
Παρά την αγαθή πρόθεση των παραγωγών το μόνο που προσέφερε η ταινία ήταν η ανατροφοδότηση του κουτσομπολιού και, ως αποτέλεσμα αυτού, η προσπάθεια αποκαθηλώσεως ενός φωτεινού μύθου – σε τελική ανάλυση η δυσφήμιση του ελληνικού αθλητισμού. Η προσπάθεια αναδείξεως της συγκεκριμένης πτυχής της ιστορίας θα είχε πράγματι νόημα, αν κόμιζε νέα στοιχεία, τα οποία να επιβεβαίωναν ή να διέψευδαν τις εν λόγω φήμες με απόλυτη βεβαιότητα. Κατ᾿ αυτόν τον τρόπο, παρά την ενδεχόμενη διάψευση ενός μύθου (αν αποδεικνυόταν κάτι τέτοιο), θα έλαμπε δια παντός η αλήθεια, πράγμα που θα προσέδιδε κάποιαν αξία στο εγχείρημα. Προφανώς όμως τέτοιους είδους στοιχεία, εκατό και πλέον χρόνια μετά την διεξαγωγή των αγώνων, δεν ήταν δυνατόν να βρεθούν. Το μοναδικό ενδεχόμενο αποκαλύψεως νέων στοιχείων εναπέκειτο στην μαρτυρία του εγγονού του Χαρίλαου Βασιλάκου, ο οποίος συμμετείχε στην δημιουργία της εν λόγω ταινίας. Αυτός όμως, πέραν της προσωπικής του γνώμης, την οποία εξέφραζε με εμφανή μεροληψία και εμπάθεια εις βάρος του Σπύρου Λούη (την οποία δεν φαίνεται να συμμεριζόταν ο διάσημος παππούς του, ο οποίος δεν είχε αμφισβητήσει τότε την νίκη του Λούη!), δεν είχε να προσθέσει τίποτε περισσότερο.
Η μεροληπτική υποστήριξη των συντελεστών της ταινίας υπέρ του προσώπου του Βασιλάκου ήταν περισσότερο από εμφανής. Σε πολλά σημεία η παρουσίαση και ερμηνεία των γεγονότων ήταν σκανδαλωδώς μονόπλευρη! Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις ήταν εμφανής η έκφραση ακόμα και ειρωνείας εις βάρος του προσώπου του Σπύρου Λούη.
Φωτεινή εξαίρεση υπήρξε η υπέρ του Λούη ξεκάθαρη τοποθέτηση και επιχειρηματολογία του παγκόσμιου πρωταθλητή δρόμων υπεραποστάσεων Γιάννη Κούρου, ο οποίος, μεταξύ άλλων προσώπων, μίλησε στο ντοκυμανταίρ. Έτσι, η αναμόχλευση αυτής της υποθέσεως δεν προσέφερε κάτι ουσιώδες, παρά μόνο έδωσε την ευκαιρία σε ανθρώπους με ροπή προς την παραφιλολογία και ακόρεστη δίψα για κουτσομπολιό να εκφρασθούν στα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως (με αφορμή την ταινία), δηλώνοντας ότι ξαφνικά διεπίστωσαν μία (τάχα) καλά κρυμμένη απάτη…

Αν γίνει λεπτομερής ανάλυση ολόκληρης της ταινίας, είναι δυνατόν να καταδειχθούν πάρα πολλά κενά, αντιφάσεις και λογικές ανακολουθίες στο (εις βάρος του Λούη) σκεπτικό των συντελεστών – δεν υπάρχει όμως νόημα να μπει κανείς σε τέτοια διαδικασία. Η συζήτηση περί της νίκης του Λούη μπορεί να είχε κάποιο νόημα στο παρελθόν, σήμερα όμως η συζήτηση αυτή δεν μπορεί παρά να έχει εντελώς κουτσομπολίστικο χαρακτήρα, καθώς, πέρα από την παντελή έλλειψη τεκμηρίων, διαπιστώνεται πλήρης αποπροσανατολισμός από την ουσία και τον πνεύμα ενός τέτοιου αγώνα εκ μέρους των οψίμων (επιδόξων) «ιστορικών ερευνητών»…

