Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΡΧΙΑ

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΡΧΙΑ

Ο ύπατος Μάρκος Σενσορίνος δεν ήταν ούτε ειρηνιστής ούτε ανθρωπιστής, αλλά ήξερε πώς να χειρίζεται την ψυχολογία των αντιπάλων του.
Όταν αυτός ο οξυδερκής πολεμιστής παρουσιάστηκε μπροστά στις πύλες της Καρχηδόνας, η μεγάλη πόλη θεωρείτο ως η πλουσιότερη πρωτεύουσα του αρχαίου κόσμου, όπου άνθιζαν οι τέχνες, το εμπόριο, αλλά επίσης και οι ειρηνιστές. Αφού εξύμνησε στους τελευταίους τα οφέλη της ειρήνης, και αναθεμάτισε την φρίκη του πολέμου, κατέληξε λέγοντάς τους: «Παραδώστε μου τα όπλα σας, και η Ρώμη θ΄ αναλάβει την υπεράσπισή σας». Οι ειρηνιστές (που είναι πάντοτε άνθρωποι μετρίας ευφυΐας), βιάστηκαν να υπακούσουν. «Παραδώστε μου τώρα τα πολεμικά σας πλοία, διότι είναι οχληρά, η συντήρησή τους στοιχίζει ακριβά και είναι τελείως άχρηστα, επειδή η Ρώμη θα σας υπερασπισθεί ενάντια στους εχθρούς σας».
Οι ειρηνιστές υπάκουσαν και πάλι. «Η υποταγή σας είναι αξιέπαινη», τους είπε τότε ο ύπατος. «Δεν απομένει πια παρά να σας ζητήσω μία ακόμη θυσία. Προκειμένου ν΄ αποφευχθεί μία πιθανή εξέγερση, η Ρώμη με διατάσσει να ισοπεδώσω την Καρχηδόνα. Σας δίνει όμως την άδεια να εγκατασταθείτε στην άκρη της ερήμου, σε όποιο σημείο επιλέξετε, υπό τον όρο να βρίσκεται σε απόσταση 80 σταδίων από την θάλασσα».
Τότε μόνον οι Καρχηδόνιοι αντιλήφθηκαν τους κινδύνους του ειρηνισμού, και μπροστά στην βέβαιη προοπτική να πεθάνουν από την πείνα στην άμμο, επιχείρησαν να αμυνθούν. Ήταν όμως πάρα πολύ αργά. Η Καρχηδόνα κατακτήθηκε, πυρπολήθηκε με όλους τους κατοίκους της και εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της ιστορίας.
Η περιπέτεια αυτή, αν και κάπως αρχαία, περιέχει ωστόσο αρκετά σύγχρονα διδάγματα. Φαντάζομαι ότι, μετά την πρώτη απεργία, με μορφή εξεγέρσεως, των ταχυδρομικών, θα πρέπει να στοίχειωνε τα όνειρα ενός πολιτικού μας, Προέδρου του Συμβουλίου τότε. Στηρίζω αυτήν την υπόθεση στην ανάγνωση του λόγου που εκφώνησε μπροστά στο μνημείο του Γαμβέττα. Διαβάζουμε εκεί τις ακόλουθες αλήθειες: «Δεν υπάρχει δίκιο παρά μόνον για τους ισχυρούς… Το μέλλον ανήκει σε όποιον δεν φοβάται τίποτε… Οποιαδήποτε κοινωνία που εννοεί να ανέχεται την εξέγερση των υπαλλήλων, θα κατέρρεε κάτω από την γενική περιφρόνηση. Συνεπώς, η σύντονη καταστολή αποτελεί στην περίπτωση αυτήν μία αναγκαιότητα για την κοινή σωτηρία».
Η γλώσσα αυτή δημιουργεί μια ευχάριστη αντίθεση με όσα είπε ένα άλλο μέλος της κυβερνήσεως, ο οποίος, ως κατάλληλη απάντηση στην εξέγερση των υπαλλήλων, στις απειλές, στις απεργίες και στα σαμποτάζ των εργατών, δεν βρήκε παρά μόνον αυτά τα αόριστα λόγια να πεί: «Ας λάβουμε υπ’ όψιν μας τα νέα γεγονότα, ας συμπορευόμαστε με την εποχή μας, ας εμπιστευόμαστε την εξεγερμένη εργατική τάξη».
