
Τὸ πρῶτο κῦμα τοῦ Φεμινισμοῦ.
Εν συνεχείᾳ θα κάνουμε μία συγκριτική και συνάμα κριτική ανάλυση των τριών κυμάτων της φεμινιστικής ιδεοληψίας. Περιοδολογώντας από το πρώτο κύμα των μέσων του 19ου αιώνα, την κορύφωσή του στα χρόνια της χρυσής εποχής ώς τον πρώιμο μεσοπόλεμο, εκ πρώτης όψεως τα αιτήματά τους, που μεταξύ άλλων περιελάμβαναν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, της διεκδίκησης της εισόδου στην αγορά εργασίας καθώς και την κατοπινή λήψη ισόποσων μισθών, δεν θα φανούν παράλογα στο γυμνό μάτι του σημερινού καθημερινού πολίτη (ούτως ή άλλως προϊόντος μιας εκφυλισμένης και αποκομμένης από τις ρίζες και την φύση εποχής) ή του απλού μαθητευόμενου που διδάσκεται μαθήματα πολιτικής ιστορίας σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αν όμως φορέσουμε τα γυαλιά της ανθρωπολογικής και κοινωνιολογικής έρευνας και διεισδύσουμε στην ουσία του εξεταζόμενου αντικειμένου, θα διαπιστώσουμε πως οι προβαλλόμενες απαιτήσεις τους αποσκοπούν να εξομοιώσουν τις γυναίκες με τους άνδρες αψηφώντας και καταπατώντας τους φυσικούς νόμους, ώστε να ικανοποιηθεί η ματαιοδοξία ορισμένων ατόμων που συμπεριφέρονταν λες και είχαν διαπληκτισθεί με τον Ανώτατο Δημιουργό και καθοριστικό παράγοντα όλων των εγκόσμιων λειτουργιών. Από την Mary Wollstonecraft, που εξιδανίκευε τους ανδρικούς ρόλους και τους παρουσίαζε σαν το κέρδος ενός νικητήριου βραβείου εφ΄ όσον γίνονταν απόκτημα και των γυναικών, ώς την Victoria Woodhull, η οποία έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία των ΗΠΑ μολονότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν για τις γυναίκες από το σύνταγμα του αμερικανικού κράτους, καταδεικνύεται η ενδόμυχη αίσθηση κατωτερότητας που εμφολεύει στην ψυχή κάθε φεμινίστριας και, συνακολούθως, η θεώρηση των ανδρών ως ανώτερων όντων, σχεδόν ως αυθεντιών που τρέχουν για να τους φτάσουν. Η εσωτερική αυτή τάση εξωτερικεύεται υπό μορφήν υστερίας μέσω της φεμινιστικής δράσεως, η οποία ορισμένες φορές υπήρξε και βίαιη μέσω πρακτικών όπως η εισβολή σε λέσχες. Συνεπώς αυτή η κενή νοήματος και στερούμενη ουσίας φιλοδοξία των μοντέρνων γυναικών να ανδροποιηθούν με έναν αντιαισθητικό και κομπάζοντα τρόπο αποτελεί μια έμμεση παραδοχή από μέρους τους πως το ανδρικό φύλο φαντάζει ανώτερο στους οφθαλμούς τους και πως τα όσα αποζητούν να πετύχουν αποτελούν πιστή μα κακόγουστην αντιγραφή ξένων κι αταίριαστων για την φύση τους ενασχολήσεων. Αν ακόμα μπούμε στον πειρασμό να αναλύσουμε σε ένα άρθρο σαν το παρόν το ποιοι ήταν οι πραγματικοί εγκέφαλοι που, σαν παίκτες κουκλοθέατρου, κατηύθυναν τις φεμινιστικές φιγούρες από το παρασκήνιο, είναι προτιμότερο να συγγράψουμε ολόκληρο πόνημα, ο νοών νοείτω λοιπόν – και όποιος ενδιαφέρεται να ερευνήσει πιο βαθιά το ζήτημα μπορεί να αναζητήσει την μαρτυρία του Aaron Russo, στενού συνεργάτη και συμβούλου των Rotschild.
Πάντως ένα είναι το σίγουρο, πως ο φεμινισμός δεν αποτελεί κατά βάσιν αλλά μόνον κατ’ εικόνα αυτοφυή γυναικεία ιδέα – και δεν επινοήθηκε για να χειραφετήσει καμία γυναίκα από την υποτιθέμενη δουλοποίηση εκ της οποίας εξεπήγαζε, σύμφωνα πάντα με τους φεμινιστές, από το οικογενειακό της περιβάλλον αλλά προκειμένου το μεγάλο κεφάλαιο της εποχής να συσσωρεύσει υψηλότερο αριθμό εργατικού δυναμικού, το οποίο χρειαζόταν για να μεγιστοποίησει τα κέρδη του. Είναι αξιοσημείωτο πως ο φεμινισμός πρώτου κύματος, εναλλακτικά φιλελεύθερος επονομαζόμενος, αποτελεί ένα ρεύμα σκέψης εντασσόμενο στον ευρύτερο αστισμό της εποχής και επί της ουσίας υποστηρίζει απλώς την επέκταση των αστικών δικαιωμάτων και στις γυναίκες. Συνεπώς επρόκειτο για έναν υποβοηθητικό μηχανισμό του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού, που κατ᾿ αρχάς ουδεμίαν έχει σχέση με αριστερόστροφες διεκδικήσεις. Στόχευε να μετατρέψει τις γυναίκες σε καταναλωτικό μοχλό θαμπώνοντάς τες με τις στομφώδεις στυλιστικές διαφημίσεις και παρακινώντας τες να υιοθετήσουν έναν ατομικιστικό κι εγωκεντρικό τρόπο ζωής και νοοτροπία, όπου πλέον δε θα έχουν ως προεξάρχoν μέλημα την φροντίδα του σπιτιού τους αλλά το άπιαστο όνειρο της «απελευθέρωσης».
Ένα τόσο αρνητικά ανατρεπτικό εγχείρημα δεν θα ηδύνατο να ευδοκιμήσει εάν δεν είχε στηθεί ένα λογικοφανές τεχνητό αφήγημα περί καταπίεσης. Διόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός πως ακόμα και η απόπειρα του να γίνει το τσιγάρο περισσότερο κερδοφόρο συνδέθηκε με τον φεμινισμό πρώτου κύματος. Πιο συγκεκριμένα την δεκαετία του 1920 στις ΗΠΑ η καπνιστική συνήθεια ετύγχανε ευρείας αποδοχής από την αμερικανική κοινωνία λόγῳ και του φιλελεύθερου-καταναλωτικού modus vivendi της εποχής – αλλά μόνο για τους άνδρες. Για μία γυναίκα το κάπνισμα εθεωρείτο ταμπού. Η χρήση όμως του συγκεκριμένου προϊόντος από ένα μέρος του πληθυσμού είχε ως αποτέλεσμα τις μειωμένες πωλήσεις και, ακολούθως, χαμηλότερα κέρδη για τις καπνοβιομηχανίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ταυτόχρονη εκδήλωση του φεμινιστικού κινήματος λειτούργησε σαν μάνα εξ ουρανού για τους καπνεμπόρους, καθώς συνέδεσαν την θηλυκή ανεξαρτησία με το δικαίωμα των γυναικών να καπνίζουν. Για την επίτευξη αυτού του στόχου επιστρατεύτηκε ένας μαιτρ της πολιτικής επικοινωνίας και της προπαγάνδας, ο Eduard Bernays, ο οποίος στην πασχαλινή παρέλαση του 1929 πραγματοποίησε μία διαφημιστική καμπάνια υπέρ του γυναικείου καπνίσματος προσλαβάνοντας γυναίκες να καπνίσουν δημοσίως, ώστε το συμβάν να θεματοποιηθεί στον τύπο και να σφυγμομετρηθεί η κοινή γνώμη. Τελικά η διαφημιστική ισχύς σημείωσε ακόμα ένα θρίαμβο, καθώς το γυναικείο κάπνισμα έγινε κοινώς αποδεκτή συνήθεια.
Ο επικουρικός ρόλος του φεμινισμού αναφορικά με την προσπάθεια να καταστεί το τσιγάρο επικερδέστερο προϊόν είναι πρόδηλος και καταδεικνύει περίτρανα το πίσω από ωραιοποιημένες λέξεις υποκρυπτόμενο κερδοσκοπικό/εμπορευματικό του υπόβαθρο.
Από αυτές τις προκείμενες οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως ο φεμινισμός είναι ζημιογόνος όχι μόνο για την ψυχική αλλά και για την οργανική υγεία των γυναικών, καθώς τις προτρέπει να προβαίνουν σε χρήση ανθυγιεινών ουσιών. Μέσα από αυτή την ανάλυση ως μη αριστερός καλώ τις υποστηρίκτριες της αριστεράς να αναλογισθούν τι πραγματικά υποστηρίζουν όταν πλέκουν εγκωμιαστικά υφαντά στον πρώτο αγώνα των γυναικών και εξυμνούν τις τότε αστές, που σήμερα θα εξύβριζαν ως καπιταλίστριες συζύγους των βαμπίρ που ρουφούν το αίμα της εργατικής τάξης. Συνεπώς με την είσοδό τους στην αγορά εργασίας, χάρις στις επιτυχίες του πρώτου κύματος του κινήματός τους, στην πραγματικότητα έπεσαν στην παγίδα αυτού που ο Joseph De Maistre ονομάζει πολιτική ‘’ετερογονία’’, δηλαδή το ίδιο που συνέβη με την γαλλική ‘’επανάσταση’’, όπου ο κόσμος προσδοκούσε την απελευθέρωσή του από την απόλυτη μοναρχία αλλά τελικά ήρθε αντιμέτωπος με μία σκλαβιά διαφορετικής και ίσως πιο δυσβάσταχτης μορφής από ό,τι η προηγηθείσα· αντιστοίχως παρατηρούμε μία σημειολογική ταύτιση με τον φεμινιστικό ‘’αγώνα’’ για παραχώρηση ‘’δικαιωμάτων’’, όπου οι γυναίκες με τα μαξιμαλιστικά, υπερφίαλα και ασύμβατα με την βιολογική τους ταυτότητα αιτήματα αδημονούσαν για την χειραφέτησή τους αλλά, τελικά, κατέληξαν να υπερπολλαπλασιάσουν τα ωράρια εργασίας τους – διότι πλέον μαζί με το επάγγελμά τους θα έπρεπε να διευθετήσουν και τα οικιακά. Επομένως η καριερίστικη μονομανία τους συνέβαλε απλώς στην αύξηση της κόπωσης, έχοντας ως συχνό συνεπακόλουθο την αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής ισορροπίας και υγείας και την συνθλιβή και κατακερματισμό εκατομμυρίων οικογενειών.
Συνεπώς το πρώτο κύμα φεμινισμού απέσπασε τις γυναίκες από την de facto «δουλεία» της οικίας για να τις μετατρέψει σε de jure δούλες στα εργοστάσια με αφέντη την κερδοσκοπία. Η αριστερά σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, θέλοντας να διαχωρίσει την θέση της από κινήματα που είχαν λάβει σάρκα και οστά μέσα από την μήτρα της αστικότητας, επενόησαν την υποκατηγορία του μαρξιστικού φεμινισμού, μέσα από την χοάνη του οποίου διεκήρυτταν πως οι έμφυλες ανισότητες οφείλονται στην άνιση μισθολογική κατανομή και πως η γυναικεία απελευθέρωση είναι δυνατή μόνο μέσῳ της ανατροπής του καπιταλισμού, ο οποίος έχει σύμφωνα με αυτήν δομηθεί πάνω σε πατριαρχικά θεμέλια – ισχυρισμός σαφώς ανεδαφικός και ιδιαιτέρως μυωπικός (συνεπείᾳ της μηχανιστικής δογματικής υπαγωγής των πάντων στην φενάκη της μαρξιστικἠς/παλαιοσημιτικής διπολικότητος), δεδομένου ότι η πρώτη σπορά φεμινιστικών ιδεών έγινε από καπιταλιστικό χέρι – και ένα αντιπαραδοσιακό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα όπως το κεφαλαιακό επ᾿ ουδενί δεν μπορεί να υποκρύπτει παραδοσιοκρατικά στοιχεία και κίνητρα όπως η πατριαρχία. Οι αντιπαραδοσιακοί του στόχοι ήσαν, απεναντίας, που οδήγησαν στην εργατοποίηση/προλεταριοποίηση/εξαθλίωση των γυναικών…
Έχοντας ολοκληρώσει την εν τάχει κριτική του πρώτου κύματος της ιδεολογικής ρήξεως με την φυσιολογικότητα, θα προχωρήσουμε στην ανατομία του δεύτερου συμπτώματος της γυναικείας αυτής νόσου, το οποίο υπήρξε πιο άγριο και πιο απειλητικό για την ζωή του πολιτισμού και εκδηλώθηκε κατά την δεκαετία του 1960. Ως κύρια εκφράστριά του θεωρείται η Simon De Beauvoir, απόγονος μάλιστα αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία …
[Συνεχίζεται]
Γράφει ο Απολλώνιος.