Από την άλλη ο Σπύρος Λούης αντιπροσώπευε την λαϊκή τάξη η οποία δεν είχε παρά μία συγκεχυμένη και θολή αντίληψη σχετικά με το αρχαίο παρελθόν. Σε τέτοιους αυθεντικούς ανθρώπους της υπαίθρου η επαφή με το αρχαίο παρελθόν ήταν βιωματική και μόνο, εκφραζόμενη μέσα από τους θρύλους και τις παραδόσεις που επεβίωναν στον λαϊκό πολιτισμό. Εκείνη της εποχή τα ζωντανά ακόμη δημοτικά τραγούδια, οι χοροί, οι μύθοι, οι λαϊκές δοξασίες και εν γένει το σύνολο του λαϊκού βίου διεπνέετο από μία αυθεντική έκφραση του αρχαϊκού ελληνικού πνεύματος, αυτού που θεωρητικῳ τῷ τρόπῳ αναζητούσαν στην αρχαία γραμματεία οι λόγιοι.
Τρανή απόδειξη αυτής της βιωματικής επαφής των λαϊκών στρωμάτων με το αρχαίο πνεύμα ήταν η στάση του Σπύρου Λούη απέναντι στους αγώνες. Σύμφωνα με μαρτυρία του Πιερ ντε Κουμπερτέν, ο Σπύρος Λούης τις ημέρες που προηγήθησαν του αγώνος νήστευε και προσεύχονταν, γεγονός το οποίο υποδεικνύει ότι το αισθητήριό του είχε ασυνειδήτως ίσως συναισθανθεί το ιερό στοιχείο του αθλητικού αγώνος, μία αίσθηση που ήταν φυσικώς παρούσα στους αρχαίους αθλητικούς αγώνες. Η αυθόρμητη αυτή του ενέργεια δεν μπορεί να αποδοθεί προφανώς σε κάποια ζώσα ολυμπιακή παράδοση, ούτε βεβαίως στις (ανύπαρκτες) θεωρητικές γνώσεις του Λούη σχετικά με την θρησκευτική διάσταση των αρχαίων αγώνων. Αντιθέτως ήταν το αθάνατο αρχαίο αίμα και πνεύμα που, μέσω του Σπύρου Λούη, εύρισκε την ευκαιρία να λάμψει εκ νέου, δύο περίπου χιλιετίες μετά την ιστορική ακμή του!

Από την άλλη, τα λαϊκά στρώματα έχουν χάσει πλήρως την επαφή τους με τις παραδόσεις και την πατρογονική τους κληρονομιά. Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η σταδιακή ερήμωση της υπαίθρου και η συνακόλουθη αστικοποίηση αποσάθρωσαν την κοινοτική δομή της ελληνικής κοινωνίας, ενώ ένας σηπτικός και διαστροφικός μοντερνισμός χλεύασε και απαξίωσε τα παραδοσιακά στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού συλλήβδην ως προλήψεις και δεισιδαιμονίες, οι οποίες δεν μπορούσαν να έχουν θέση στον «πεφωτισμένο νέο κόσμο». Μάλιστα κατά τις προαναφερθείσες δεκαετίες έλαβε χώρα συστηματική εκστρατεία φαλκιδεύσεως του λαϊκού αισθητηρίου κυρίως μέσω της γραμμής και των επιλογών συγκεκριμένων δισκογραφικών εταιρειών, γνωστής (περιούσιας) ιδιοκτησίας, που κατάφεραν σταδιακώς να πλασάρουν ως μία δήθεν όψη της ελληνικής παραδόσεως νόθα μουσικά παραπροϊόντα της μέσης ανατολής όπως τα ρεμπέτικα, τους αμανέδες ή ακόμα και τα σημερινά «σκυλάδικα», στα οποία προσέδωσαν την ψευδεπίγραφη ετικέτα «ελληνικά».
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ο σημερινός Έλληνας είναι δυνατόν να δηλώνει σε πολλές περιπτώσεις «πατριώτης» (και ίσως να φαντάζεται ότι είναι), η μετοχή του, ωστόσο, στην αυθεντική ελληνική παιδεία, τόσο την λόγια όσο και την λαϊκή, συνηθέστατα είναι παντελώς ανύπαρκτη! Ως εκ τούτου αυτός ο σύγχρονος (τσιφτετ-)έλληνας είναι παντελώς ανούσιο να διερωτάται για την νίκη του Λούη ή του Βασιλάκου στον πρώτο σύγχρονο μαραθώνιο δρόμο της Ολυμπιάδος του 1896, διότι το υποτιθέμενο ενδιαφέρον του περί του ζητήματος δεν έχει μεγάλη διαφορά από το ενδιαφέρον που επιδεικνύει, επί παραδείγματι, για τους επίδοξους κίβδηλους «μαχητές» τηλεπαιχνιδιών τύπου …«Survivor», ήγουν, κουτσομπολίστικη ίντριγκα και μόνο, και όχι με σκοπό την εύρεση της αληθείας.
Το ουσιώδες λοιπόν ερώτημα που θα άρμοζε να διερευνήσει μια ενημερωτική ταινία, που θα είχε βλέψεις προσεγγίσεως της ιστορικής αληθείας (για ένα ζήτημα όπως αυτό), θα ώφειλε να είναι το εξής: ποιοι ήσαν πραγματικά ο Σπύρος Λούης και ο Χαρίλαος Βασιλάκος και ποια είναι η σχέση των συγχρόνων Ελλήνων μαζί τους;