Αυτή η στείρα γλώσσα αποτελεί μία από τις εκδηλώσεις της νέας ανθρωπιστικής φιλοσοφίας, που χαρακτηρίζεται ως αλληλεγγύη, και την οποία θα ήταν ακριβέστερο να αποκαλέσουμε, «φιλοσοφία της υποκριτικής ανανδρίας». Ο νέος ανθρωπισμός αποτελεί την κοινωνική μας πληγή.
Από την άλλη μεριά, γνωρίζουμε την απάντηση των εξεγερμένων εργατών και υπαλλήλων απέναντι σ΄ αυτά τα φιλανθρωπικά βελάσματα. Όσο περισσότερο φόβο νιώθουν ότι προκαλούν, τόσο περισσότερο περιφρονούν και απειλούν. Στην παραμικρή αντίσταση, απεργίες, σαμποτάζ και εμπρησμοί.
Δυστυχώς η επικρατούσα στάση των κυβερνώντων είναι ο φόβος, εκείνος ο φρικτός φόβος που οδήγησε στην απώλεια τόσων μαχών και κυοφόρησε τόσες επαναστάσεις.
Ο Μακιαβέλι το είχε επισημάνει ήδη πριν από πολύ καιρό, πως τα πλήθη δεν τρέφουν καμία ευγνωμοσύνη για ότι κατακτούν με την βία ( Ισλάμ και Ευρώπη σήμερα).
Φυσικά, οι απαιτήσεις τους δεν έπαψαν να μεγαλώνουν, και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει, μπροστά στον κίνδυνο να οδηγηθεί σε παραίτηση, ότι ήταν αδύνατον να υποτάσσεται διαρκώς. Επιπλέον, οι εξεγερμένοι ταχυδρομικοί εκδήλωσαν τις θελήσεις τους με ακραία θρασύτητα, και επαναλαμβάνοντας την απειλή μιας καινούργιας απεργίας. Οι υπόλοιποι υπάλληλοι, βλέποντας την επιτυχία αυτής της μεθόδου εκφοβισμού, άρχισαν αμέσως να προβαίνουν σε διεκδικήσεις. Για να τις ικανοποιήσει, η κυβέρνηση θ΄ αναγκαζόταν να διπλασιάσει τον προϋπολογισμό, και κατά συνέπεια, τους φόρους.
Εάν συνεχίζαμε να υπομένουμε τις ιδιοτροπίες των εξεγερμένων, οι τελευταίοι θα είχαν δημιουργήσει ένα Κράτος εν Κράτει, το οποίο σύντομα θα μεταβαλλόταν σε ένα Κράτος κατά του Κράτους. Ήταν μία κυριολεκτική γελοιότητα η αξίωση μερικών χιλιάδων υπαλλήλων να σταματήσουν την ζωή μιας μεγάλης χώρας. Θα παραμέναμε κατάπληκτοι από τις παραφροσύνες που μπορούν να φυτρώσουν σε άρρωστους εγκεφάλους, εάν το συγκεκριμένο κίνημα δεν αποκάλυπτε μία απ΄ αυτές τις περιπτώσεις διανοητικής επιδημίας, που είναι μεταδοτική και εξαιρετικά συχνή σε ταραγμένες εποχές, και επομένως δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν έκπληξη σε άτομα που είναι εξοικειωμένα με την ψυχολογία των όχλων.
Πρέπει να μάθουμε να αμυνόμαστε, και μάλιστα χωρίς να φοβόμαστε καθόλου. Ο φόβος, αυτός ο τρομερός σύμβουλος, ήταν ανέκαθεν πρόξενος αιματηρών αναστατώσεων.
