
Στο επίκεντρο της αφηγήσεως βρίσκεται ο γνωστός πλαστογράφος έργων τέχνης Elmyr de Hory, ο οποίος είχε καταφέρει να εξαπατήσει πληθώρα εμπόρων και κριτικών τέχνης επί σειρά ετών. Εκτός από τον ίδιο τον de Hory, εμφανίζεται να σχολιάζει την ζωή και τις απάτες του και ο Clifford Irving, βιογράφος του de Hory, ο οποίος όμως εν συνεχεία απεδείχθη και ο ίδιος πλαστογράφος, καθώς είχε συγγράψει διάφορες ψευδείς «βιογραφίες». Αλλά το δυσδιάκριτο των ορίων μεταξύ αυθεντικότητος και πλαστογραφίας δεν εξαντλείται εκεί. Στο τέλος της ταινίας αποκαλύπτεται ότι και οι δημιουργοί του «ντοκυμαντέρ» σχετικώς με τον de Hory, ήτοι ο ίδιος ο Welles, είναι πλαστογράφοι, καθώς μεγάλο τμήμα (ή μήπως το σύνολο;) της ταινίας αποτελεί μια απάτη.
Συμπερασματικώς, ουδείς μπορεί να είναι πάντα βέβαιος εάν αυτό που βλέπει, ακούει, διαβάζει, και γενικώς αντιλαμβάνεται είναι αληθινό ή ψεύτικο, αυθεντικό ή πλαστό, μιας και όσοι αναφέρονται επιμόνως στην αυθεντικότητα δύναται κάλλιστα να είναι και ίδιοι κίβδηλοι. Η αντίθεση αυθεντικότητος και πλαστογραφίας δεν αφορά μόνο την τέχνη αλλά εμφανίζεται σε όλες τις εκφάνσεις της πραγματικότητος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η πλαστογραφία είναι εμφανής, ακόμη και σε αδαείς. Τότε ο πλαστογράφος δείχνει αυτό που είναι: μια γελοία καρικατούρα, ένα τραγελαφικό, συχνά εμετικό, αντίγραφο. Οι πλαστές «γυναίκες» που το Σύστημα αποκαλεί διεμφυλικά άτομα (τρανς), όχι μόνο δεν μπορούν να πείσουν κανέναν υγιώς σκεπτόμενο άνθρωπο περί της γνησιότητός τους, αλλά ξεπερνούν κάθε όριο γελοιότητος και αηδίας. Οι πλαστοί «ευφυείς» και «ευγενείς» νέγροι, όπως παρουσιάζονται από το Χόλυγουντ και τα ΜΜΕ, ίσως οριακώς πείθουν τους, και κυρίως τις, αφελείς που δεν έχουν γνωρίσει από πρώτο χέρι τί εστί νέγρος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να πείσουν όσους έχουν την ατυχία να συμβιώνουν με νέγρους, στις ΗΠΑ ή αλλού. Κάτι αντίστοιχο ισχύει με τους πλασματικώς εμφανιζόμενους ως «ευπαθείς Ρομά».

Οι «αξίες» που μανιωδώς διατυμπανίζει η σύγχρονη εποχή, όπως η περιβόητη ισότητα και η γελοιωδέστατη δημοκρατία, έχουν γίνει κτήμα της συνειδήσεως των μαζών σε τέτοιον βαθμό, που πλέον όχι μόνο θεωρούνται δεδομένες, αλλά οποιοσδήποτε τις αμφισβητεί αντιμετωπίζεται και διώκεται ως εγκληματίας. Ένας κριτικός νους όμως αναγνωρίζει ότι αποτελούν πλασματικά ιδεώδη και έννοιες που δι᾿ υποβολής, επιβολής και πλύσεως εγκεφάλου ως έχουν αναχθεί σε κεντρικές και καθοριστικές αξίες.
Υπάρχουν όμως και κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις, όπως τα έργα του de Hory, όπου η πλαστογραφία ομοιάζει τόσο πολύ με το πρωτότυπο, που ακόμη κι ένα έμπειρο μάτι αποτυγχάνει να διακρίνει το αληθινό από το ψεύτικο.
Τί πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τους κίβδηλους ανθρώπους;
Κάποιοι εξ αυτών καταφέρνουν να αποκρύψουν με τόσες στρώσεις επί στρώσεων ψεμμάτων τον κενό τους πυρήνα που, ξεγελώντας ακόμη και τον εαυτό τους, τείνουν εν τέλει και οι ίδιοι να πιστέψουν πως δεν αποτελούν κακέκτυπα αλλά γνήσια πρωτότυπα!
Ευτυχώς όμως η αλήθεια δεν είναι, όπως η ισότητα και η δημοκρατία, πλαστή κι ούτε πλαστογραφήσιμη αξία, αφού είναι ομόρριζη με την αυθεντικότητα και γνησιότητα – αλλά πραγματική αιώνια αξία, που εκπορεύεται εκ της ιδίας της Φύσεως και του Κόσμου. Γι᾿ αυτό και τελικώς, έστω και μετά από μεγάλο διάστημα, η αλήθεια πάντοτε αποκαλύπτεται.