H γένεσις του μονοθεϊσμού.

η-ιακό-σύμβο-ο-54649121Είναι δυνατόν να υπάρχει ο θεός χωρίς τους ανθρώπους; Ποιά άραγε ισχύ θα είχε ο θεός εάν δεν υπήρχαν τα θνητά όντα; Επίσης υπήρχε άραγε κάποια εποχή όπου ούτε θεός υπήρχε ούτε άνθρωπος; Ας ερωτήσουμε και κάτι άλλο; Υπήρξε εποχή κατά την οποία θεός και άνθρωπος ήταν ένα; Είναι άραγε δυνατόν ο άνθρωπος να υπήρξε ή να υπάρξει χωρίς το θεό; Ποια πραγματική οντολογική τρίτη θα λέγαμε δύναμη υποκρύπτεται πίσω από το θεό και τον άνθρωπο, η οποία τους δημιούργησε και τους καθοδηγεί μέχρι τη στιγμή της αυτοαναίρεσής τους και της συνέχειας της απείρου οντολογικής εσωτερικής συνέχειας;
Στον κόσμο του θεού και του ανθρώπου εκείνο το οντολογικό μέγεθος το οποίο αναιρείται είναι η συνέχεια. Ο άνθρωπος εσωκλείεται στη διάσταση που ξεκινά από την ιδέα του πρώτου θεϊκού όντος και του δημιουργηθέντος εξ αυτού κόσμου και τελειοποιείται στην ανθρώπινη πόλη και πολιτισμό. Ο μονοθεϊσμός τελειοποιεί τον παρόντα κύκλο της διάστασης στερεοποιώντας το μοντέλο εμμενούς διάστασης που όπως ήδη είπαμε ξεκινά από το θεό και διά της φύσης-κόσμου περατώνεται στον άνθρωπο.
γαλαξίαςΜέσα στο άπειρο oν όμως ποια κεντρική έννοια γεννά το θεό; Ας φαντασθούμε και μόνο ότι το ον ως τέτοιο είναι αχανές, περικλείοντας απείρους κόσμους, γαλαξίες και συμπαντικές δημιουργίες. Ο θεός μας και ο κόσμος και ο άνθρωπος αυτής της διάστασης είναι μόνο μία απλή τριάδα μπροστά στις άπειρες συστοιχίες άλλων οντοτήτων που ομοίως κυριαρχούν σε πάμπολλες άλλες συμπαντικές δημιουργίες. Άρα διατυπώνουμε το πρώτο μας συμπέρασμα ότι ο θεός είναι μία μετέπειτα ανακάλυψη αλλά όχι οντολογική έννοια. Άραγε το βρέφος όταν γεννάται «γνωρίζει» το θεό; Αν ναι πώς και με ποιο τρόπο και μορφή; Διότι οντολογικό είναι αυτό που πάντα γνωρίζει ο άνθρωπος. Μήπως απλά μέσα στο όν κατανέμουμε δυνάμεις και η πιο πνευματική ονομάζεται θεός και η πιο συγκεκριμένη άνθρωπος; Αναφέρει ο Hράκλειτος, ο σκοτεινός φιλόσοφος για την έννοια του κόσμου-όντος: «O ήλιος κάθε ημέρα είναι και καινούργιος».
imagesΗ γη ως μέρος του όντος και της απόλυτης εσωτερικής πορείας αυτού συνεχώς τρέφεται από την άπειρο δύναμή του και ενέργειά του. Ο ήλιος λοιπόν ως ο βασικός πάροχος δύναμης και ενέργειας στη γη, συνεχώς ανατροφοδοτείται από το όν, από το Είναι ως τέτοιο, άρα πραγματικά συνεχώς ανανεούται. Ας μην σταματήσουμε όμως εδώ. Ο ήλιος φέρει και πνευματικό και υλικό φώς. Και πνευματικές αλλά και υλικές δυνάμεις εκ του απείρου όντος. Αυτό σημαίνει ότι ούτε η γη ούτε ο άνθρωπος είναι ίδιοι κάθε ημέρα. Άρα ουσιαστικά ο Ηράκλειτος αναφέρει ότι κανένας θεός αλλά ούτε και άνθρωπος υπάρχει παρά μόνο μία συνεχώς προσφερομένη οντολογική δύναμη η οποία απλά λαμβάνει ανά διάσταση, μορφή, σάρκα και οστά. Από εδώ πηγάζει και η επομένη γνωστή ρήση του Εφεσίου σκοτεινού φιλοσόφου: «ο κόσμος αυτός, αυτός ο συγκεκριμένος από όλους, δε δημιουργήθηκε από κανένα θεό ή άνθρωπο, αλλά πάντα ήταν είναι και θα είναι πυρ αιώνιον… οι αθάνατοι είναι θνητοί, οι θνητοί είναι αθάνατοι που ζουν το θάνατο εκείνων ενώ πεθαίνουν τη ζωή εκείνων… στις ψυχές ο θάνατος γίνεται ύδωρ, στο νερό ο θάνατος γίνεται γη στερεά και από αυτή ξαναγίνεται το νερό από το νερό προκύπτει η ψυχή». Κάθε συζήτηση για το μονοθεϊσμό είναι αντιοντολογική. Άρα ας ασχοληθούμε με τον οντολογικό λόγο του Ηρακλείτου υπό την έννοια ότι ο Εφέσιος ασχολείται με το Ον ως τέτοιο μέσα από την αέναη κίνησή του χωρίς να ενδιαφέρεται για την συγκεκριμένη ανάλυση και ενασχόληση με το συγκεκριμένο μέγεθος της γης. Για τον Εφέσιο η γη, ο κόσμος και η φύση είναι απλές δυνάμεις. Σε αυτή τη στιγμή δεν χρειαζόμαστε θεό, στην πορεία προς τη μεταβολή της γης σε κόσμο και φύση. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο θεός είναι προϊόν ποιοτικής οντολογικής μεταβολής και συγκεκριμένα είναι γέννημα των οντολογικών δυνάμεων που αυτές προδημιουργούν τη γη την οποία και μετέπειτα την παραδίδουν στο θεό και στους ανθρώπους – τον οποιονδήποτε πλανήτη – για την περαιτέρω δομική εξέλιξή του. Ο Ηράκλειτος είναι σαφής σε αυτές τις οντολογικές επισημάνσεις του. Με την έννοια του πυρός δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά τη συνεχή οντολογική βουλητική ανακατανομή των δυνάμεων – δημιουργία – η οποία βέβαια γεννά νέες συνεχώς οντότητες. Το πυρ, η οντολογική συνέχεια γεννά κόσμους και θεούς και ανθρώπους, και όλα όσα θα μπορούσαν να θυμίσουν κόσμους και θεούς και ανθρώπους. Άρα πίσω από θεό και φύση και άνθρωπο υπάρχει η συνέχεια του όντος η οποία εξαντλεί τα πάντα. Και ολοκληρώνει τα πάντα.
HeracleitusΕξάλλου ο Εφέσιος το δηλώνει με την οντολογική σαφήνεια που τον διακατέχει. Οι θεοί και οι άνθρωποι εναλλάσσονται οντολογικά διότι είναι απλά σύνολα οντολογικών δυνάμεων και τίποτε παραπάνω. Τη στιγμή βέβαια που ατενίζουμε λογικά τα πάντα χωρίς συναισθηματικούς ακροβατισμούς που μας οδηγούν σε θρησκειακές λατρείες και άλλες έλλογες στασιμότητες. Η εναλλαγή των οντολογικών δυνάμεων των θεών και των ανθρώπων εξηγείται από το γεγονός ότι από το πρίσμα αυτού που προμηθεύει και εξαντλεί δυνάμεις τα πρόσωπα – είτε του θεού είτε του ανθρώπου – είναι μόνο μερικές στιγμές και τίποτε απολύτως άλλο. Πώς όμως είναι δυνατόν να εναλλάσσονται θεοί και άνθρωποι; Είναι δυνατόν έστω και για μία στιγμή ο θεός να τίθεται ως υποπόδιον του ανθρώπου;
Τα λόγια δεν είναι πραγματικά αλλά υπόκεινται σε ένα καθαρά «μυθικό» θα λέγαμε συμβολισμό. Εάν σκεφθούμε ότι οι τρείς διαστάσεις του κόσμου μας είναι η μυθική, η λογική και ένας τελικός συνδυασμός αυτών στον άνθρωπο του «ταυτόν εστίν νοείν τε και είναι» καταλαβαίνουμε ότι μέσα σε αυτό το λογικό άλογο πλαίσιο πρέπει να σημειώσουμε κάποιες σκέψεις γύρω από τα λόγια του Εφεσίου. Το ον διαθέτει πολλές δυνάμεις και τρόπους. Εσωτερικό και εξωτερικό. Στην αρχή όλα είναι ένα, ο θεός είναι η δύναμη της αφαίρεσης και ο άνθρωπος της συγκεκριμενικότητος, σαν να λέμε του πνεύματος και της ύλης αντίστοιχα. Όταν ξεχώρισαν σε καμμία των περιπτώσεων δεν χαρακτηρίζονταν από τη σχέση ανωτέρου και κατωτέρου όπως συμβαίνει στο χριστιανισμό. Ο θεός χάριζε δυνάμεις στον άνθρωπο όπως και το αντίστροφο. Ίσως ο Πλάτων περιέγραψε όλα αυτά στον Πολιτικό του εκεί που συζητεί για την Ατλαντίδα. Μέσα στη δίνη των οντολογικών δυνάμεων ο θεός και ο άνθρωπος είναι αχθοφόροι δυνάμεων, δούλοι του απείρου που τους έδωσε πρόσκαιρη εξωτερική μορφή και εσωτερική αναφορικότητα προς το όν και απλά εναλλάσσονται στην ολοκλήρωση της αποστολής των.