Είναι δυνατόν να ανεχθούμε, έστω και για μία στιγμή, υπάλληλοι που συντηρούνται από το Κράτος να κυρήσσουν τον αντιπατριωτισμό και τον αντιμιλιταρισμό, δηλαδή την καταστροφή της κοινωνίας από την οποία ζουν;
Δεν υπάρχει πεδίο συζητήσεως μ΄ αυτούς τους παραπλανημένους, που έχουν φανατισθεί από μερικούς καθοδηγητές. Οι άνθρωποι αυτοί, που παραπονιούνται τόσο κραυγαλέα, στην πραγματικότητα ανήκουν σε μία από τις πιο προνομιούχες μερίδες της αστικής τάξεως. Χαρακτηριστικό δείγμα το διασκεδαστικό παράδοξο του ηγέτη του κινήματος των ταχυδρομικών, ο οποίος απολαμβάνει έναν μισθό περίπου 6000 φράγκων και η σύνταξή του θα είναι μεγαλύτερη από 3000 φράγκα, να αυτοχαρακτηρίζεται ως προλετάριος, την στιγμή που ο μισθός ενός απλού εργάτη, φτάνει τα 1200 φράγκα!
Από τι αποτελείται, στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση μιας τέτοιας χώρας; Όχι μόνον από την Βουλή που ψηφίζει νόμους, και την δωδεκάδα των υπουργών που επιβάλλει την εκτέλεσή τους. Αποτελείται κυρίως από το ένα εκατομμύριο των υπαλλήλων, οι οποίοι τους εκτελούν, και μεταξύ των οποίων έχει διαμοιρασθεί η εξουσία. Εάν εξεγερθούν οι υπάλληλοι αυτοί, το Κράτος καταλύεται. Τους υπουργούς μπορούμε να τους στερηθούμε, αλλά πως είναι δυνατόν να χάσουμε τους υπαλλήλους μας σε μία τόσο κρατικιστική οργανωτική δομή όπως η δική μας;
Ο Επίκτητος είχε πεί: «Αυτό που ταράζει τους ανθρώπους δεν είναι τα ίδια τα πράγματα, αλλά οι γνώμες που έχουν γι΄ αυτά». Ιδού ακριβώς ο κίνδυνος της παρούσας στιγμής. Δεν βρίσκεται στα γεγονότα καθ΄ εαυτά, αλλά στις ψευδαισθήσεις που προκαλούνται από αυτά, και στις ιδέες που κυοφορούν. Οι χίμαιρες αποκλειστικά και μόνον ξεσηκώνουν τους λαούς.
Σε καμία άλλη εποχή, η μοίρα των λαϊκών τάξεων δεν είχε ευνοηθεί τόσο όσο σήμερα, και όμως, σε καμιά άλλη εποχή τα παράπονα και τα αιτήματα δεν είναι εντονότερα. Οι αντιθέσεις των συμφερόντων θα ήταν εύκολο να συμφιλιωθούν, ασυμφιλίωτα όμως παραμένουν τα μίση και ο φθόνος που ενσπείρουν οι πολιτικοί που κολακεύουν τόσο χυδαία τους όχλους. Αυτά είναι πράγματα που σήμερα τα βλέπουμε στην εκκόλαψή τους.
Η διανοητική μεταδοτική μόλυνση επέφερε την γενικευμένη εξάπλωση της δυσαρεσκείας. Πριν από λίγο καιρό ο σοσιαλισμός, και σήμερα ο συνδικαλισμός και ο αναρχισμός, έχουν μεταβληθεί σε πανάκειες για την αντιμετώπιση όλων των δεινών. Τα πλήθη, διαποτισμένα από τις νέες θεωρίες, αποτελούνται από ένα ετερογενές μίγμα διαπρυσίων αρριβιστών, αδιαλλάκτων φανατικών, δυσαρεστημένων πανεπιστημιακών, δακρύβρεχτων ανθρωπιστών και από μία πελώρια μάζα πειθηνίων ηλιθίων, που ακολουθούν όλα τα κινήματα επειδή το χαμηλό διανοητικό τους επίπεδο τους καταδικάζει ν΄ ακολουθούν πάντοτε κάτι.
