
Πολιτική κατευνασμού κατά τον μεσοπόλεμο ονομάστηκε η πολιτική της Βρετανίας και της Γαλλίας εναντίον της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Σύμφωνα με την κοινή ερμηνεία των τότε γεγονότων, οι προαναφερθείσες χώρες κόπτονταν για την διασφάλιση της ειρήνης, οπότε «δοκίμασαν να χορτάσουν την ακόρεστη μανία του Χίτλερ για κατάκτηση, προσφέροντάς του, την επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας, την ένωση με την Αυστρία και την κατάκτηση της Τσεχοσλοβακίας». Η ανιστόρητη αυτή ανάγνωση σκοπό έχει να καθαγιάσει τους Αγγλογάλλους ως «προστάτες» της παγκόσμιας ειρήνης ενώ τον Χίτλερ και την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία τάχα ως το «απόλυτο κακό».
Οι ιστορικοί ξέχασαν όμως να αναφέρουν τις οικονομικές κυρώσεις που επέβαλλαν στην Γερμανία οι πρωτεργάτες της ειρήνης, ξεχνούν να αναφέρουν ότι, αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας στην Γερμανία από τους εθνικοσοσιαλιστές, οι στρατιωτικές δαπάνες της «φιλειρηνικής» Αγγλίας και Γαλλίας ξεκίνησαν αμέσως να αυξάνονται, πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Η πραγματικότητα είναι ότι οι υπερεθνικοί πάτρωνες, τόσο η Βρετανία όσο και η Γαλλία, επιθυμούσαν τον πόλεμο εναντίον του εθνικοσοσιαλισμού. Η στάση αυτή των διεθνών πατρόνων κατέστη σαφής από την πρώτη κιόλας ημέρα εθνικοσοσιαλιστικής διακυβερνήσεως, μέσω της Daily Express. Η περιώνυμη πολιτική κατευνασμού δεν αποσκοπούσε στην αποφυγή του πολέμου αλλά ακριβώς στην διεξαγωγή του! Διότι θα έδινε τον απαιτούμενο χρόνο στις βιομηχανίες των δύο χωρών να επαναεξοπλίσουν τους παροπλισμένους στρατούς του 1918.
Στην περίπτωση της Ελλάδος δεν συμβαίνει καθόλου αυτό. Οι Έλληνες πολιτικοί τα τελευταία 46 χρόνια βρίσκονται σε κατάσταση ακράτου ευφορίας. Μοναδική τους επιθυμία είναι η επανεκλογή και συνέχιση της μίας ευχάριστης και άνετης ζωής. Δεν τους ενδιαφέρει αν θα παραδώσουν στους Τούρκους την Κύπρο (όπως έκανε ως ο πρώτος διδάξας της μεταπολιτευτικής προδοσίας Καραμαν-αλής ), το Καστελόριζο, την ΑΟΖ ή και τα νησιά του Αιγαίου, στον βαθμό που αυτό δεν θα διακόψει την καλοπέραση τους. Στην επιθετικότητα της Τουρκίας δεν αντιτείνουν κάποια ελληνική αντεπίθεση (αυτό μπορεί να φέρει ταραχές) αλλά μία παθητική υποχωρητικότητα. Ουσιαστικά προσπαθούν να δώσουν στην Τουρκία αυτά που ζητά αλλά σιγά σιγά, ώστε να μην ενοχληθεί αρκετά ο λαός και τερματίσει τον μακάριο βίο τους.

Αναφορικά με την ταύτιση του Ερντογάν με τον Χίτλερ είναι μάλλον ανούσιο να σχολιαστεί κάτι. Αυτό ίσως που θα άξιζε να σχολιαστεί είναι η τάση των σύγχρονων ιδεολογιών να αντικρίζουν όλα τα φαινόμενα μέσω διπολικών σχέσεων «καλού» και «κακού», τοποθετώντας συμπτωματικώς τον Χίτλερ πάντοτε στην πλευρά του «κακού». Οι κομμουνιστές διαχωρίζουν το κόσμο σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους και προφανώς τοποθετούν τον Χίτλερ στους καταπιεστές, θεωρώντας μάλιστα ότι ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί ακραία έκφραση του …καπιταλισμού. Οι φιλελεύθεροι θεωρώντας την κρατική παρέμβαση ως κάτι το διαβολικό κατατάσσουν τον Χίτλερ στο ίδιο στρατόπεδο με τον Στάλιν ως “κράτιστη”.

Το Σύστημα, όπως φάνηκε με τα ανωτέρω παραδείγματα, προσπαθεί με κάθε τρόπο, μέσα από κάθε κατάσταση, να αναδείξει τον εθνικοσοσιαλισμό ως το απόλυτο κακό. Αναρωτιέται κανείς, γιατί να υπάρχει τέτοιος φανατισμός εναντίον μία κινήσεως η οποία, σε επίπεδο λαϊκής απηχήσεως υποτίθεται ότι έπαψε να υφίσταται το 1945;

