1.Γενική εισαγωγή.
Ίσως ως το μοναδικό στοχαστικό ρεύμα που επινοήθηκε από το γυναικείο φύλο στην ιστορία της πολιτικής σκέψης, η φεμινιστική θεωρία αποτελεί μίαν γυναικεία αποκλειστικότητα, τουτέστιν μία ιδεολογία από γυναίκες για γυναίκες. Οι απαρχές της ανιχνεύονται μέσα στις φλόγες της γαλλικής επαναστάσεως, της σφοδρότερης επίθεσης ενάντια στον παραδοσιακό πολιτισμό, της πιο κραυγαλέας ανοσιουργίας κατά κάθε ιερότητος και φυσικής ιεραρχίας.
Από την πλεονεξία των νοσηρών εγκεφάλων, των κλαστών και ανατροπέων κάθε φυσικού καθορισμού, θα ήταν αδύνατο να μείνουν στο απυρόβλητο οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων. Εντός αυτού του πολιτικοκοινωνικού πλαισίου κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα ψήγματα φεμινιστικών ιδεών διά της Olympe De Gouges στην Γαλλία και της Mary Wollstonecraft στην Αγγλία που λογίζονται ως πρωτοφεμινίστριες. Η δεύτερη υπήρξε η συντάκτρια της χάρτας ‘’των γυναικείων δικαιωμάτων’’ κοντά στην χάρτα των δικαιωμάτων του ανθρώπου που συντάχθηκε από την πρώτη γαλλική εθνοσυνέλευση.
Αν συνηγορήσουμε ότι οι έμφυλοι ρόλοι έχουν φυσιολογικώς ως αναγκαίο θεμέλιο την βιολογική (αλλά και την αντίστοιχη μεταφυσική) φύση, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε πως ο όρος δικαίωμα είναι εδώ άστοχος και επρόκειτο περισσότερο για μία ευθεία στρεβλωτική παρέμβαση στην ίδια την φύση της γυναίκας, στην θηλυκότητά της, επικαλυμμένην με ένα μανδύα υπεράσπισης απέναντι σε ένα κατά φαντασίαν καταπιεστικό κοινωνικό σύστημα, το οποίο βαφτίζουν πατριαρχικό, προσδίδοντας ένα πλήρως ξεκομμένο κι αποπνευματοποιημένο νόημα και μιά βαρέως αρνητική χροιά στον όρο.
Η εκνευριστικώς θορυβώδης όσο και παιδαριωδώς στερεότυπη ρητορική των πιστών της θηλυκής θρησκείας, που παρουσιάζει την πατριαρχία ως το απόλυτο κακό και καυτηριάζει την αρρενωπότητα ως μία τοξική δύναμη, δεν αφήνει διά της ασφυκτικής υπερπιέσεως του παραγομένου της κονιορτού πολλά περιθώρια στους ήδη μικρόμυαλους, των οποίων την ατελή νόηση πλήρως επισκιάζει και ανακατευθύνει, να αναλογισθούν ότι οι κοινωνίες στις οποίες διαβιούν δομήθηκαν από ‘’τοξικά’’ αρρενωπούς και έμειναν όρθιες πάλι χάρις την ακατασίγαστη ζωτική ορμή, που ενυπήρχε μέσα στις ψυχές των αρσενικών ψυχών της κοινότητας, ερεθίζοντάς τες να αμυνθούν και υπερασπισθούν τα πιο αδύναμα θηλυκά μέλη από τις αρρωστημένες ορέξεις των έξωθεν επερχομένων «πατριαρχικών-τοξικών», όπως θα μας έλεγαν. Συνεπώς η περιβόητη «τυραννική πατριαρχία» και η «τοξική αρρενωπότητα» εντοπίζονται κυρίως στο φαντασιακό του εκτροχιασμένου θηλυκού και αποτελούν το γελοιότερο μύθευμα από την μακρά πορεία του λευκού ανθρώπου.
