρμογής των νόμων της κληρονομικότητος, δεν είναι νέα επιστήμη. Πολλοί αρχαίοι λαοί διεπίστωσαν την μεταβίβαση ατομικών χαρακτήρων, φυσιολογικών ή παθολογικών, των προγόνων εις τους απογόνους. Το οποίον και, βεβαίως, αποτελεί ως βασική γνώση αυτονόητον κτήμα του τελευταίου αγραμμάτου χωρικού ή κτηνοτρόφου – που στέλνει τα παιδιά του στο «σχολείο», ώστε να εγχυθεί εντός των το δηλητήριο της «ανθρωπιστικής διαφώτισης», που θα εκτοπίσει κάθε «επικίνδυνο» για την βρωμερά «πολιτική ορθότητα» απομεινάρι φύσεως, επιγνώσεως, αυτοσυναισθήσεως, αρμονίας, αυτογνωσίας…
Σε όποιον εντός του διαθέτει έναν πυρήνα υγιούς πνευματικότητος, τα κέντρα του σε στοιχειώδη ισορροπία και ματιά που διατηρεί την διαύγειά της, εις πείσμα του ομιχλώδους και συγκεχυμένου χαρακτήρος της εποχής, η διαπίστωση περί της νοσηρότητος και της παρακμιακής φύσεως του συγχρόνου κόσμου της νεωτερικότητος επιβάλλεται αφ᾿ εαυτής ως προφανής αλήθεια και δίχως να χρήζει περαιτέρω τεκμηριώσεως. Η εντύπωση αυτή γίνεται εντονώτερη και συνεπώς δυνάμει αντιληπτή από ολοένα και ευρύτερες μάζες καθώς κινούμαστε προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, τα αληθινά αυτά προπύργια του εκφυλισμού, στα ανήλιαγα των οποίων σοκάκια οι μάζες των υπνοβατούντων σέρνουν σπασμωδικά, ακανόνιστα και άσκοπα την συγκεχυμένη τους ύπαρξη μέχρις ότου σβήσουν και χαθούν, δίχως να έχουν ποτέ τολμήσει να στρέψουν την ματιά τους προς τα ᾿πάνω. Εκεί η εκφυλιστική αυτή τάση έχει διαβρώσει και μολύνει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, κάθε δομικό στοιχείο της ατομικής και κοινωνικής ζωής, αλλοιώνοντας τον πρωταρχικό της χαρακτήρα και μετατρέποντάς την σε νέο φορέα παρακμής και διαστρεβλώσεως. Εντός αυτού του περιβάλλοντος καλείται ο σημερινός νέος να καλλιεργήσει και εκδηλώσει τα θετικά του στοιχεία, να ανακαλύψει και, ερχόμενος σε σύγκρουση ριζική με την κατεστημένη τάξη που τον καλεί σε αποστασία και διάλυση μέσα στους αγελαίους συμμορφωτικούς κανόνες του μεγαλοαστικού χάους, να ακολουθήσει το μονοπάτι που του έχει ανατεθεί.
Η σημειολογία ή σημειωτική, όπως προτιμούν πλέον να την ονομάζουν οι ειδικοί του συγκεκριμένου επιστημονικού κλάδου (αντιγράφοντας εκ του εισαγωγικού κειμένου του ιστοτόπου της Ελληνικής Σημειωτικής Εταιρείας: http://hellenic-semiotics.gr/) ορίζεται ως: «[…] η επιστημονική περιοχή που μελετάει σε βάθος όλα τα φαινόμενα του πολιτισμού στις σημερινές κοινωνίες, αλλά και στις κοινωνίες του παρελθόντος, ως συστήματα σημείων. Αντικείμενα μελέτης της σημειωτικής είναι ανάμεσα σε άλλα η καθημερινή συμπεριφορά, τα νοήματα που επικοινωνούν οι χειρονομίες και ο τρόπος ένδυσης, οι δομές της ποίησης και της λογοτεχνίας, ο τρόπος που επικοινωνούν η μουσική, η ζωγραφική και οι λοιπές τέχνες, τα μηνύματα που μας εκπέμπουν το θέατρο, ο κινηματογράφος και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς και τα βιώματα από την αρχιτεκτονική και γενικότερα τον κτισμένο χώρο. […]».
Είναι πράγματι η σημειωτική, για όσους έχουν εντρυφήσει στην γοητευτικά οξυδερκή οπτική και τις μεθόδους της, ένα εργαλείο εξαιρετικώς χρήσιμο στην πορεία προσεγγίσεως και κατανοήσεως ποικίλων κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων, της πολιτικής συμπεριλαμβανομένης – ιδίως δε αυτής!
Ελάχιστοι ίσως το γνωρίζουν, αλλά το εκπνέον έτος 2017 είχε ορισθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έτος αφιερωμένο στον μεγάλο Έλληνα λογοτέχνη και στοχαστή Νίκο Καζαντζάκη, λόγῳ συμπληρώσεως 60 ετών από τον θάνατό του.
Επρόκειτο για μία κολοσσιαία προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων.
………………..
Για να τιμήσουμε λοιπόν την τεράστια αυτή προσωπικότητα των ελληνικών και ευρωπαϊκών γραμμάτων, επιλέγουμε, ως τελευταία ανάρτησή μας πριν την εκπνοή του 2017, να παρουσιάσουμε μια παλαιά ραδιοφωνική ηχογράφηση που ανασύραμε από το αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ένα πραγματικό διαμάντι! Πρόκειται για ραδιοφωνική προσαρμογή του θεατρικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη, «Κούρος». Ακούστε το προσεκτικά και παρατηρήστε πόσο δεξιοτεχνικώς, μέσω της λογοτεχνικής διασκευής του μύθου του φόνου του Μινώταυρου από τον Αθηναίο Ήρωα Θησέα, παρουσιάζεται η επικράτηση των (Μυκηναίων) Πρωτο-Ελλήνων, κατακτητών της Κρήτης, επί των (Προελλήνων) Μινωιτών και εκ παραλλήλου αποκαλύπτεται η νίκη του ηλιακού αρίου πατριαρχικού πνεύματος επί του χθονίου προ-αρίου μητριαρχικού μεσογειακού κόσμου. Πρόκειται για έναν πραγματικό ύμνο στο Άριο-Ελληνικό Πνεύμα, έναν ύμνο στο πρωταρχικώς αυθεντικό Πνεύμα της ΑΙΩΝΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ!