“Homicide” (“Ανθρωποκτονία”): Ο Εβραίος που “μισεί τον εαυτό του”

 

Η κινηματογραφική ταινία “Ανθρωποκτονία” (“Homicide”) του θεατρικού συγγραφέα, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μάμετ (David Mamet) προβλήθηκε στις αίθουσες το 1991 και, αν και πέρασε σχετικά απαρατήρητη, τουλάχιστον στην χώρα μας, θεωρείται ως μια από τις καλύτερες του συγκεκριμένου δημιουργού. Πέρα από την ενδιαφέρουσα πλοκή, τις στιβαρές ερμηνείες, και τον χαρακτηριστικό τραχύ, ρεαλιστικό διάλογο του Μάμετ, η ταινία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελεί μια μελέτη του πολύ σημαντικού θέματος της αναζήτησης της (φυλετικής) ταυτότητας του ατόμου και των συνεπειών της αμφισβήτησης/απόρριψης αυτής της ταυτότητας. Αν και η ταινία καταπιάνεται με το θέμα αυτό από την οπτική γωνία ατόμων εβραϊκής καταγωγής, αφού και ο Μάμετ είναι Εβραίος, μπορούν ωστόσο να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, ιδιαίτερα αν αντιπαραβάλουμε την όλη διαδικασία της αναζήτησης της εβραϊκής ταυτότητας και των συνεπειών της αμφισβήτησης της με την αντίστοιχη διαδικασία και τις αντίστοιχες συνέπειες στον λευκό πληθυσμό.

Πέρα όμως από το κεντρικό θέμα της ταινίας, η “Ανθρωποκτονία” είναι ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στον χώρο της έβδομης τέχνης καθώς αποτελεί ίσως την μοναδική περίπτωση κινηματογραφικής ταινίας δημιουργημένης από έναν καταξιωμένο Εβραίο καλλιτέχνη, στην καρδιά του Χόλυγουντ, η οποία αφήνει κάτι παραπάνω από ανοιχτά υπονοούμενα σχετικά με την εμπορική εκμετάλλευση και την κολοσσιαία απάτη που έχει στηθεί γύρω από το περίφημο “Ολοκαύτωμα”, προφανώς εκφράζοντας τα βασανιστικά ερωτήματα και τις ανησυχίες του δημιουργού της. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας (Homicide) παραπέμπει σε λογοπαίγνιο του “Ολοκαυτώματος” (Genocide). Αυτά τα υπονοούμενα βεβαίως σημαίνουν ότι με βάση τους “ιερούς” και απαράβατους κανόνες της πολιτικής ορθότητας και της καταδίκης του “ρατσισμού” και του “αντισημιτισμού” θα έπρεπε η ταινία να είχε στιγματιστεί ως εμφανώς και ακραίως “αντισημιτική”, να θαφτεί κάτω από τόνους λάσπης, και να αποτελέσει ταφόπλακα για την καριέρα του δημιουργού της, πράγματα που σίγουρα θα συνέβαιναν εάν ο δημιουργός δεν ήταν ένας αναγνωρισμένος Εβραίος καλλιτέχνης, όπως ακριβώς ισχύει με τον Μάμετ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, η σιωνιστική βιομηχανία θεάματος των Η.Π.Α. είτε δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στην ταινία, θεωρώντας ότι είναι φύσει αδύνατον να δημιουργηθεί “αντισημιτική” ταινία από Εβραίο μέσα σε έναν ναό του σιωνισμού, όπως είναι το Χόλυγουντ, είτε “έκανε τα στραβά μάτια” και συγχώρεσε το ατόπημα σε ένα από τα τέκνα της, παραβλέποντας και υποβαθμίζοντας τα “αντισημιτικά” μηνύματα της ταινίας. Ο Μάμετ από την πλευρά του βέβαια φρόντισε να μην καταπιαστεί με παρόμοια θέματα στην συνέχεια της καριέρας του.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση της σχετικά άγνωστης αυτής ταινίας εστιάζοντας στα σημαντικότερα ζητήματα που αγγίζει.

Εισαγωγή: Ο Εβραίος που “μισεί τον εαυτό του”

Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο Bobby Gold (ενδιαφέρουσα επιλογή επιθέτου…), ένας Εβραίος ντεντέκτιβ ανθρωποκτονιών που βρίσκεται στα ίχνη ενός διαβόητου δολοφόνου και εμπόρου ναρκωτικών. Ο χαρακτήρας του Gold παρουσιάζεται εξ’ αρχής από αδιάφορος και αποξενωμένος ως ενοχικός και εχθρικός απέναντι στην εβραϊκή φυλετική/θρησκευτική του ταυτότητα. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο Gold συνομιλώντας τηλεφωνικά με συνάδελφο του αναφέρεται ιδιαίτερα υποτιμητικά και επιθετικά προς τους Εβραίους και κλείνει την συνομιλία με την φράση: “Theres so much antiSemitism the last four thousand years we must be doing something to bring it about” (“Υπάρχει τόσος πολύς αντισημιτισμός τα τελευταία τέσσερις χιλιάδες χρόνια που πρέπει κάτι να κάνουμε για να τον προκαλούμε”). Σύμφωνα με πληθώρα κριτικών της ταινίας, ο Gold είναι ένας “Εβραίος που μισεί τον εαυτό του” (“selfhating Jew”), ένας χαρακτηρισμός που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς έχει καθιερωθεί ως ο τυπικός τρόπος περιγραφής ατόμων εβραϊκής καταγωγής τα οποία με κάποιον τρόπο έχουν εκδηλώσει την αντίθεση του απέναντι στις πολιτικές είτε του κράτους του Ισραήλ (συνήθως) είτε σπανιότερα του ιδίου του παγκοσμίου σιωνισμού. Ως παράδειγμα, στην ακραία σιωνιστική ιστοσελίδα Masada2000 (http://archive.li/u7LaR) επιχειρήθηκε η διαπόμπευση ενός συνόλου επιφανών Εβραίων που, κατά την γνώμη των δημιουργών της ιστοσελίδας, δρουν ή επιχειρηματολογούν εναντίον των συμφερόντων του Ισραήλ. Οι Εβραίοι αυτοί αποκαλούνται συλλογικά ως “SelfHating and/or IsraelThreatening” (S.H.I.T.). O χαρακτηρισμός selfhating δεν είναι τυχαίος καθώς σύμφωνα με την ψυχιατρική και την ψυχολογία το μίσος προς τον εαυτό κάποιου, ή προς την ομάδα (φυλετική, εθνοτική, κοινωνική, ή άλλη) στην οποία ανήκει, στην καλύτερη περίπτωση πηγάζει από την χαμηλή αυτοεκτίμηση η οποία διακατέχει το συγκεκριμένο άτομο, και στην χειρότερη από κάποια ψυχική νόσο. Οπότε λοιπόν, όσοι Εβραίοι αμφισβητούν κάποιο κομμάτι των πολιτικών του Ισραήλ ή του παγκόσμιου σιωνισμού είναι είτε συμπλεγματικά άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση είτε ψυχοπαθείς. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση όπου το μίσος προς τον εαυτό ή την ομάδα προέρχεται από ενοχές για συγκεκριμένες, υπαρκτές ή και ανύπαρκτες, πράξεις και συμπεριφορές του ατόμου ή της ομάδας. Αλλά η περίπτωση αυτή παραβλέπεται όταν έχουμε να κάνουμε με Εβραίους μια και είναι δεσμευμένη για μια άλλη, μεγαλύτερη και πιο οικεία σε εμάς φυλετική ομάδα, όπως αναλύσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση ( https://www.armahellas.com/?p=22585 ).

Τι ισχύει όμως στην πραγματικότητα σχετικά με τους Εβραίους που θεωρείται ότι “μισούν τον εαυτό τους”; Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται ως επί το πλείστον για βολεμένους μαρξιστολιμπεραλιστές, συνήθως ακαδημαϊκούς ή καλλιτέχνες, οι οποίοι στα πλαίσια του διαρκούς αγώνα τους για την “προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων” φροντίζουν ενίοτε, εκ του ασφαλούς και εντελώς ανώδυνα, να συμπεριλάβουν στην ρητορική τους και τους Παλαιστινίους, δήθεν συγκρουόμενοι με το σιωνιστικό κατεστημένο του οποίου στην πραγματικότητα αποτελούν κεντρικά γρανάζια. Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα αποτελεί ο γκουρού της “αναρχολιμπεραλιστικής” ψευτοδιανόησης Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος υποτίθεται ότι ασκεί δριμεία κριτική απέναντι στις πολιτικές των Η.Π.Α. και των κέντρων εξουσίας που τις καθορίζουν, των ιδίων δηλαδή κέντρων εξουσίας που του έχουν εξασφαλίσει περίοπτη έδρα καθηγητή στο Μ.Ι.Τ. Επίσης αποτελεί, πάλι υποτιθέμενα, πολέμιο των κατευθυνόμενων Μ.Μ.Ε., των ιδίων δηλαδή εργαλείων προπαγάνδας και χειραγώγησης που τον έχουν αναγάγει σε κορυφαίο σύγχρονο στοχαστή. Και φυσικά, για να μην ξεχνιόμαστε, είναι διαρκώς βαθύτατα συγκλονισμένος από το δράμα του Παλαιστινιακού λαού. Σημείωση: δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ο όρος “αναρχολιμπεραλισμός” καθώς ο αναρχισμός και ο λιμπεραλισμός απέχουν πολύ λιγότερο από όσο νομίζουν οι περισσότεροι. Και σίγουρα είναι πολύ πιο κοντά ως έννοιες από ότι, για παράδειγμα, ο Ελληνισμός και ο χριστιανισμός.

Υπάρχουν βεβαίως και ορισμένες εξαίρετες περιπτώσεις ατόμων εβραϊκής καταγωγής που έχουν έλθει σε πραγματική σύγκρουση με το σιωνιστικό κατεστημένο λόγω των απόψεων και των πράξεων τους, σε κάποιους από τους οποίους αναφερόμαστε παρακάτω. Στις περιπτώσεις αυτές όμως, η τιμωρία που εφαρμόζεται για την “προδοσία” δεν είναι μια ανώδυνη δημοσίευση σε κάποια περιθωριακή εξτρεμιστική ιστοσελίδα, ούτε μια καταδικαστική ανακοίνωση κάποιας ακραίας ομάδας Ορθόδοξων Εβραίων, ούτε καν η απαγόρευση εισόδου στο Ισραήλ, αλλά ο ανηλεής ολοκληρωτικός πόλεμος!

Τι γίνεται όμως με τους αντίστοιχους λευκούς; Γιατί δεν διαβάζουμε και δεν ακούμε ποτέ για “λευκούς που μισούν τον εαυτό τους”; Η απάντηση βρίσκεται στην εφαρμογή του κανόνα της αντιστροφής με βάση τον οποίο πορεύεται ο παρηκμασμένος σύγχρονος δυτικός κόσμος σε ευθεία σύγκρουση με την ίδια την φύση. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, ό,τι ισχύει για τους λευκούς είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ισχύει για τους Εβραίους. Εύκολα μπορεί να γίνει αυτό αντιληπτό αν αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται και χαρακτηρίζονται οι συντριπτικά περισσότεροι λευκοί, σε σχέση με τους αντίστοιχους Εβραίους, σε συνολικό πλήθος και σε ποσοστό επί του πληθυσμού, που δρουν προδοτικά εναντίον της φυλής τους. Τα “εγκλήματα” για τα οποία κατηγορούνται οι περισσότεροι “αντιφρονούντες” Εβραίοι δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από απλές διαπιστώσεις του προφανούς (όπως π.χ. στην περίπτωση της κριτική των πολιτικών του εγκληματικού κράτους του Ισραήλ) και επ’ ουδενί λόγω δεν μπορούν να συγκριθούν με τα τερατώδη εγκλήματα επιπέδου εσχάτης προδοσίας που διαπράττονται από λευκούς πολιτικούς, δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες, και άλλα “επιφανή” μέλη των δυτικών κοινωνιών εναντίον των εθνών και της φυλής τους, εγκλήματα για τα οποία όχι μόνο δεν διώκονται αλλά επιβραβεύονται από το ίδιο σιωνιστικό κατεστημένο που θεωρεί προβληματικά όποια παιδιά του τολμήσουν να το αμφισβητήσουν!

Εν τέλει όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο χαρακτηρισμός selfhating για άτομα που μισούν την φυλή τους είναι κατά βάση ορθός. Παρατηρώντας τις ομάδες τέτοιων ατόμων στις δυτικές κοινωνίες, με πιο χαρακτηριστική τους λεγόμενους “αντιεξουσιαστές”, είναι προφανές σε οποιονδήποτε διαθέτει στοιχειώδη ευφυΐα και αρκούντως υγιή σκέψη, ότι πρόκειται για άρρωστα, βαθύτατα συμπλεγματικά άτομα, των οποίων η προβληματική συμπεριφορά μπορεί να οφείλεται σε σοβαρά ελλείμματα χαρακτήρα, στην καλύτερη περίπτωση, ως σε ανίατες ψυχικές νόσους (διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια, κ.α.) στην χειρότερη. Τα βαθύτερα αίτια μπορεί να εντοπίζονται σε ελαττωματικά βιολογικά χαρακτηριστικά, που πολλές φορές έχουν την ρίζα τους σε επιμειξίες με άλλες φυλές στο πρόσφατο ή στο μακρινό παρελθόν, είτε στην καταστροφική επίδραση ενός τοξικού οικογενειακού ή/και κοινωνικού περιβάλλοντος, είτε συνήθως σε συνδυασμό των δύο αυτών παραγόντων. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το μίσος απέναντι στην φυλή είναι μια προβολή του μίσους απέναντι στον ίδιο τον ελλιπή, αρρωστημένο, σάπιο τους εαυτό.

Αλλά αν δούμε το μίσος απέναντι στην φυλή και σε ένα γενικότερο πλαίσιο χωρίς να το συνδυάσουμε με συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, πάλι προκύπτει ότι ισοδυναμεί με μίσος εναντίον του ιδίου του εαυτού μια και το άτομο δεν δημιουργείται εκ του μηδενός, ούτε αποτελεί άγραφο πίνακα (μια αντεπιστημονική θεωρία που πλέον έχει φτάσει σε ψυχοπαθητικές ακρότητες όπως είναι η “κοινωνική προέλευση του φύλου”), αλλά αντιθέτως αποτελεί κομμάτι της φυλής του, η οποία καθορίζει τα πλέον ουσιώδη του χαρακτηριστικά, πράγμα που σημαίνει ότι και η φυλή συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι του ατόμου.

Η αναζήτηση ταυτότητας

Επιστρέφοντας στην πλοκή της ταινίας, παρά τις αντιρρήσεις του Gold, του ανατίθεται η διερεύνηση της δολοφονίας μιας γηραιάς Εβραίας, “επιζήσασας του Ολοκαυτώματος”, ονόματι Σιμ (Sim), η οποία διατηρούσε κατάστημα σε ένα γκέτο νέγρων. Όπως αποκαλύπτεται, ο πλούσιος υιός του θύματος και επιφανές μέλος μια σιωνιστικής οργάνωσης, χρησιμοποίησε την επιρροή και τις γνωριμίες του για να ανατεθεί η υπόθεση στον Gold, θεωρώντας ότι αυτός, ως Εβραίος, θα αφιερωθεί πλήρως στην διερεύνηση του εγκλήματος.

Στην πορεία της αναζήτησης του δολοφόνου της γηραιάς Εβραίας ο Gold έρχεται σε επαφή με την σιωνιστική κοινότητα η οποία παρουσιάζει μια δυναμική, εκφραζόμενη μέσω του υλιστικού της πλούτου και της κοινωνικής επιφάνειας των μελών της, αλλά παράλληλα φαίνεται να διακατέχεται και από μια παραδοσιακή περηφάνια και προσήλωση στην διατήρηση και μεταβίβαση της ιουδαϊκής ταυτότητας. Ο Gold, γοητευμένος από την επαφή του με τους σιωνιστές, αρχίζει σιγά σιγά να αναθεωρεί την στάση του απέναντι στην ιουδαϊκή του ταυτότητα και από “Εβραίος που μισεί τον εαυτό του” σταδιακά μεταμορφώνεται σε “υπερήφανο Εβραίο”. Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την διαδικασία παίζει και η εκμετάλλευση των ενοχών του Gold από τα μέλη της σιωνιστικής οργάνωσης. Παράλληλα, διερευνώντας την υπόθεση της δολοφονίας ανακαλύπτει διάφορα στοιχεία που παραπέμπουν στην ύπαρξη μιας “νεοναζιστικής” οργάνωσης η οποία καθώς φαίνεται έχει αναλάβει να συνεχίσει τον διωγμό των Εβραίων στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 80! Για παράδειγμα, ένα τέτοιο στοιχείο αποτελεί η λέξη “Grofaz” που είναι γραμμένη σε ένα σκισμένο κομμάτι χαρτί το οποίο βρέθηκε κοντά στον τόπο του εγκλήματος. Όπως κάποιος σιωνιστής ενημερώνει τον Gold, η λέξη αυτή αποτελεί ακρώνυμο για τον Χίτλερ (Größter Feldherr Αller Zeiten – Ο μεγαλύτερος στρατάρχης όλων των εποχών).

Η μεγάλη απάτη

Η πλοκή της ταινίας, αν και αρκούντως ενδιαφέρουσα στην επιφανειακή της όψη ως αστυνομικό δράμα και στην πιο εσωτερική της ως μελέτη της αναζήτησης ταυτότητας, παρουσιάζει μια ευφυέστατη, αναπάντεχη, και ιδιαιτέρως εύστοχη στροφή προς το τέλος της ταινίας. Ο Gold μένει άναυδος καθώς η όψιμη πίστη του στην ιουδαϊκή του ταυτότητα αρχίζει να καταρρέει μια και αποκαλύπτεται ότι όχι μόνο δεν υφίσταται “νεοναζιστική” οργάνωση, καθώς τα στοιχεία που παρέπεμπαν σε μια τέτοια φανταστική οργάνωση ήταν πλήρως κατασκευασμένα από την ίδια την σιωνιστική κλίκα στην οποία είχε ως ένα βαθμό ενταχθεί (π.χ. το χαρτί ήταν διαφημιστικό για την τροφή περιστεριών Grofazt Pigeon Feed το οποίο είχε επιμελώς σκιστεί για να παραμείνει μόνο το Grofaz), αλλά και ότι η δολοφονία της γηραιάς Εβραίας ήταν ένα τυχαίο γεγονός (όσο τυχαίο βέβαια μπορεί να είναι ένα έγκλημα σε γκέτο νέγρων…) το οποίο έσπευσε να εκμεταλλευτεί η κλίκα, με μπροστάρη τον ίδιο τον υιό του θύματος (!) ώστε να παγιδεύσει τον Gold. Ο στόχος της πλεκτάνης δεν έχει να κάνει ούτε με διωγμούς Εβραίων, ούτε με βαθύτερα φυλετικά, ιδεολογικά ή πολιτικά κίνητρα, αλλά με κάτι πολύ πιο πεζό: το χρήμα! Όπως αποδεικνύεται, η ιδιότητα του Gold ως αστυνομικού, μια ιδιότητα που του προσέφερε πρόσβαση σε μια συγκεκριμένη λίστα ονομάτων την οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι σιωνιστές για να εξασφαλίσουν οικονομικά κέρδη, είναι αυτή που τους έλκυσε στο να τον πλησιάσουν, να τον σαγηνεύσουν εκμεταλλευόμενοι τις ενοχές του, να τον χειραγωγήσουν, και εν τέλει να τον καταστήσουν υποχείριο τους.

Έχουμε λοιπόν “επιζώντες του Ολοκαυτώματος”, ανύπαρκτες βίαιες “νεοναζιστικές” οργανώσεις, σκηνοθετημένες διώξεις Εβραίων, συνωμοσία, εξαπάτηση, διαστρέβλωση, χειραγώγηση, εκμετάλλευση, και όλα αυτά για το χρήμα. Αν και η αλληγορία είναι κάτι παραπάνω από προφανής, καμία κριτική της ταινίας δεν έχει τολμήσει ούτε καν να την υπαινιχθεί. Αντιθέτως, όλες οι κριτικές προτιμούν να “τα σκουπίσουν όλα αυτά κάτω από το χαλί” και να επικεντρωθούν στην πλοκή, στους διαλόγους, και σε άλλα επιφανειακά χαρακτηριστικά της ταινίας.

Επίλογος: Ο εξοστρακισμένος Εβραίος

Στο κλείσιμο της ταινίας ο Gold καλείται να επιλέξει ανάμεσα στο καθήκον του ως αστυνομικός και στην όψιμη προσήλωση του στην Εβραϊκή του ταυτότητα και στην σιωνιστική κοινότητα. Η απόφαση του να επιλέξει το πρώτο, που γενικότερα ως επιλογή συμβολίζει την προσήλωση στην αναζήτηση της αλήθειας, έχει ως αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό του από την κοινότητα και συμβολικά από την φυλή. Χαρακτηριστικό είναι το βλέμμα απόγνωσης του Gold στα τελευταία πλάνα της ταινίας καθώς συνειδητοποιεί το άδοξο τέλος της αναζήτησης της φυλετικής του ταυτότητας και την μετέωρη θέση στην οποία έχει πλέον περιέλθει ως ένας άνθρωπος που δεν ανήκει πουθενά. Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας ολοκληρώνει την πορεία του. Από “Εβραίος που μισεί τον εαυτό του” μεταμορφώθηκε προσωρινά σε “υπερήφανο Εβραίο” για να καταλήξει “εξοστρακισμένος Εβραίος”.

Η εσωτερική σύγκρουση που φαίνεται να διέπει τον κεντρικό ήρωα, και κατ’ επέκταση τον ίδιο τον Μάμετ, συνιστά μια πάλη ανάμεσα στην αγωνιώδη αναζήτηση της εβραϊκής φυλετικής ταυτότητας και της υπαρξιακής ανάγκης του ατόμου για ένταξη και αποδοχή, από την μία, και στην προσήλωση στην αναζήτηση της αλήθειας από την άλλη. Στην σύγκρουση αυτή πολύ σπάνια έχει βγει νικήτρια η αναζήτηση της αλήθειας, κάτι απόλυτα λογικό μια και η έννοια της αλήθειας είναι ξένη και αντίθετη προς τα ένστικτα της συγκεκριμένης φυλής. Για αυτόν τον λόγο, οι σπάνιες αυτές περιπτώσεις έχουν αντιμετωπιστεί με χαρακτηριστικό μένος από την ιουδαϊκή κοινότητα, είτε σε τοπικό είτε σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του μεγάλου φιλοσόφου Μπαρούχ Σπινόζα (Baruch Spinoza), με τις θεωρίες του οποίου δεν έχει σημασία αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Γεγονός είναι ότι ο Σπινόζα εξεδιώχθη με ιδιαίτερο μένος από το ιουδαϊκό ιερατείο στο Άμστερνταμ του 17ου αιώνος λόγω των “αιρετικών” του πεποιθήσεων σχετικά με την Βίβλο και την έννοια του θείου, καθώς και για την εν γένει στάση ζωής του. Ας σημειωθεί ότι την δίωξη αυτή ήρθε αργότερα να συμπληρώσει και ο χριστιανισμός, με το πρόσωπο της καθολικής εκκλησίας, ως γνήσιο τέκνο του ιουδαϊσμού.

Πιο σύγχρονο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του πολιτικού επιστήμονα, συγγραφέα και ακαδημαϊκού Νόρμαν Φίνκελσταϊν (Norman Finkelstein) ο οποίος μετά από τον πολυετή πόλεμο που του εξαπέλυσε το σύγχρονο ιουδαϊκό ιερατείο, δηλ. το ακαδημαϊκό κατεστημένο των Η.Π.Α. και όχι μόνο, κατέληξε να διδάσκει στο Sakarya University Middle East Institute της Τουρκίας… Όπως και στην περίπτωση του Σπινόζα, αιτία του πολέμου εναντίον του Φίνκελσταϊν υπήρξαν οι “αιρετικές” του απόψεις, αυτή την φορά σχετικά με δύο σύγχρονα θέματα ταμπού του διεθνούς εβραϊσμού, την βιομηχανία που στήθηκε πάνω στο λεγόμενο Ολοκαύτωμα, κατά πρώτο λόγο, και δευτερευόντως την διένεξη Ισραήλ – Αράβων. Ακόμα ένα παράδειγμα βρίσκουμε στον εβραϊκής καταγωγής ιδιοφυή σκακιστή Ρόμπερτ Τζέιμς “Μπόμπι” Φίσερ (Robert James “Bobby” Fischer) ο οποίος βέβαια δεν μπορεί να συγκριθεί ως προσωπικότητα με τον Σπινόζα, αλλά ούτε καν με τον Φίνκελσταϊν, είναι όμως γεγονός ότι από διάσημος παγκόσμιος πρωταθλητής στα νεανικά του χρόνια κατέληξε αργότερα στη ζωή του, λόγω των ανοιχτά “αντισημιτικών” του απόψεων, να περιπλανάται ανά τον πλανήτη στιγματισμένος ως προδότης και λυσσαλέα κυνηγημένος από αυτούς που παλαιότερα τον αποθέωναν.

Ενδεικτικός σύνδεσμος για την ταινία «Homicide» στο διαδίκτυο: https://putlocker.ac/watchhomicideonlinefree-1991-putlocker.html