
Ασφαλώς δεν αναμέναμε τίποτε καλύτερο από μία παγίως ανθελληνική κυβέρνηση, όπως αυτή των Συριζαν(θ)ελ, ούτε αναμέναμε κάτι περισσότερο από την αμήχανη στάση του φαιδρού χαχανούλη σαλτιμπάγκου που παριστάνει τον πρωθυπουργό, ή την αντίδραση του καραπαζοεισπράκτορος προέδρου της δημοκρατίας (η εικόνα του «οικοδεσπότου» Παυλόπουλου ως περιδεούς κακόμοιρου υποτελούς, στριμωγμένου στην άκρη του καναπέ, απέναντι στον εμφανώς προκλητικώς καθημένου στο μέσον του ιδίου καναπέ, επιβλητικού και επιθετικού «φιλοξενουμένου», Ερντογάν, αποτελεί σπουδή για μάθημα σημειολογίας), οι οποίοι ψέλλισαν κάποιες φράσεις διαφωνίας, ως χλιαρή διπλωματική αντίδραση στο ιταμό ύφος του νταή επισκέπτη. Ο αμήχανος χειρισμός του ανεξελέγκτου Ερντογάν εκ μέρους των πολιτειακών παραγόντων, δυσκολεύει την εξαγωγή συμπεράσματος ως προς το κατά πόσον το όλο φιάσκο πρέπει να αποδοθεί σε απροσμέτρητη βλακεία ή στις παγίως εθνομηδενιστικές ιδεολογικές εμμονές της κυβερνητικής κομπανίας.
Το χειρότερο ήταν ότι δόθηκε στον Ερντογάν η δυνατότης να θέσει, με τον πιο σαφή τρόπο, ζήτημα αλλαγής συνόρων και μάλιστα επί ελληνικού εδάφους! Είναι γνωστό ότι οι εις βάρος της Ελλάδος εδαφικές βλέψεις της Τουρκίας εστιάζονται (πέραν της κατεχομένης Κύπρου) σε δύο κυρίως περιοχές: στην Δ. Θράκη και στο Αιγαίο.



Υπό αυτό το φως θα πρέπει να ιδωθούν και οι πρόσφατες εξελίξεις στο μέτωπο της Κύπρου (του φθίνοντος τελευταίου αυτού προπυργίου του ελληνισμού στην ανατολική Μεσόγειο) όπου η Τουρκία ξαναδείχνει εσχάτως τα δόντια της, καθώς εμφανίζεται απειλητική απέναντι στις επικείμενες εξορυκτικές δραστηριότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας (μέσω διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών) στην κυπριακή ΑΟΖ ενώ (η Τουρκία) ετοιμάζεται να προβεί και εκείνη σε (παράνομες) εξορυκτικές δραστηριότητες εντός της κυπριακής ΑΟΖ (την οποία η Τουρκία θεωρεί «τουρκοκυπριακή»…) δημιουργώντας νέα τετελεσμένα γεγονότα στα οποία ο Ελληνισμός δείχνει να μην έχει καμία απάντηση να αντιτάξει…


Παρακολουθούμε τις εξελίξεις επί του ζητήματος στο οποίο θα επανέλθουμε καθώς θα αποκαλυφθούν πολύ σύντομα πολλές πτυχές και διαστάσεις της εν εξελίξει ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ.
Κλείνοντας το παρόν σημείωμα αναδημοσιεύουμε, ως επίλογο, τις τελευταίες πολύ ουσιώδεις και πάντοτε επίκαιρες παραγράφους από το επίμετρο με τίτλο «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» που περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν σημαντικότατο βιβλίο του Π. Κονδύλη:

