Ενώ η κοινή γνώμη στην Ελλάδα κοντεύει να ξεχάσει ότι μαίνεται ένας φρικώδης πόλεμος στην Ουκρανία (ο οποίος δεν θέλει πολύ για να εξελιχθεί σε παγκόσμιο), έχει επίσης ξεχάσει τον (σχεδόν μονοθεματικά κυρίαρχο επί μήνες στα δελτία ειδήσεων) κορωνοϊό, έχει ξεχάσει την εξωφρενική ακρίβεια, έχει ξεχάσει ακόμα και την …Πισπιρίγκου, αίφνης αρχίζει όψιμα να αγωνιά ενώπιον της εικόνας μίας Τουρκίας που κλιμακώνει επικίνδυνα τις προκλήσεις της εναντίον της χώρας μας, αμφισβητώντας ανοιχτά την κυριότητα της Ελλάδος επί των νήσων του ανατολικού Αιγαίου, απαιτώντας πλήρη αποστρατιωτικοποίησή τους (εν όσῳ η ίδια διατηρεί τεράστιο αποβατικό στόλο στα μικρασιατικά παράλια έτοιμο να τα καταλάβει) και απειλώντας απροκάλυπτα με πολεμική επίθεση!
Αυτή η αδυσώπητη πραγματικότητα δεν είναι όμως καθόλου καινούρια! Ίσχυε με τον ίδιο τρόπο και τότε που ένας άλλος πρωθυπουργός (ο Κώστας Καραμανλής) χαριεντιζόταν με τους Τούρκους και έκανε κουμπαριές και γλέντια με τον Ερντογάν, όπως και τότε που ένας άλλος πρωθυπουργός (ο Γ. Α. Παπανδρέου) επίσης χαριεντιζότανε με τους Τούρκους και χόρευε ζεϊμπεκιές εν ονόματι της «ελληνοτουρκικής φιλίας», όπως και τότε που ένας άλλος πρωθυπουργός (ο Κων. Μητσοτάκης, πατέρας του νυν πρωθυπουργού) λάμβανε όλος χαρά και υπερηφάνεια το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας «Ιπεκτσί», όπως και, πιο πρόσφατα, ήταν ένας άλλος πρωθυπουργός (ο Α. Τσίπρας) που δήλωνε ότι δεν χρειαζόμαστε στρατό και εξοπλισμούς, ότι δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα, κ.λπ..
Η τουρκική απειλή εναντίον του Ελληνισμού είναι προαιώνια, διαχρονική και υπαρξιακή. Πρωτοεμφανίστηκε πίσω στο μακρινό 1071, οπότε τα αποδυναμωμένα (καθώς είχαν τότε εξελιχθεί σε πολυεθνικά και εν πολλοίς μισθοφορικά) στρατεύματα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας) υπό τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ’ Διογένη συνετρίβησαν, όλως απροσδοκήτως, στο Ματζικέρτ (κοντά στην λίμνη Βαν της ανατολικής Μ. Ασίας) από το νεοεμφανιζόμενο εκεί τότε τουρκικό φύλο των Σελτζούκων εισβολέων. Έκτοτε και μέχρι σήμερα ο τουρανικός αυτός νομαδικός λαός (ορμώμενος από την οροσειρά Αλτάι της Κεντρικής Ασίας) δεν έχει πάψει να επιφέρει αμέτρητες και κάθε είδους επαναλαμβανόμενες καταστροφές και ανείπωτες συμφορές (σφαγές, δηώσεις, εξανδραποδισμούς) εις βάρος του λαού μας. Βεβαίως οι σύγχρονοι Τούρκοι απέχουν πολύ (από φυλετικής απόψεως) των τουρανίων προγόνων τους (Σελτζούκων και Οθωμανών), οι οποίοι μάλλον ομοίαζαν με τους σημερινούς Τουρκμένους, καθώς μέσω εκτεταμένων εξισλαμισμών (αναγκαστικών και μη) απερρόφησαν στο διάβα των αιώνων που μεσολάβησαν άφθονο αίμα βαλκανικών (Ελλήνων, Σέρβων, Αλβανών) και μικρασιατικών (π.χ. Αρμενίων) λαών τους οποίους υπέταξαν.

