
Ανάμεσα στις αναρίθμητες πομπώδεις θεατρινίστικες πομφόλυγες που έχει μεθοδικά σερβίρει το σύστημα στις μάζες, ανάγοντας την καύση των βιβλίων του 1933 σε μέγιστο “έγκλημα εναντίον του πολιτισμού και της ελεύθερης σκέψης”, περίοπτη θέση κατέχουν η αρκετά προγενέστερη ρήση του Χάινριχ Χάινε (Heinrich Heine) “Εκεί όπου καίνε βιβλία, μια μέρα θα καίνε και ανθρώπους” καθώς και το γνωστό ποίημα του Μπέρτολτ Μπρέχτ περί της καύσεως των βιβλίων. Τόσο ο Χάινε όσο και ο Μπρεχτ συγκαταλέγονται μεταξύ των συγγραφέων των οποίων τα έργα παραδόθηκαν στην πυρά.
Ο Χάινε, παρά το υπέροχα γερμανικό του όνομα, ήταν εβραϊκής καταγωγής “Γερμανός” ποιητής και δημοσιογράφος, και μάλιστα μακρινός συγγενής του Καρλ Μαρξ, τον οποίο και υποστήριξε ένθερμα μέσω της ποίησης και των κειμένων του. Ο Χάινε αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εβραϊκής διεισδύσεως στους κύκλους της “διανόησης” και της εν συνεχεία αλλοιώσεως του πολιτισμού της Ευρώπης κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα.

Αν προσπαθήσουμε να κρίνουμε όσο πιο αντικειμενικά γίνεται το περιεχόμενο των βιβλίων που παρεδόθησαν στην πυρά, καθώς και γενικότερα την συνεισφορά στην τέχνη και στον πολιτισμό των συγγραφέων τους, θα βρούμε πληθώρα έργων που όντως δεν άξιζαν να δουν ποτέ το φως της ημέρας μια και, λόγω της παρακμιακής τους φύσεως, μονάχα διαλυτική επίδραση θα μπορούσαν να έχουν. Από την άλλη, υπήρχαν και σημαντικά έργα, τα οποία σήμερα δικαίως θεωρούνται αριστουργήματα. Οπότε θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί: “άξιζαν τα αριστουργήματα του μεγάλου Φίοντορ Ντοστογιέφσκι να έχουν την ίδια τύχη με τα αρρωστημένα έργα του Άρθουρ Σνίτσλερ;” Η απάντηση εν καιρώ ειρήνης θα ήταν φυσικά όχι. Ο πόλεμος
Δυστυχώς οι γελοίες υστερίες της συστημικής προπαγάνδας έχουν επηρεάσει ευρύτατα και βαθύτατα την αντίληψη του συγχρόνου Ευρωπαίου σχετικά με το γεγονός της καύσεως των βιβλίων του 1933. Η προπαγάνδα έχει καταφέρει να αλλοιώσει την πραγματική σημασία των γεγονότων, και να αναγάγει ένα ουσιαστικά συμβολικό γεγονός σε κάτι τρομακτικό, φρικιαστικό, ασύλληπτο. Αυτό έχει δημιουργήσει σύγχυση ακόμα και σε άτομα που είναι, ή τουλάχιστον πιστεύουν πως είναι εθνικοσοσιαλιστές, και τους έχει οδηγήσει σε ακρότητες. Για παράδειγμα κάποιοι έχουν φτάσει να αρνούνται το γεγονός, θεωρώντας ότι είναι κατασκεύασμα της σιωνιστικής προπαγάνδας, ενώ άλλοι έχουν φτάσει στο άλλο άκρο και συλλήβδην απορρίπτουν ως άχρηστο και παρακμιακό οποιοδήποτε βιβλίο ή οποιονδήποτε συγγραφέα είχε συμπεριληφθεί στην λίστα προς καύση, χωρίς να αντιλαμβάνονται το πραγματικό, συμβολικό, νόημα της καύσεως και τα ιδιαίτερα δεδομένα εκείνης της εποχής.