Η Ελλάδα ελπίζει ότι η Τουρκία θα τιθασευθεί αν ενταχθεί στην «Ευρώπη» και, άρα, αποδεχτεί τις. ευρωπαϊκές αξίες. Στην πράξη όμως ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν με άνεση οπότε το κρίνουν συμφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ’ εαυτήν τα ήθη. Εξάλλου η αξία μιας συμμαχίας για ένα της μέλος καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου μέσα στο σύνολο της συμμαχίας. Πιο λιανά: οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς.
Γ/ Γεωγραφικό μειονέκτημα της Ελλάδας
Το 1922 η ελληνική πλευρά κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ενεπλάκη στο εξής δίλημμα: για να κρατηθεί η Σμύρνη έπρεπε να καταληφθεί η Άγκυρα. Ομως το βάθος του χώρου κατάπιε τον ελληνικό στρατό. Από τότε τα πράγματα δεν άλλαξαν απόλυτα. Αφενός η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, αφετέρου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου χώρο συμπαγή, ενώ ο ελληνικός χώρος αποτελείται από κατεσπαρμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα για την Τουρκία είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να εμπλακεί, στο τραγικό δίλημμα του 1922. Η κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο βάθος του χώρου, όχι όμως και η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τουρκικής πλευράς.
Δ/Πώς εξουδετερώνεται το γεωγραφικό μειονέκτημα σε περίπτωση πολέμου;
- Η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόμενων εδαφών της. Θα πρέπει να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Και μόνο στη Θράκη η ελληνική πλευρά έχει την – έστω και περιορισμένη – δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών.
- Με τη συγκέντρωση των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων. Ο (ουτοπικός) πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος,
- Η ελληνική πλευρά πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου: διότι το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του και, αντίστροφα, το μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς. (Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας.)
- Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παρέλυε τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Η Ελλάδα συνεπώς (εφόσον μάλιστα ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την ολοένα και πιο δυνατή Τουρκία) θα έπρεπε να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό.
Ε/ Υπερτερεί σε άλλους τομείς η Ελλάδα;
Αφού το τουρκικό γεωπολιτικό δυναμικό είναι υπέρτερο του ελληνικού, ερωτάται επίσης κατά πόσον η ελληνική πλευρά ισοφαρίζει τα οργανικά της μειονεκτήματα με την ανωτερότητά της στον οικονομικό και στον εξοπλιστικό τομέα. Η απάντηση είναι αρνητική και στους δύο τομείς. Στο μεν τομέα του εξοπλισμού η αναλογία ισχύος διογκώνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας. Οσον αφορά δε την (μη ακμαία) ελληνική οικονομία η περικοπή του επιζήμιου παρασιτικού καταναλωτισμού προσκρούει στο ανυπέρβλητο εμπόδιο της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος σε πελατειακή βάση.
ΣΤ/ Οι «αντιεθνικιστές»
Οι πολέμιοι των εθνικιστικών ιδεολογημάτων δεν αντιλαμβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισμό ή μάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ανιστορικά ιδεολογήματα, και μάλιστα το κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» συμπλέκεται με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο. Όμως βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση – έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις: Πράγματι, τόσο οι εθνικιστές όσο και οι «ευρωπαϊστές» ή οικονομιστές συμφωνούν ως προς το ότι ο τουρκικός επεκτατισμός οφείλεται στο «οθωμανικό» και «ασιατικό» παρελθόν, στην «αντιδημοκρατική» ή «φασιστική» υφή του στρατιωτικού κράτους κ.τ.λ., με τη διαφορά ότι οι πρώτοι θεωρούν τα γνωρίσματα αυτά μόνιμα και ανυπέρβλητα, ενώ οι δεύτεροι τα βλέπουν ως μεταβλητά χαρακτηριστικά μιας ιστορικής φάσης ήδη παρωχημένης· δεν μας λένε βέβαια πότε θα μεταβληθούν: γιατί αν αυτό γίνει σε έναν ή δύο αιώνες, τότε η διαμάχη δεν έχει πρακτικό αντικείμενο.
Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονομική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άμβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγμα. Παράδειγμα: ανάμεσα στα 1900 και στα 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, ενώ περισσότερα από τα μισά διεθνή καρτέλ ήταν κοινή γερμανοβρεταννική ιδιοκτησία (ένα απ’ αυτά μάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες). τίποτα από αυτά δεν εμπόδισε τις παραπάνω χώρες να εμπλακούν σε έναν φονικότατο πόλεμο.
Η φιλελεύθερη και οικονομιστική λογική ισχυρίζεται: η ανάπτυξη μιας οικονομίας γεννά μια τάξη φιλελεύθερων επιχειρηματιών, αυτοί προωθούν τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό, οπότε η χώρα γίνεται φιλειρηνική, γιατί επεκτατικές είναι μόνον οι μη δημοκρατικές χώρες. Λάθος: Τα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας τους τα χαιρετίζουν και οι επιχειρηματίες αλλά και οι εργάτες, όταν συνδέονται με επενδύσεις, απασχόληση και κρατικές παραγγελίες.
Η «αριστερή» παραλλαγή του οικουμενισμού και του οικονομισμού, η οποία διατείνεται ότι ο τουρκικός επεκτατισμός αποτελεί κατά βάση προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα· θα υποχωρήσει όταν τα προβλήματα αυτά λυθούν γιατί οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε. Η επιχειρηματολογία αυτή χωλαίνει· δεν εξηγεί γιατί η περίσπαση του λαού μέσω του εθνικισμού και του επεκτατισμού έχει συνήθως τόσο καλά αποτελέσματα. Το 1882 ο Engels έγραφε από το Λονδίνο: «Με ρωτάτε τι νομίζουν οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική ; … το ίδιο ό,τι και οι αστοί… οι εργάτες τρώνε κι αυτοί πρόσχαρα από το μονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσμια αγορά και στις αποικίες».
Ζ/ Ψυχολογική υπεραναπλήρωση και μελλοντικές προοπτικές
Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα κάμει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων και την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα λόγω μιας κοντόθωρης ευδαιμονιστικής επιδίωξης. Η τάση άρνησης ή απώθησης των μακροπρόθεσμων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδομένων της πολιτικής δυναμώνει όταν τα δεδομένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σημεία, με άλλα λόγια τις εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως υπερτιμάται η σημασία των τομέων, στους οποίους υπερέχει πραγματικά ή φανταστικά η Ελλάδα (π .χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό πλεονέκτημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δημοκρατική», ενώ η Τουρκία «οθωμανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά σύστημα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισμό της Δύσης κ.ο.κ. Τέτοια φαινόμενα είναι από πολλές απόψεις φυσιολογικά και δεν θα ήσαν ούτε καν επικίνδυνα, αν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου, στο σύνολο και στη διαχρονική της συνέχεια, σκεφτόταν και ενεργούσε εντελώς διαφορετικά. Όμως αυτό δεν συμβαίνει, επαρκώς τουλάχιστον.
Θα πρέπει να θυμάται πάντοτε ότι ο καθένας είναι τόσο σοβαρός ο ίδιος, όσο σοβαρό θεωρεί τον εχθρό του και όσο σοβαρά τον αντιμετωπίζει. Οι ηθικολογίες είναι ένας εύκολος τρόπος για να καθίσταται ο εχθρός αξιοπεριφρόνητος. Γι’ αυτό και δεν αποδεικνύουν τίποτε άλλο πέρα από την πολιτική ελαφρότητα εκείνου που τις χρησιμοποιεί.
Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Ετσι, ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό». Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η αν
Οι μετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης. Ουσιαστικά βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να τεχνουργηθούν ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).
Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Οπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.
—————————————————————————————-
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Π. ΚΟΝΔΥΛΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΥΠΕΡΣΥΝΔΕΣΕΩΣ:
http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf