Έχουν περάσει 81 χρόνια από την φρικτή σφαγή της Δρέσδης της ανατοικογερμανικής πόλης, γνωστής ως «Φλωρεντία του Έλβα», που συνέβη το διήμερο 13-14 Φεβρουαρίου του 1945. Επρόκειτο για έναν παρανοϊκό βομβαρδισμό που πραγματοποιήθηκε κατ’ εντολήν ενός παράφρονα εγκληματία, του πρωθυπουργού τη Μ. Βρετανίας, Ουίστον Τσώρτσιλ. Οι νεκροί του τυφλού τριπλού βομβαρδισμού υπερέβησαν τις 300.000. Ακόμη και σήμερα κάνεις δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια τον αριθμό των αμάχων θυμάτων του εγκληματικού εκείνου βομβαρδισμού. [ΣΥΝΕΧΕΙΑ]
Είναι γεγονός ότι σε κάθε εποχή ανεξαρτήτως, η εκάστοτε καθεστηκυία τάξις χρησιμοποιεί το δικό της αφήγημα της ιστορίας προκειμένου να επιτείνει, να δικαιολογήσει και να διατηρήσει την επικυριαρχία της. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο, ότι σε κάθε ιστορία, όπως αυτή μαθαίνεται και διδάσκεται, οι κυρίαρχοι και οι διαμορφωτές της τρεχούσης τάξεως πραγμάτων αποτελούν τους ήρωες και τους σωτήρες, ενώ οι ηττημένοι είναι πάντα ο «κακός» της ιστορίας, ο «δράκος» του παραμυθιού. Είναι γνωστή η φράση του Βολταίρου, ότι «αν θέλεις να μάθεις ποιοί κυριαρχούν, δες ποιους δεν έχεις δικαίωμα να κρίνεις». Ωστόσο σε αυτό θα μπορούσε να προστεθεί ως συμπλήρωμα η σκέψη ότι αυτοί για τους οποίους μπορείς να πεις τα πάντα χωρίς επιπτώσεις, και σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα να επιβραβευθείς κιόλας, είναι αυτοί τους οποίους η καθεστηκυία τάξις αντιλαμβάνεται ως αντίπαλον δέος και, κατά συνέπειαν, ως στόχο.
Περιοδολογώντας από το πρώτο κύμα των μέσων του 19ου αιώνα, την κορύφωσή του στα χρόνια της χρυσής εποχής ώς τον πρώιμο μεσοπόλεμο, εκ πρώτης όψεως τα αιτήματά τους, που μεταξύ άλλων περιελάμβαναν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, της διεκδίκησης της εισόδου στην αγορά εργασίας καθώς και την κατοπινή λήψη ισόποσων μισθών, δεν θα φανούν παράλογα στο γυμνό μάτι του σημερινού καθημερινού πολίτη (ούτως ή άλλως προϊόντος μιας εκφυλισμένης και αποκομμένης από τις ρίζες και την φύση εποχής) ή του απλού μαθητευόμενου που διδάσκεται μαθήματα πολιτικής ιστορίας σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αν όμως φορέσουμε τα γυαλιά της ανθρωπολογικής και κοινωνιολογικής έρευνας και διεισδύσουμε στην ουσία του εξεταζόμενου αντικειμένου, θα διαπιστώσουμε πως οι προβαλλόμενες απαιτήσεις τους αποσκοπούν να εξομοιώσουν τις γυναίκες με τους άνδρες αψηφώντας και καταπατώντας τους φυσικούς νόμους, ώστε να ικανοποιηθεί η ματαιοδοξία ορισμένων ατόμων που συμπεριφέρονταν λες και είχαν διαπληκτισθεί με τον Ανώτατο Δημιουργό και καθοριστικό παράγοντα όλων των εγκόσμιων λειτουργιών. Από την Mary Wollstonecraft, που εξιδανίκευε τους ανδρικούς ρόλους και τους παρουσίαζε σαν το κέρδος ενός νικητήριου βραβείου εφ΄ όσον γίνονταν απόκτημα και των γυναικών, ώς την Victoria Woodhull, η οποία έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία των ΗΠΑ μολονότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν για τις γυναίκες από το σύνταγμα του αμερικανικού κράτους, καταδεικνύεται η ενδόμυχη αίσθηση κατωτερότητας που εμφολεύει στην ψυχή κάθε φεμινίστριας και, συνακολούθως, η θεώρηση των ανδρών ως ανώτερων όντων, σχεδόν ως αυθεντιών που τρέχουν για να τους φτάσουν. Η εσωτερική αυτή τάση εξωτερικεύεται υπό μορφήν υστερίας μέσω της φεμινιστικής δράσεως, η οποία ορισμένες φορές υπήρξε και βίαιη μέσω πρακτικών όπως η εισβολή σε λέσχες. Συνεπώς αυτή η κενή νοήματος και στερούμενη ουσίας φιλοδοξία των μοντέρνων γυναικών να ανδροποιηθούν με έναν αντιαισθητικό και κομπάζοντα τρόπο αποτελεί μια έμμεση παραδοχή από μέρους τους πως το ανδρικό φύλο φαντάζει ανώτερο στους οφθαλμούς τους και πως τα όσα αποζητούν να πετύχουν αποτελούν πιστή μα κακόγουστην αντιγραφή ξένων κι αταίριαστων για την φύση τους ενασχολήσεων. Αν ακόμα μπούμε στον πειρασμό να αναλύσουμε σε ένα άρθρο σαν το παρόν το ποιοι ήταν οι πραγματικοί εγκέφαλοι που, σαν παίκτες κουκλοθέατρου, κατηύθυναν τις φεμινιστικές φιγούρες από το παρασκήνιο, είναι προτιμότερο να συγγράψουμε ολόκληρο πόνημα, ο νοών νοείτω λοιπόν – και όποιος ενδιαφέρεται να ερευνήσει πιο βαθιά το ζήτημα μπορεί να αναζητήσει την μαρτυρία του Aaron Russo, στενού συνεργάτη και συμβούλου των Rotschild.
Τα γεγονότα της νύκτας της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη είναι γνωστά στον ελληνικό λαό. Ή ελπίζουμε ότι είναι γνωστά, καθ’ όσον οι ποταπές, δουλικές κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών προσπαθούν με κάθε τρόπο να σβήσουν από τις μνήμες των Ελλήνων τα εγκλήματα των Τούρκων κατά του ελληνικού έθνους. Αυτό που η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν γνωρίζει, είναι ο ρόλος του ΝΑΤΟ στα γεγονότα και η προδοτική αβελτηρία της τότε ελληνικής κυβέρνησης του βαρέος ασθενούντος Παπάγου, χωρίς βέβαια η ασθένεια του να αποτελεί την οποιαδήποτε δικαιολογία.
Με την ονομασία «Σεπτεμβριανά» έμεινε στην ιστορία ο οργανωμένος εξοντωτικός διωγμός της νύκτας της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, εξ ου και η ονομασία, που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου καθοδηγούμενος τουρκικός όχλος προκάλεσε βίαια επεισόδια κατά της ζωής και των περιουσιών των Ελλήνων, λεηλατώντας και πυρπολώντας ελληνικά καταστήματα, σπίτια, σχολεία και βεβηλώνοντας εκκλησίες ακόμα και νεκροταφεία. Αφορμή έδωσε μια βομβιστική επίθεση στο πατρικό σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη, που αποδείχτηκε στην συνέχεια ότι ήταν σκηνοθετημένη προβοκάτσια από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση.
Τέτοιες μέρες, και συγκεκριμένα στις 28-11-1912, στον Δρίσκο, τοποθεσία λίγο έξω από τα Γιάννενα, πίπτει ηρωικώς μαχόμενος ο Λορέντζος Μαβίλης, ένας αληθινός ευπατρίδης! Το ηρωικό τέλος του μεγάλου αυτού Έλληνος ποιητού υπήρξε το επιστέγασμα μία εξ ίσου ηρωικής ζωής. Γεννήθηκε στην Ιθάκη, έλκων την καταγωγήν αφ᾿ ενός από την Ισπανία (από τον εκ πατρός παππού του – εξ ου και το μικρό του όνομα), αφ᾿ ετέρου από την γειτονική Κέρκυρα. Μέσω δε της μητρός του συγγένευε και με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος, τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Σπούδασε φιλοσοφία στην Γερμανία, όπου επηρεάστηκε από φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, μάλιστα δε από την σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε. Η επίδραση που του άσκησε η νιτσεϊκή σκέψη φάνηκε και από το ποίημα του “Ο Υπεράνθρωπος”, το οποίο παρατίθεται στο τέλος του άρθρου. Κατά την παραμονή του στην Γερμανία εντρύφησε ιδιαιτέρως στην μελέτη της Σανσκριτική γλώσσης, μεταφράζοντας μάλιστα το πολεμικό ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, το οποίο αποτελεί κορυφαίο δείγμα της περί πολέμου αντιλήψεως των Αρίων.
Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίστηκε μόνο στα σανσκριτικά, αφού επίσης μετέφρασε στα Ελληνικά έργα του Βιργιλίου, του Γερμανού ποιητή Σίλερ και των Άγγλων ρομαντικών Σέλεϊ και Μπάιρον (του γνωστού μας Λόρδου Βύρωνος).
Το ποιητικό του έργο ήταν μεγάλο. Τα ποιήματά του αντανακλούσαν τα φλογερά εθνικά του αισθήματα και τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Τα περισσότερα είχαν μάλιστα την μορφή του σονέτου. Θεωρείται ως εκ τούτου ο εισηγητής του συγκεκριμένου ποιητικού είδους στα ελληνικά γράμματα.
Αυτό όμως που τον ξεχώριζε από τους περισσότερους νεοέλληνες ποιητές ήταν η μεγάλη πατριωτική επαναστατική του δράση. Ο Λορέντζος Μαβίλης μετείχε σε όλες τις επαναστάσεις και τους πολέμους που διεξήγαγε ο ελληνισμός με σκοπό την εθνική ανεξαρτησία! [ΣΥΝΕΧΕΙΑ]
του Αχιλλέως Ξανθάκη [καὶ Προλεγόμενα ὑπὸ Στεφάνου Γκέκα]
Ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε γράψει κάποτε τον στίχο: «Δεν γνωρίζω πια τ’ όνομα μου. Ονομάζομαι Πατρίς». Όλοι οι Έλληνες Στρατιώτες που πολέμησαν στον Β’ ΠΠ έχουν πλέον ένα όνομα, ονομάζονται “Πατρίς“.
Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912 – 1913 ήταν ένα καθοριστικότατο γεγονός για την νεοελληνική ιστορία και κοινωνία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, παρόλο που ήταν πολύμηνες (Οκτώβριος 1912 – Ιούλιος 1913), ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένες για τους Έλληνες. Ο Ελληνικός Στρατός έχοντας πλήρως μετασχηματιστεί επιχειρησιακά (σε σχέση με το 1897), κυριάρχησε στο επιχειρησιακό πεδίο και δημιούργησε τετελεσμένα επί του εδάφους.
Οι στρατιωτικές επιτυχίες στη συνέχεια κεφαλαιοποιήθηκαν στο διπλωματικό πεδίο από την ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα την εδαφική επέκταση της χώρας και την αναβάθμιση της γεωπολιτικής της σημασίας (σε σχέση με το παρελθόν).
Η μάχη του Σαρανταπόρου ήταν ίσως η πιο καθοριστική μάχη για την εξέλιξη της στρατιωτικής συγκρούσεως στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, καθώς εκεί όλη η πολεμική προετοιμασία της ειρηνικής περιόδου θα αξιολογούνταν επιχειρησιακά υπό πραγματικές συνθήκες.
Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν 3 έως 4,4 εκατομμύρια Έλληνες. Ένας στους έξι περίπου κατοίκους της τότε Τουρκίας ήταν Έλληνες. Οι Νεότουρκοι του Κεμάλ που ήρθαν στην εξουσία μετά τις σημαντικές εδαφικές απώλειες της οθωμανικής Τουρκίας στους Βαλκανικούς πολέμους, σχεδίασαν την μετατροπή του πολυεθνικού τους κράτους σε ένα μονοεθνικό τουρκικό με στοχευμένες δημογραφικές «παρεμβάσεις». Η μετάβαση του πολυεθνικού κράτους σε τουρκικό μονοεθνικό πραγματοποιήθηκε με τις μεθόδους της αφομοίωσης, της αστικής εξάπλωσης, της απέλασης, του εκτοπισμού, της εκρίζωσης και βέβαια της προσφιλέστερης μεθόδου των Τούρκων, της γενοκτονίας.
Από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1945 1.100 αμερικανικά και βρετανικά αεροπλάνα άδειασαν πάνω από 4.000 τόνους εμπρηστικών και εκρηκτικών βομβών, ισοπεδώνοντας στην κυριολεξία την πανέμορφη πόλη της Δρέσδης. Το 88% των κτηρίων της καταστράφηκαν, ενώ υπολογίζεται ότι πολὺ πάνω από 35.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Ο αναθεωρητής ιστορικός Ντέιβιντ Ίρβινγκ ανεβάζει τους νεκρούς σε 135.000
Κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πόσοι σκοτώθηκαν στο μεγαλύτερο έγκλημα των συμμάχων, τον βομβαρδισμό της Δρέσδης – διότι πέραν των κατοίκων της χιλιάδες άμαχοι από άλλες περιοχές είχαν καταφύγει στην πόλη στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τους Σοβιετικούς σφαγείς…