Το Έθνος των Ελλήνων βίωσε την τουρκική βαρβαρότητα πολλάκις στην μεσαιωνική και την νεώτερη ιστορία του. Αρχής γενομένης από την οθωμανική κατάκτηση που επισφραγίσθηκε με την κοσμοϊστορική Άλωση της Βασιλεύουσας (Κωνσταντινουπόλεως) και την θλιβερή κατάλυση της Ρωμανίας, που οδήγησε τους Έλληνες στην ζοφερή περίοδο των 4 και πλέον αιώνων καταπιεστικής υποτέλειας, Έλληνες και Τούρκοι δεν έπαψαν να συγκρούονται σκληρά. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και μετά την Ελληνική Επανάσταση, στις Κρητικές Επαναστάσεις, στον «ατυχή» πόλεμο του 1897, στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο με αποκορύφωμα στον Μικρασιατικό Πόλεμο-προέκταση Α’ παγκοσμίου πολέμου, οπότε, στο μεταίχμιο ενός ελληνικού θριάμβου που άγγιξε το όραμα της παρ’ ολίγον ανασυστάσεως μίας Ελληνικής Αυτοκρατορίας (Μεγάλη Ιδέα), η Ελλάς υπέστη την χειρότερη καταστροφή της νεώτερης ιστορίας της (την Μικρασιατική Καταστροφή), που είχε ως συνέπεια τον αναγκαστικό ξερριζωμό εκατομμυρίων Ελλήνων από τις πανάρχαιες πατρογονικές εστίες τους σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία (Πόντο – Ιωνία).

Η Τουρκία εμφανίζεται εδώ και πολλά χρόνια ως αναθεωρητική δύναμη (και ανερχόμενη περιφερειακή υπερδύναμη) συστηματικώς και με εμφανές σχέδιο κλιμακώνοντας τις διεκδικήσεις της, φροντίζοντας παράλληλα να ενισχύεται στρατιωτικώς με κάθε μέσο, αποβλέποντας σε δυναμική άρδην αλλαγή του status quo το οποίο είχε διαμορφωθεί στην ανατολική Μεσόγειο με την συνθήκη της Λωζάννης.
Οι λεκτικές κορώνες του υπερφίαλου και μεγαλομανούς προέδρου της Τουρκίας Ερντογάν θα μπορούσαν να θεωρηθούν πυροτεχνήματα για εσωτερική κατανάλωση δεδομένου ότι η εκ μέρους του άφρων οικονομική διαχείριση έχει επιδεινώσει δραματικά το βιοτικό επίπεδο των Τούρκων φθείροντας την άλλοτε μεγάλη δημοφιλία του, με κίνδυνο να μην επανεκλεγεί στις επερχόμενες (το 2023) εκλογές. Δεν είναι όμως απλώς πυροτεχνήματα διότι πρέπει να συνυπολογιστούν τα αδυσώπητα ανθρωπογεωγραφικά και γεωοικονομικά δεδομένα και οι δημογραφικοί συσχετισμοί που καθιστούν αναπόφευκτη την σύγκρουση Ελλάδος-Τουρκίας στο κοντινό μέλλον! Είναι κάτι το οποίο επισημαίνουμε από πολύ παλιά και προειδοποιούμε με κάθε έμφαση. Η νυν κατάσταση των δύο χωρών, Ελλάδος-Τουρκίας, εντός του ιστορικού πλαισίου και των ευρύτερων συσχετισμών των μεγάλων δυνάμεων, καθιστούν αναπόφευκτο ένα από τα εξής δύο ενδεχόμενα: είτε η Τουρκία θα διαλυθεί (με εδαφική απόσπαση τουλάχιστον των κατοικούμενων από Κούρδους τμημάτων της ΝΑ Μ. Ασίας) είτε θα απορροφήσει και θα υποτάξει (ή στην πιο ήπια εκδοχή θα δορυφοροποιήσει) την Ελλάδα καθιστώντας την χώρα εν μέρει ακρωτηριασμένη και εν μέρει εξαρτημένη, μειωμένης κυριαρχίας. Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι άλλο, κάτι ενδιάμεσο. Διότι η Τουρκία ακολουθεί πορεία διαρκούς μεγεθύνσεως, πληθυσμιακής, οικονομικής (παρά τα προβλήματα υπερπληθωρισμού, η βιομηχανική της παραγωγή είναι ανθηρότατη και οι εξαγωγές της τεράστιες) και στρατιωτικής (με εγχώρια παραγωγή, εξαγωγές οπλικών συστημάτων και πρωτοπορία σε στρατιωτικές τεχνολογικές καινοτομίες όπως τα τηλέπτερα-drones που έχουν εν πολλοίς μεταβάλει τον χαρακτήρα των συγχρόνων πολέμων).
Η Τουρκία διψά για ζωτικό χώρο και για ενέργεια. Και επεκτείνει την επιρροή της προς όλες τις κατευθύνσεις, τολμώντας ταυτόχρονους επιθετικούς πολέμους σε πολλά μέτωπα μέσω των οποίων συγκεντρώνει πολύτιμη πολεμική εμπειρία για τον στρατό της (εισβολή στο Ιράκ, εισβολή στην Συρία, συμμετοχή στον λιβυκό εμφύλιο πόλεμο με στρατεύματα, συμβούλους και βάσεις, συμμετοχή στην σύγκρουση Αζέρων-Αρμενίων με καθοριστικό ρόλο στην νίκη των συμμάχων της Αζέρων επί των Αρμενίων του Ναγκόρνο-Καραμπάχ), προβαίνει στην άσκηση επιθετικής διεκδικητικής διπλωματίας σε όλα τα επίπεδα, προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθώντας να πλασαριστεί ως ισότιμος συνομιλητής των μεγάλων διεθνών δυνάμεων και να καταστεί ρυθμιστής των εξελίξεων και κυρίαρχη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο, ως ηγέτιδα δύναμη του τουρανικού κόσμου της Κεντρικής Ασίας αλλά και ευρύτερα του μουσουλμανικού – τουλάχιστον του σουνιτικού ισλάμ.


Η Τουρκία με τον πιο ξεκάθαρο και προκλητικό τρόπο απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο αν δεν αποδεχθεί τις απαιτήσεις της που ισοδυναμούν με αμαχητί παραχώρηση τμημάτων της ελληνικής επικράτειας. Η επιθετικότητά της Τουρκίας έχει οδηγήσει σειρά ελληνικών κυβερνήσεων σε ηττοπαθή και ταπεινωτική πολιτική κατευνασμού και συνεχών υποχωρήσεων, οι οποίες εκλαμβάνονται από τις τουρκικές ηγεσίες (όπως είναι φυσικό) ως ενδείξεις αδυναμίας της Ελλάδος. Αυτό ωθεί την τουρκική πολιτική, διαχρονικά, σε ένταση της επιθετικότητας και στην απόπειρα κατοχύρωσης νομικών τετελεσμένων, διά της επαναλήψεως. Με την απειλή πολέμου (casus belli) έχει αναγκάσει τις ελληνικές κυβερνήσεις να μην τολμούν να επεκτείνουν τα χωρικά ύδατα της Ελλάδος στα 12 ναυτικά μίλια όπως έχουν κάνει όλες οι χώρες της γης, περιοριζόμενες στα 6 ν.μ.. Επίσης, οι Ελληνικές κυβερνήσεις ανέχονται de facto την αμφισβήτηση εθνικής κυριαρχίας, μη καταρρίπτοντας τα τουρκικά εναέρια και θαλάσσια μέσα που καθημερινώς εδώ και δεκαετίες παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στον αέρα και την θάλασσα. Η Ελλάδα έχει περιέλθει, με ευθύνη των ενδοτικών κυβερνήσεων της μεταπολιτεύσεως, σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας!
Την κατάσταση αυτή είχε εγκαίρως με μεγάλη ενάργεια περιγράψει στα συγγράμματά του ήδη από την δεκαετία του 1990 ο σπουδαίος (και πρόωρα χαμένος) Έλληνας διανοητής Παναγιώτης Κονδύλης, μιλώντας για πορεία ενδοτισμού της ελλαδικής πολιτικής σκηνής που οδηγεί σε προδιαγεγραμμένη δορυφοροποίηση της Ελλάδος από την Τουρκία.
Σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε λοιπόν; Και πόσο πιθανό είναι να ξεσπάσει ελληνοτουρκικός πόλεμος; Και πώς θα έπρεπε να δράσει η Ελλάδα, εφ’ όσον επιθυμεί να διατηρήσει την κουτσουρεμένη της κυριαρχία ή, πολύ περισσότερο, να ανακτήσει πλήρη κυριαρχία, αποφεύγοντας την σοβαρότατη απειλή ολικής ιστορικής εξαλείψεως που διατρέχει υπό το βάρος του τουρκικού επεκτατισμού;
Είναι αδύνατον να ανατραπούν σφάλματα και οι προδοτικές αστοχίες πολλών δεκαετιών.
Είναι αδύνατον να αντιστραφεί ξαφνικά η δημογραφική κατάρρευση.
Είναι αδύνατον να προκύψει άμεσα η απαιτούμενη αυτοδύναμη πολεμική ισχύς.
Μόνο με την κατάλληλη αξιοποίηση των διεθνών συγκυριών και ισορροπιών και με έξυπνη τακτική και χρονισμό θα μπορούσαν να υπάρχουν κάποιες (μικρές) πιθανότητες προσωρινής ανασχέσεως της τουρκικής απειλής.

Εφ’ όσον οδηγηθούμε σε σύγκρουση, όσο αργότερα γίνει αυτή, τόσο μικρότερες θα είναι οι ελπίδες να αποφύγει η Ελλάς την ήττα. Που σημαίνει ότι φυσιολογικά η Ελλάς θα έπρεπε να είναι η χώρα που θα επέσπευδε την σύγκρουση, προκειμένου να ανακόψει την τουρκική μεγέθυνση.
Η Τουρκία διατυπώνει (και διατυμπανίζει) τελευταίως μία θεωρία σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα αξιοποιείται αυτή την εποχή από την Δύση (υπονοώντας κυρίως τις ΗΠΑ και δευτερευόντως την Γαλλία) ως πολιορκητικός κριός για την διάλυση της Τουρκίας. Το τουρκικό συλλογικό υποσυνείδητο το στοιχειώνει η ιστορική κληρονομιά της βραχύβιας συνθήκης των Σεβρών με την οποία οι νικήτριες του Α’ παγκοσμίου πολέμου δυνάμεις, διέλυσαν την οθωμανική αυτοκρατορία και έδωσαν στην Ελλάδα την ευκαιρία (προσωρινώς όπως απεδείχθη) να διεκδικήσει τον έλεγχο των (κατοικουμένων από πλειονότητα Ελλήνων, τότε) περιοχών της ανατολικής Θράκης και της Ιωνίας (περιοχής Σμύρνης).
Η θεωρία αυτή μοιάζει αρκετά τραβηγμένη, καθώς είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν ξεγράψει την Τουρκία από σύμμαχο τους καθώς η γεωπολιτική της αξία ως μέλους του ΝΑΤΟ παραμένει τεραστία, δεδομένης μάλιστα της σοβούσας συγκρούσεως στην Ουκρανία και των εντάσεων και πολεμικών αντιπαραθέσεων στην Μέση Ανατολή.
Η εμφάνιση του Μητσοτάκη τελευταίως, ως επιδεικνύοντος υπερήφανη τάχα και ανυποχώρητη στάση έναντι της Τουρκίας, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να έχει προκύψει σκοπίμως (κατόπιν αμερικανικής παροτρύνσεως) προκειμένου η ψοφοδεής και ηττοπαθής κοινή γνώμη στην Ελλάδα να αποδεχθεί ευκολότερα (με ανακούφιση για την αποφυγή ενός προαναγγελλόμενου πολέμου…) ενδοτικές μεθοδεύσεις παραχωρήσεως συγκυριαρχίας και από κοινού οικονομικής εκμεταλλεύσεως του Αιγαίου και του ορυκτού του πλούτου (μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας) καθώς και ευρύτερα του ορυκτού πλούτου της ανατολικής Μεσογείου (διά της εκχωρήσεως κατ’ ουσίαν ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία).
Υπάρχει ένα σενάριο, σύμφωνα με το οποίο, οι δυτικοί μας σύμμαχοί μάς σύρουν σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο προκειμένου να μας παγιδεύσουν σε μία ήττα που θα μας αναγκάσει σε παραχώρηση τμημάτων της επικράτειας ώστε με τα κέρδη αυτά η Τουρκία να επανέλθει ικανοποιημένη στο δυτικό «μαντρί». Ωστόσο, η εγκατάσταση νέων αμερικανικών βάσεων καθιστά αυτό το σενάριο λιγότερο πιθανό, χωρίς ασφαλώς και να αποκλείεται, όπως η πρόσφατη ιστορία έχει πολλάκις αποδείξει ότι μπορεί να συμβεί, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την παγίδευσή της Ελλάδος στην συνωμοσία της κυπριακής τραγωδίας το 1974, ή όπως παλαιότερα είχε συμβεί κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, με την απόσυρση της δυτικής υποστήριξης προς την Ελλάδα και την υποστήριξη που παρέσχον στον Κεμάλ, το 1922 (με αφορμή τις ολέθριες εκλογές στις οποίες είχε προχωρήσει ο Ελ. Βελιζέλος), μεταστροφή που συνετέλεσε αποφασιστικά στην τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής. Η συμβολή των δυτικών «συμμάχων» μας υπήρξε απολύτως καθοριστική και στα δύο εκείνα δραματικά επεισόδια.

Όλη η τραγικότητα της καταστάσεως συνοψίζεται στην εικόνα διαφόρων, οψίμως προβληματισμένων και αγωνιούντων (συστημικών) δημοσιο-κάφρων, που εμφανίζονται έκπληκτοι ενώπιον της εντάσεως της ιταμότητας των τουρκικών προκλήσεων και των ευθέων πολεμικών απειλών της, οι οποίοι, αυτή την ανησυχία την τους εκφράζουν σε τηλεοπτικούς σταθμούς που λίγο πριν ή λίγο μετά τις «αναλύσεις» τους μεταδίδουν τουρκοσειρές!
Είναι επίσης παράδοξη η μακαριότητα και αμεριμνησία της ελληνικής κοινωνίας ενώπιον των τουρκικών πολεμικών τυμπάνων του τελευταίου διαστήματος που, καίτοι ακούει τον κρότο τους, αδιαφορεί γι’ αυτόν, ως κατά βάθους να έχει την βεβαιότητα ότι τίποτε δεν πρόκειται να γίνει. Υπάρχει διάχυτη μεταξύ των νεοελλήνων η πεποίθηση ότι, είτε «δεν πρόκειται να επιτρέψουν οι Αμερικανοί να γίνει κάτι», είτε ότι «θα παρέμβουν οι Αμερικανοί αμέσως για να μην επιτρέψουν την διάλυση της ΝΑ πτέρυγος του ΝΑΤΟ», είτε ότι «τα έχουν βρει στο παρασκήνιο για να μοιράσουν τον ορυκτό πλούτο του Αιγαίου και η αντιπαράθεση αποτελεί απλώς στάχτη στα μάτια της κοινής γνώμης». Ξεχνούνε όμως ότι οι μεγάλες δυνάμεις ήταν που ευνόησαν την Ελλάδα εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας όταν σε δεδομένη στιγμή προέκριναν την διάλυση της τελευταίας και οι μεγάλες δυνάμεις ήταν πάλι που επέτρεψαν να συμβεί η μικρασιατική καταστροφή. Ότι οι ΗΠΑ ήταν που ευνόησαν την ευόδωση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο αλλά οι ΗΠΑ ήταν επίσης πίσω από την μεθόδευση του αντι-ερντογανικού (λεγομένου γκιουλενικού) πραξικοπήματος.
Χρειάζεται μεγίστη εγρήγορση, διότι, όπως και να ‘χει, μία πολεμική αναμέτρηση οιασδήποτε κλίμακος, μπορεί να φέρει τεράστιες ανακατατάξεις ακόμα σε στο επίπεδο των ισορροπιών εντός του Συστήματος εξουσίας.