Οι σημερινές πίστεις, όπως ο κολεκτιβισμός, ο αναρχισμός, ο συνδικαλισμός, κ.λ.π., στηρίζονται αποκλειστικά στα οράματα που τρέφουν για το μέλλον οι ζηλωτές τους.
Το αυξανόμενο θράσος των αντιεξουσιαστικών αυτών ρευμάτων, σκοπός των οποίων είναι να προκαλέσουν την λαϊκή μανία, οφείλεται κυρίως στην μεγάλη ανανδρία των κυβερνώντων, ο λιπόψυχος ανθρωπισμός των οποίων είναι πέρα για πέρα ολέθριος. Δεν μπορούμε να τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση όσον αφορά τα αποτελέσματα αυτής της αδυναμίας.
Οι κοινοβουλευτικοί σοσιαλιστές, οι οποίοι φαντάζονται ότι θα κατευθύνουν την λαϊκή οργή προς όφελός τους, απατώνται οικτρά και πλανώνται ακόμη περισσότερο, όταν πιστεύουν ότι θα εξευμενίσουν τους αναρχικούς, προβαίνοντας σε παραχωρήσεις απέναντι στις οποίες οι τελευταίοι είναι παντελώς αδιάφοροι. Οι εργατικές μάζες στρέφονται άραγε προς τους αυτουργούς αυτών των ματαίων μεταρρυθμίσεων ή προς τα συνδικάτα, τα οποία προτείνουν ως μόνες μεταρρυθμίσεις την βίαιη καταστροφή της κοινωνίας μέσα από έναν εμφύλιο πόλεμο; Διότι οι μάζες, έχοντας να επιλέξουν μεταξύ δειλών κυβερνώντων, που υποκύπτουν τόσο εύκολα στις όποιες απειλές, και μιας αυταρχικής εξουσίας των συνδικάτων, δεν υπάρχει αμφιβολία πως δεν θα διστάσουν να κατευθυνθούν, δίχως δισταγμό όπως πάντα, προς την πλευρά όπου νιώθουν ότι βρίσκεται η πραγματική εξουσία, καθώς και οι πιο ακλόνητες πεποιθήσεις. Είναι αδύνατον να παραγνωρίσουμε ότι ο συνδικαλισμός αυτός διαθέτει μία ισχυρή εξουσία. Πράγματι, καθοδηγεί τις εργατικές μάζες που έχουν σκύψει κάτω από τον ζυγό του, με μεθόδους μπροστά στις οποίες θα δίσταζαν ακόμη και οι τραχύτεροι δεσπότες.
Όποιος αντιστέκεται, ξυλοκοπείται αμέσως από συντρόφους που είναι εξαιρετικά ευτυχείς να δείξουν τον ζήλο τους μπροστά στα μάτια του κυρίου τους.
Το μόνο σίγουρο είναι πως όσοι πιστεύουν ότι όλων των ειδών οι συλλογικότητες διαθέτουν και την ικανότητα να παράγουν συλλογισμό, σφάλλουν υποτιμώντας την κριτική τους σκέψη.
Ο κίνδυνος των ρευμάτων αυτών δεν συνίσταται αποκλειστικά στις βιαιότητες που προκαλούν, διότι αυτές δεν έχουν μεγάλη διάρκεια, αλλά στην πνευματική αναρχία που εξαπλώνουν μεταδοτικά σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Μ΄ αυτόν τον τρόπο προκλήθηκαν η απεργία των ταχυδρομικών, η απεργία των δικαστικών κλητήρων, η απεργία των υπαλληλικών σωματείων, κ.λ.π.. Η κυβέρνηση, υποχωρώντας διαρκώς μπροστά σε αυτές τις απόπειρες εκφοβισμού, ενίσχυσε μέσα στην ψυχή των εξεγερμένων την πεποίθηση ότι αρκεί να απειλούν για να κερδίζουν. Συρόμενοι από αντιφατικά συμφέροντα, βλέποντας πίσω από κάθε εξεγερμένο έναν αυριανό ψηφοφόρο, οι νομοθέτες χάνουν κάθε έννοια της διαπλοκής των οικονομικών αναγκαιοτήτων, και ψηφίζουν αντιφατικούς νόμους στην τύχη, χωρίς να προβλέπουν τις επιπτώσεις τους, αμέσως μόλις οι απειλές γίνουν υπερβολικά κραυγαλέες.
