


Η εξήγηση σε αυτό το φαινόμενο παραπέμπει πρώτιστα στην ιουδαϊκή ριζοσπαστική/αντιεπιστημονική „Νέα Ανθρωπολογία“ του Franz Boas στις ΗΠΑ και στην επίσης ιουδαϊκή “Σχολή της Φρανκφούρτης”. Ο όρος “Σχολή της Φρανκφούρτης” αναφέρεται σε ένα αναθεωρητικό ρεύμα του μαρξισμού που αναδύθηκε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και συνέχισε την ύπαρξή του μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Π.Π. Αν και πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για την Σχολή της Φρανκφούρτης και φυσικά για τον Μαρξισμό γενικότερα, μια από τις πλέον εμπεριστατωμένες μελέτες τους συνεχίζει να είναι το μνημειώδες έργο του Λέζεκ Κολακόφσκι (Leszek Kolakowski) «Τα βασικά ρεύματα του Μαρξισμού: Η προέλευση, η ανάπτυξη, και η διάλυσή του» (Main Currents of Marxism: Its Origins, Growth and Dissolution), μία τρίτομη λεπτομερής μελέτη του μαρξισμού συνολικώς, που εκδόθηκε στα Πολωνικά το 1976 και στα Αγγλικά το 1978. Ο Κολακόφσκι ήταν πολωνικής καταγωγής φιλόσοφος και συγγραφέας ο οποίος, αν και στα νεανικά του χρόνια είχε ενταχθεί στο εργατικό/κομμουνιστικό κόμμα Πολωνίας, αργότερα αποκήρυξε πλήρως τον Μαρξισμό και αφιερώθηκε στην κριτική εναντίον του. Στα “βασικά ρεύματα του Μαρξισμού” ο Κολακόφσκι παρουσιάζει ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένα τις διάφορες εκφάνσεις του Μαρξισμού και αναδεικνύει με επιστημονικό τρόπο τα αδιέξοδα, τις αντιφάσεις και τον γενικό παραλογισμό της μαρξιστικής σκέψης, χωρίς να παρασύρεται από συναισθηματισμούς και τα γνωστά κλισέ της εποχής του ψυχρού πολέμου. Αν και το 
Το βασικό χαρακτηριστικό ρεύμα της Σχολής της Φρανκφούρτης ήταν η λεγόμενη “κριτική θεωρία” (critical theory), που πρακτικά παρουσιαζόταν μέσω της αμφισβήτησης έως και της πλήρους απόρριψης βασικών δογμάτων του ορθόδοξου Μαρξισμού. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο Κολακόφσκι: “Αν και η σχολή της Φρανκφούρτης αποδεχόταν την θέση του Μαρξ σχετικά με την εκμετάλλευση και την αποξένωση του προλεταριάτου, δεν ταυτιζόταν με το προλεταριάτο, υπό την έννοια ότι δεν θεωρούσε την αντίληψη της ταξικής του υπόστασης και, ακόμα περισσότερο, τις προσταγές του κομμουνιστικού κόμματος ως νόρμες που υφίστανται a priori. H σχολή της Φρανκφούρτης επέδειξε έναν όλο και μεγαλύτερο σκεπτικισμό σχετικά με τον επαναστατικό και απελευθερωτικό ρόλο του προλεταριάτου, ώσπου τελικά και απέρριψε εντελώς αυτό το κομμάτι του μαρξιστικού δόγματος. Η “κριτική θεωρία” είναι μια αντιφατική προσπάθεια διατήρησης του Μαρξισμού χωρίς να αποδέχεται την ταύτισή του με το προλεταριάτο, χωρίς να αναγνωρίζει τα ταξικά ή κομματικά κριτήρια της αλήθειας αλλά και χωρίς να αναζητά μια λύση στις δυσκολίες που προκύπτουν όταν ο Μαρξισμός ψαλιδίζεται με αυτόν τον τρόπο. Είναι μια μερική μορφή Μαρξισμού χωρίς να προσφέρει τρόπο αντικατάστασης για τα μέρη που παραλείπει”.
Το σημείο εκκίνησης της Σχολής της Φρανκφούρτης ήταν λοιπόν η αμφισβήτηση και εν τέλει η απόρριψη της “θεϊκής” φύσης του προλεταριάτου, μιας και η αντίληψη της ταξικής υπόστασης του μαρξισμού δεν εθεωρείτο πλέον ως παγκόσμια σταθερά, πράγμα που σταδιακά οδήγησε στην πλήρη απαξίωσή του. Ήταν όμως η απόρριψη του βασικού δόγματος του μαρξισμού αποτέλεσμα υγιούς φιλοσοφικής σκέψης κι εξαγωγής συμπερασμάτων με βάση την παρατήρηση της πραγματικότητας ή μήπως οφειλόταν σε άλλους παράγοντες; Για βρεθεί η απάντηση, ας αναλογισθούμε ότι στις θετικές επιστήμες, σε περίπτωση που αποδεικνύονται ως άκυρα τα αξιώματα πάνω στα οποία βασίζεται μια θεωρία, δεν μπορούμε απλά να αφαιρέσουμε τα αξιώματα αυτά από την θεωρία και να συνεχίσουμε να την υποστηρίζουμε ως αληθή, αλλά επιβάλλεται η απόρριψη της θεωρίας στο σύνολό της, αφού είναι δομημένη επάνω σ᾿ εκείνα τα λανθασμένα αξιώματα. Οπότε η “κριτική θεωρία” θα έπρεπε, αν βασιζόταν σε κάποια στοιχειώδη επιστημονικότητα, όπως αναίσχυντα δήλωνε, να είχε οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση του μαρξισμού ως φιλοσοφικής θεωρίας, κάτι που εσκεμμένα δεν έκανε. Ποιοι όμως μπορεί να είναι οι παράγοντες που οδήγησαν στην αμφισβήτηση του πυρηνικού δόγματος του μαρξισμού σχετικά με το προλεταριάτο; Ας δούμε τι υπαινίσσεται ο Κολακόφσκι, αν και με ιδιαιτέρως μετριοπαθή τρόπο: “Η περίοδος ανάπτυξης της σχολής ήταν επίσης και η περίοδος ανόδου, επικράτησης και ήττας του “Ναζισμού” και, συνεπώς, πολλά από τα έργα της σχολής αναφερόταν στα σχετικά κοινωνικά και πολιτιστικά προβλήματα, όπως φυλετικά ζητήματα. Σχεδόν όλα τα βασικά μέλη της Σχολής ήταν Γερμανοεβραίοι μεσοαστοί, εκ των οποίων λίγοι μεν είχαν πολιτιστικούς δεσμούς με την εβραϊκή κοινότητα, όμως η καταγωγή τους χωρίς αμφιβολία είχε ισχυρή επίδραση πάνω στο εύρος και περιεχόμενο των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκε η Σχολή”.
Αυτό που έμμεσα υποστηρίζει ο Κολακόφσκι είναι ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν μια προσπάθεια του εβραϊκού μαρξισμού της Γερμανίας για αναθεώρηση και αναπροσαρμογή της μαρξιστικής θεωρίας στα δεδομένα της εποχής του Μεσοπολέμου, μιας εποχής στην οποία κυριάρχησε η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού στην Γερμανία και συναφών κινημάτων σε άλλα έθνη της Ευρώπης. Ποια ήταν όμως η σχέση εκείνη του εθνικοσοσιαλισμού με το προλεταριάτο, που επέβαλε την ανάγκη αναθεώρησης του βασικότερου δόγματος του μαρξισμού; Στο πρακτικό υλιστικό επίπεδο ο εθνικοσοσιαλισμός κατάφερε μέσα σε ελάχιστα χρόνια να αντιστρέψει την όντως ζοφερή πραγματικότητα που βίωνε η εργατική τάξη στον καπιταλιστικό κόσμο. Εκεί όπου ο κομμουνισμός απέτυχε παταγωδώς και, αντί να εξυψώσει την εργατική τάξη μέσω της υποτιθέμενης ανακατανομής του πλούτου, την καταβαράθρωσε στην απόλυτη εξαθλίωση, ο εθνικοσοσιαλισμός κατάφερε ταχύτατα και κυρίως με απλά πολιτικά μέτρα να ξεμπλέξει τον επιτηδευμένα περίπλοκο κόμπο των “οικονομικών θεωριών”, με τον οποίο είχε δέσει ο σιωνιστικός καπιταλισμός τις λαϊκές μάζες, και να τις προσφέρει ένα τόσον υψηλό επίπεδο διαβίωσης κι εργασιακών σχέσεων, που οι “ειδήμονες” της ψευδο-επιστήμης των οικονομικών θεωρούσαν ως ανέφικτο. Όμως το γεγονός αυτό, αν και σίγουρα πολύ σημαντικό, δεν ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο οι Γερμανοεβραίοι μαρξιστές εστράφησαν εναντίον του προλεταριάτου.