Αυτό που επιμελώς και τελείως υποκριτικώς αποκρύπτεται από την επίσημη “ιστορία” είναι ότι μετά το τέλος του πολέμου και την ήττα της Γερμανίας ακολούθησε η συστηματική καταστροφή των έργων τέχνης, ειδικά της λογοτεχνίας, που είχαν δημιουργηθεί στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Συγκεκριμένα, το 1946 οι “συμμαχικές” δυνάμεις κατοχής σχεδίασαν μια λίστα με πάνω από 30.000 τίτλους, από σχολικά βιβλία ως ποίηση, με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή εκατομμυρίων αντιτύπων τους. Φυσικά ο Μπρεχτ δεν είχε τίποτα να σχολιάσει πάνω σε αυτό, απορροφημένος καθώς ήταν με την προπαγάνδα του μπολσεβικισμού, ο οποίος μπολσεβικισμός, μέσω της υπο-κουλτούρας, για να μην ξεχνιόμαστε, προέβη σε απίστευτες ωμότητες για να καταπνίξει και να καταστρέψει ο,τιδήποτε δεν συμβάδιζε με τα “μαρξιστικά ιδεώδη”, είτε ήταν ένα βιβλίο, ένας πίνακας ζωγραφικής, ένα τραγούδι, ένα σύμβολο, μια ιδέα.
Κλείνοντας, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε, τόσο σε συμβολικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, το “έγκλημα εναντίον της τέχνης και του πολιτισμού” που υποτίθεται ότι διεπράχθη από τους εθνικοσοσιαλιστές με το πραγματικό, κολοσσιαίων διαστάσεων έγκλημα εναντίον του ανθρώπινου πολιτισμού που διεπράχθη από τους χριστιανούς στους πρώτους αιώνες εγκαθιδρύσεως της συγκεκριμένης θρησκείας στην Ευρώπη.
Η καύση των βιβλίων του 1933 συμβολίζει την ρήξη με το αρρωστημένο και το σαθρό, τον πόλεμο εναντίον της παρακμής του πολιτισμού και της ανθρωπότητος, τον αγώνα για την επιστροφή στις ηρωικές ευγενείς αξίες του Αρίου παρελθόντος. Σε αντίθεση, η συντριβή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού από τον χριστιανισμό συμβολίζει το μίσος προς το υγιές, το ευγενές, το άριστο, και πηγάζει από τα κατώτερα ανθρώπινα ένστικτα της ζήλειας και του φθόνου, τα οποία ο χριστιανισμός πυροδότησε σε μια μαζικήν έκρηξη αχαλίνωτου ταλμουδικού μένους.
Στο πρακτικό/υλιστικό επίπεδο, η καύση των βιβλίων του 1933 δεν είχε ουσιαστικά κανένα αποτέλεσμα στην ίδια την τέχνη, μιας και κανένα έργο κανενός συγγραφέα δεν εξαφανίστηκε από προσώπου γης, κάτι στο οποίο ούτως ή άλλως δεν στόχευε η καύση. Σε αντίθεση, η καταστροφή που επέφερε ο χριστιανισμός είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν δια παντός αριστουργήματα της παγκοσμίου τέχνης και φιλοσοφίας, καθώς και σημαντικότατα επιστημονικά ευρήματα του αρχαίου κόσμου, οδηγώντας στην πλήρη λήθη τους περισσότερους από τους δημιουργούς τους.
Το μήνυμα της καύσεως των βιβλίων είναι διαχρονικό και ιδιαίτερα επίκαιρο στις ζοφερές ημέρες που ζει η Ευρώπη: Για να χτίσουμε ένα υγιές μέλλον, πρέπει να “κάψουμε” το νοσηρό παρόν, και να αναδείξουμε το ηρωικό παρελθόν!