Επειδή άλλωστε δηλώνουν και ανθρωπιστές, αλλά συγχρόνως και δειλοί, ισχυρίζονται ότι στο κάτω-κάτω όλοι αυτοί που διεκδικούν έχουν κάποιο δίκιο, ότι είναι αναμφίβολα λυπηρό το να βλέπουμε διαλυμένα εργοστάσια, λεηλατημένες επιχειρήσεις, και κατεστραμμένες βιομηχανίες και πως θα πρέπει να δείξουμε επιείκεια απέναντι σε αυτούς τους παραστρατημένους. Δεν είναι άλλωστε βέβαιο, ότι με την ψήφιση ορθών νόμων, αυτοί οι απολωλότες θα επιστρέψουν στον ίσιο δρόμο και θα γίνουν εξαιρετικά συνετοί; Έτσι, σπεύδουν να αμνηστεύσουν όσους, αφού προέβησαν σε εμπρησμούς ή άλλα επεισόδια, περνούν λίγες ημέρες στην φυλακή. Εάν υποτροπιάσουν, αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι οι νόμοι δεν ήταν αρκετά καλοί, και έτσι σπεύδουν ταχύτατα να συντάξουν άλλους. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο εδραιώνεται τόσο στο Κοινοβούλιο, όσο και σ΄ όλην την αστική τάξη μία πνευματική κατάσταση, ενός συνεχόμενου συμβιβασμού, άκρως επικίνδυνη, επειδή ακριβώς η ίδια η αστική τάξη, είναι που επέτρεψε αυτήν την ατμόσφαιρα αναρχίας στην οποία συνεχώς βυθιζόμαστε.
Ένα από τα εμφανέστερα χαρακτηριστικά της σημερινής νοοτροπίας των λαών της Ευρώπης (τότε όπως και τώρα), είναι η αποδυνάμωση της θελήσεως, ακόμη και στις υψηλές διάνοιες. Όμως ανέκαθεν συνέβαινε να εξαφανίζονται μεγάλοι λαοί από την ιστορία, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αδυναμίας του χαρακτήρος τους και όχι λόγω διανοητικής τους ανεπαρκείας. Αρκεί να ρίξουμε γύρω μας την ματιά μας, για να διαπιστώσουμε ότι η σημερινή αποδιοργάνωση αφορά όλες τις ηθικές δυνάμεις, που αποτελούν τα αληθινά στηρίγματα ενός λαού. Κρίση της οικογενείας, η οποία αποδιαρθρώνεται και δεν αναπαράγεται, παρά με πολύ αργό τρόπο, κρίση των αναγκών που αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τα μέσα για την ικανοποίησή τους, κρίση της αυθεντίας που πλέον κανείς δεν σέβεται, αφού η ιδέα της ισότητος αποδιώκει κάθε μορφής υπεροχή, κρίση της ηθικής που καταλύεται, ενώ η εγκληματικότητα προσλαμβάνει τεράστιες διαστάσεις, κρίση της θελήσεως που καθημερινά εξασθενεί, κρίση των υπαλλήλων που εξεγείρονται, των δικαστών που δεν τολμούν πια να αποδώσουν δικαιοσύνη, των δασκάλων που κηρύσσουν την αναρχία, κ.λ.π.. Τα συνδικάτα που πολλαπλασιάζονται δεν συνασπίζουν παρά μόνον την δυσαρέσκεια και το μίσος, το μίσος για την πατρίδα, τον στρατό, την διαχείριση του κράτους, τις ικανότητες. Θα πρέπει, πράγματι, η διανοητική θωράκιση που σχηματίσθηκε από την κληρονομικότητα να είναι αρκετά ανθεκτική για να μπορεί ακόμη να διατηρείται μία κοινωνία που αποσαθρώνεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο.