Η φεμινιστική έμπρακτη έκφραση διαγράφεται σε ένα πλαίσιο τριών κυμάτων, με λιγότερο καταστροφικό το πρώτο, το οποίο όμως ευθύνεται για την εμφύτευση στα θηλυκά μυαλά του καρκινογόνου σπόρου της απροκάλυπτης αμφισβητήσεως/απορρίψεως της αυστηρά φυσικώς καθορισμένης αποστολής της γυναίκας, που πλέον ελάμβανε κινηματικές διαστάσεις και χαρακτηριστικά. Ολόκληρος ο παραπολιτικός προβληματισμός του κινήματος των «females» διακτινίζεται γύρω από την εύρεση ενός τρόπου να μοιάσουν στους άνδρες, καταλήγοντας φυσικά να υποβιβασθούν σε κακέκτυπα του αρσενικού φύλου μέσῳ ενός πιθηκίζοντος μιμητισμού.
Όπως είχε σημειώσει ο Γάλλος στοχαστής Josheph De Maistre προσεγγίζοντας τον γυναικείο συμπεριφορισμό και την ανδρική του αντιμετώπιση ‘’η γυναίκα αξίζει απεριόριστο σέβας εφ΄ όσον επιτελεί τον ρόλο για τον οποίο προορίζεται, από την στιγμή όμως που τον απαρνείται και αποπειράται να γίνει απομίμηση του άνδρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας πίθηκος’’. Οι γυναίκες ως συναισθηματικότερα πλάσματα είναι περισσότερο ευεπίφορες στην επαφή με και ενδοτικότητα απέναντι σε αντι-λογικούς, παραλογισμικούς καταπέλτες όπως η πνευματικώς ρυπαντική ουσία του φεμινισμού. Τοιουτοτρόπως στους μοντέρνους καιρούς δεν μπαίνουν κἂν στον κόπο να σκεφθούν πως το φύλο τους βρισκόταν πάντα σε προνομιακή θέση, όμως εναρμονισμένη με την φύση και τελείως διαφορετική από αυτήν που εκείνες νοούν ως τέτοια υπό την στρεβλωτική ψευδο-λογική (τυπική των τερατωδών αποκυημάτων του μοντερνισμού) του ανοήτου και κατωτέρου και του παιδαριώδους σχήματος, αποκαλυπτικού της γυναικείας ανεξάρτητης νοητικής ικανότητος, … «γιατί ο άνδρας και όχι η γυναίκα»!!!
Στις κοινωνίες με παραδοσιακή δομή ο μέλλων βίος τους κανονιζόταν από τον κηδεμόνα τους και, μετέπειτα, από το σύζυγό τους. Αυτό σημαίνει πως ήσαν αδέσμευτες από την έγνοια ευθυνών όπως, επί παραδείγματι, η εύρεση συντρόφου ή η διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, αφού η πορεία τους καθοριζόταν από τις αποφάσεις τρίτων προσώπων. Στον αντίποδα οι άνδρες πάντοτε βρίσκονταν σε δυσκολότερη και, πολλές φορές, πιο επικίνδυνη θέση, καθώς επωμίζονταν το βάρος των βαρειών χειρωνακτικών εργασιών, οι οποίες επέφεραν αυξημένη σωματική φθορά στον ‘’κουβαλητή’’, όπως ονομαζόταν, όπως και την υποχρέωση της στράτευσης και της πολεμικής δραστηριότητος που έπρεπε να αναλάβουν, ώστε να σταθούν επάξια ως ασπίδα της Κοινότητος, όπως προανεφέρθη.
Όλα τα προαναφερόμενα καταδεικνύουν τον αρσενικό ρόλο ως μάλλον απαιτητικότερο και, οπωσδήποτε, πιο βεβαρυμένο από τον γυναικείο. Όπως πολύ εύστοχα το έθεσε ο Καναδός ψυχολόγος Jordan Peterson, λέγοντας πως ο πολιτισμός βασίζεται στις πλάτες σακατεμένων ανδρών οι οποίοι, παρά τον πόνο και τις αντιξοότητες, σηκώνονται κάθε μέρα από το στρώμα τους και πράττουν αυτό που είναι προορισμένοι να πράξουν, αυτό που υπολαμβάνουν ως καθήκον τους.
Η δε εύρεση ενός ατόμου για συμβίωση αποτελεί έναν ακόμα τομέα όπου οι άνδρες μειονεκτούν διαχρονικώς καθώς, λόγω της κτητικής φύσεως που τους χαρακτηρίζει ως όντα, κάποτε θα έρθουν αντιμέτωποι με την πρόκληση της αναζήτησης και της προσέγγισης κάποιας γυναίκας προς ανάπτυξη σχέσεως – ενώ εκείνη απλώς θα αναμένει παθητικά αυτόν που θα την πλησιάσει και τελικά θα την διεκδικήσει. Συμπερασματικά ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό, στον τομέα της σύναψης σεξουαλικών σχέσεων, έχουμε την διαφορά αναζήτησης και αναμονής.
Προσέτι στις προνεωτερικές κοινότητες παρατηρούμε την εκδήλωση ενός ανεκτίμητου σεβασμού προς το πρόσωπο της γυναίκας· αρχίζοντας από την αρχαιότητα μέσα από την σμίλευση δεκάδων γλυπτών που αναπαριστούσαν γυναικείες θεότητες και μορφές εν γένει αλλά και την ίδια την θεοποίηση της γυναικείας φύσης και ομορφιάς, τονίζοντας την σημασία της ως την καρποφορούσας δύναμεως και μήτρας του ανθρωπίνου γένους.
Στρέφοντας εν συνεχείᾳ το βλέμμα προς την μεσαιωνική εποχή, γινόμαστε μάρτυρες μίας έκδηλης εκτιμήσεως προς το γυναικείο φύλο, παρατηρώντας την κεντρική θέση που κατέχει η γυναίκα στις λαογραφικές διηγήσεις σε ανατολικά και δυτικά αφηγήματα και έπη – την οποία και διατηρεί ώς την εποχή της αναγέννησης για την Δύση και της Τουρκοκρατίας για τον Ελληνισμό. Επί πλέον η ύπαρξη και διατήρηση των ιπποτικών μυθιστορημάτων ώς τις μέρες μας, τα οποία εμπεριέχουν τις περιγραφές κατορθωμάτων ιπποτών, τα πλείστα των οποίων αφορούν σε διασώσεις γυναικών, των οποίων η ζωή κινδυνεύει, είναι μία ανεπίδεκτη αμφισβητήσεως ένδειξη για το πόσο πολύτιμες έδειχναν οι γυναίκες στα μάτια των ανδρών και της κοινωνίας της εποχής.
Επιπροσθέτως η ιπποτική ευγένεια, που επεδείκνυαν οι άνδρες προς τις δεσποσύνες, η οποία περιελάμβανε τρόπους όπως το χειροφίλημα και η υπόκλιση, αποτελούν την λυδία λίθο για τον όποιο ερευνητικό ισχυρισμό σχετίζεται με την σεβαστική συμπεριφορά των ανδρών προς τις γυναίκες της προ-μοντέρνας εποχής. Επιπροσθέτως στα χρόνια της αρμονικής συγκλίσεως η γυναίκα ήταν αυτή που διηύθυνε την ιδιωτική ζωή, η οποία και αποτελούσε προαπαιτούμενο για την δημόσια. Είχε την αρμοδιότητα διοικητού του οίκου και από τα χέρια της εξηρτάτο η επιβίωση της οικογένειας.
Έχω την βαθειά επιθυμία να απευθύνω σε μία φεμινίστρια το εξής ερώτημα: Το να κρατάς στην πλάτη σου την ευημερία του σπιτικού σου είναι ρόλος άξιος υποτίμησης ή επαίνου; Το πιθανότερο είναι να ξοδεύαμε άσκοπα φαιά ουσία ώστε να κάνουμε κάποιο άτομο, που το όριο της οράσεώς του δεν ξεπερνά το άκρο της μύτης του, να αντιληφθεί το νόημα των υψηλών φυσικών ιδανικών, καθώς έχει έρθει σε βαθειά ρήξη με την ίδια την φύση.

Γράφει ο Απολλώνιος.
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