Όπως αναλύει και ο Κολακόφσκι, οι μαρξιστές της Σχολής της Φρανκφούρτης, απογοητευμένοι καθώς ήταν από τις εξελίξεις στις κοινωνίες του Μεσοπολέμου, και ειδικώς από την στάση της εργατικής τάξης στην οποία είχαν επενδύσει τα όνειρά τους για την καταστροφή του δυτικού πολιτισμού, στράφηκαν σε μια πλήρη απόρριψη του σύγχρονου κόσμου, χωρίς αυτήν την φορά να προσφέρουν καμία παράλογη εναλλακτική ουτοπία όπως έκανε ο ορθόδοξος μαρξισμός, αλλά αντιθέτως μένοντας προσκολλημένοι σε έναν πλήρη αρνητισμό, μια ισοπεδωτική καταστροφική αντίδραση με στόχο απλά την διάλυση του δυτικού πολιτισμού, χωρίς καμία έγνοια για το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει. Συνάμα, τα κείμενα πολλών εξ αυτών, κατά μίαν πλήρη αντιστροφή του προγενέστερου μαρξισμού, είναι διανθισμένα με νοσταλγία για παλαιότερες εποχές, όπως τον παρακμιακό 19ο αιώνα, μια εποχή στην οποία η (οικτρά ξεπεσμένη) “αριστοκρατία” και η διαβρωμένη από τον σιωνισμό “ελίτ” τους πνεύματος διατηρούσαν μια πλήρως απαξιωτική στάση απέναντι στις λαϊκές μάζες. Ο αντίκτυπος του καταστροφικού αρνητισμού της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι κάτι παραπάνω από ορατός στην σύγχρονη εποχή.
Όσοι παλαιού τύπου κομμουνιστές υπάρχουν ακόμα, έχουν στο παραπλανημένο και αρρωστημένο μυαλό τους μια παράλογη κοινωνία που υπακούει σε αφύσικους νόμους και ως εκ τούτου μπορεί να υπάρξει μόνο στη σφαίρα του φανταστικού. Οπότε κάθε προσπάθεια εφαρμογής του ορθόδοξου Μαρξισμού νομοτελειακά οδηγεί στην πλήρη εξαθλίωση, γιατί όπως υποστηρίζει και ο Κολακόφσκι “ο Σταλινισμός δεν είναι μια διαστρέβλωση του Μαρξισμού αλλά η φυσική του εξέλιξη”. Παρ᾿ όλα αυτά, όσο παράλογη και να είναι η κοινωνία που ονειρεύονται οι παλαιο-κομμουνιστές, το όνειρό τους δεν είναι το πλήρες χάος, η αναρχία και η επικράτηση του νόμου της ζούγκλας. Κατ᾿ αντίθεση όμως οι νεο-κομμουνιστές δεν έχουν ούτε καν υποτυπωδώς διαμορφωμένο στο μυαλό τους ένα κοινωνικό σχήμα, καθώς είναι αφοσιωμένοι στην καταστροφή των δυτικών κοινωνιών, χωρίς να τους απασχολεί τι έπεται αυτής της καταστροφής.

Πρέπει βέβαια να συμπληρώσουμε ότι, όπως κάθε θρησκευτικού τύπου ψευδο-ιδεολογία που απευθύνεται στις μάζες, έτσι και η θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης είχε ανάγκη από δόγματα. Το κενό που είχε δημιουργήσει η απόρριψη του βασικού δόγματος του μαρξισμού ήρθε να γεμίσει η μεταπολεμική γενιά της Σχολής με ακόμα πιο παράλογα και αντιεπιστημονικά δόγματα, όπως η ανυπαρξία ανθρωπίνων φυλών, ο κοινωνικός προσδιορισμός του φύλου και όλες οι συναφείς καταγέλαστες «πολιτικώς ορθές» δοξασίες περί πολυπολυτισμικότητας, ανεκτικότητας, αντιρατσισμού και άλλων σχετικών λέξεων και φράσεων χωρίς πραγματικό νόημα.