Από το πρώτο έως το τελευταίο σκαλί της κοινωνικής κλίμακος, η πειθαρχία εξαλείφεται και η εξουσία εξαφανίζεται. Μπροστά σε αυτήν την γενική κατάρρευση, οι κυβερνώντες δεν έχουν δυστυχώς να αντιτάξουν παρά μία αθόρυβη παραίτηση. Αυτοί που άλλοτε διέτασσαν, σήμερα δεν κάνουν άλλο, παρά να υπακούουν.
Η κοινωνική αναρχία δεν εκδηλώνεται μόνον στα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, αλλά αποτελεί, όπως όλες οι πνευματικές επιδημίες, ουσιαστικά μία μεταδοτική νόσο. Αυτή η διανοητική μεταδοτικότητα οδηγεί σήμερα τους ίδιους τους συντηρητικούς να συμμαχούν με τους χειρότερους αναρχικούς. Είδαμε πρόσφατα τον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού να συναδελφώνεται με έναν από τους ηγέτες του μεγαλυτέρου συνδικάτου της χώρας. Σ΄ ένα πρόσφατο συνέδριο καθολικών, ένας ιερέας υποστήριξε ενεργητικά το δικαίωμα της απεργίας, δηλαδή το δικαίωμα εξεγέρσεως των υπαλλήλων.
Η ανάγκη προσεταιρισμού των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων δεν αναπτύσσεται λοιπόν μόνον στους προοδευτικούς σοσιαλιστές, αλλά και σε συντηρητικούς, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι τα πιο σταθερά στηρίγματα της κοινωνίας.
Η ανάπτυξη της αναρχίας στην χώρα μας, αποκαλύπτεται κυρίως από τις προόδους του αντιπατριωτισμού. Οι υπουργοί, στους γεμάτους εγκώμια λόγους που απευθύνουν προς τους δασκάλους και τα μέλη του πανεπιστημιακού σώματος, υποκρίνονται ότι πιστεύουν πως η ανάπτυξη του αντιπατριωτισμού και του αντιμιλιταρισμού είναι περιθωριακό φαινόμενο. Ποιόν ελπίζουν να παραπλανήσουν; Η απόκρυψη ενός δεινού δεν σημαίνει και την θεραπεία του!
Στην σημερινή ιστορική στιγμή, στην Ευρώπη όπου ζούμε, ο αντιπατριωτισμός δεν μπορεί παρά να αποτελεί την τρομακτικότερη φενάκη. Θα δικαιολογείτο μόνον σ΄ εκείνη την χιμαιρική χώρα, για έναν λαό χωρίς παρελθόν και χωρίς αντιπάλους, που κατοικεί στο μέσο ενός αγνώστου ωκεανού, σε κάποιο νησί αρκετά εύφορο για να τον θρέψει και αρκετά φτωχό, ταυτόχρονα, για να μη βάζει σε πειρασμό τις βλέψεις κανενός.
Η ιστορία μας δείχνει ξεκάθαρα, με εύγλωττα παραδείγματα, την τύχη των λαών που βυθίστηκαν στην αναρχία.
Οι Ευρωπαϊκοί λαοί θα πράξουν σοφά εάν συλλογιστούν, τον ρόλο της υπάρξεώς τους, το χρέος τους προς την ιστορία, αφού προηγουμένως σκεφτούν ότι αφήνουν καθημερινά να αποσαθρώνονται εκείνες οι αρετές του χαρακτήρος τους, που εξασφαλίζουν το μεγαλείο των λαών, αρετές δίχως τις οποίες καμία πολιτισμένη κοινωνία δεν μπορεί να διατηρηθεί.

Από το έργο του Gustave Le Bon
Πολιτική ψυχολογία-1910

Σε ότι αφορά την Ευρώπη του σήμερα, όπως και με την Καρχηδόνα του τότε, ας έχουν στο νου τους όσοι έχουν συνδράμει, προς την πορεία αυτήν, πως όταν πιάνει φωτιά ένα δάσος ο κίνδυνος είναι ο ίδιος για όλα τα ζωντανά.