Γι’ αυτό εξάλλου ανάλογα με ποιο υλικό κουβαλάνε θεοί και άνθρωποι ανάλογα και πορεύονται. Γίνονται αήρ και ύδωρ και πυρ και γαία. Εννοείται από καθαρά αφαιρετική σκοπιά όλα πρέπει να γίνουν όλα προκειμένου να εξαντληθούν. Σε αυτή την περιδίνηση υπάρχει πλήρης οντολογική ισόρροπη ανισορροπία η οποία δεν μπορεί κανένα θεό να επιβάλει ως ένα και δημιουργό του σύμπαντος και του ανθρώπου. Η λήθη του όντος είναι ο πρώτος λόγος εμφάνισης του θεού. Ο Παύλος είναι πολύ συγκεκριμένος στην προς Ρωμαίους επιστολή: «(1,11+12). Διότι έχω φλογερό πάθος να σας ίδω διά να σας μεταδώσω κάποιο πνευματικό χάρισμα και πνευματικήν ωφέλειαν ώστε να στηριχθήτε ακόμη περισσότερο είς την κατά Χριστόν ζωήν και πίστιν. Αλλά τούτο σημαίνει ότι και εγώ αισθάνομαι την ανάγκη να παρηγορηθώ και να ενισχυθώ μεταξύ σας όπως και εσείς από εμέ διά της κοινής πίστης και ημών και εμού η οποία μας συνδέει». Ο Παύλος έμμεσα αποκαλύπτει την πραγματική φύση των μονοθεϊστικών θρησκειών, η οποία είναι ο υποβιβασμός του όντος σε απλή ανθρώπινη, κοσμική και θεία φύση, η ταύτιση του φυσικού κόσμου με το σύνολο των θείων και ανθρωπίνων ιδιοτήτων. Στο χριστιανισμό αλλά και σε όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες συντελείται η πιο ευήθης οντολογική αφαίρεση. Το άπειρο καταργείται και ο κόσμος ως αφαίρεση και συγκεκριμένο μέγεθος ταυτίζεται με τη φύση ως το σύνολο των θείων και ανθρωπίνων ιδιοτήτων. Το χάσμα ανάμεσα στον Αντιφώντειο κόσμο της φύσης και του νόμου καλύπτεται στις μονοθεϊστικές θρησκείες διότι ο νόμος του θεού είναι ένα με την ανθρώπινη φύση ως σύνολο των ανθρωπίνων ιδιοτήτων που ζωοποιούνται όταν υπηρετούν το νόμο του θεού. Στις μονοθεϊστικές θρησκείες ταυτίζεται ο νόμος του θεού και η ανθρώπινη φύση η οποία διά του νόμου οδεύει προς τη βασιλεία του θεού. Θέτοντας λοιπόν ο Παύλος το πρότυπο του Ιησού χτίζει μία μικρή καλυβούλα μέσα στο άπειρο όν προκειμένου να στεγάσει τη θρησκεία του θεανθρώπου. Το ον λησμονείται οι άνθρωποι όμως λατρεύουν το θεάνθρωπο Ιησού ή τον Αλλάχ ή όποιον άλλο δήθεν μεσσία.
Fire-03-googΟ Νύσσης χαρακτηριστικά αναφέρει: (Λόγος περί ψυχής και αναστάσεως) «Κι αν αγγίξεις το σώμα του με φωτιά ή με σίδερο ή αν το κόψεις με το ξίφος ή το ρίξεις σε σαρκοφάγα θηρία, ακόμη κι αν το παραχώσεις στο χώμα, απέναντι σ᾿ όλα αυτά ο νεκρός αντιδρά το ίδιο (μένει αναίσθητος). «Όταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αυτά τέτοια αλλαγή, και το αίτιο της ζωής – ο,τιδήποτε είναι αυτό – φτάσει απότομα στην αφάνεια και την εξαφάνιση, όπως συμβαίνει με σβησμένο λυχνάρι που η φλόγα του, που άναβε πριν, τώρα ούτε στο φυτίλι δεν διατηρείται ούτε αλλού βρίσκεται, αλλά παντελώς χάνεται, πώς είναι δυνατόν μια τέτοια μεταβολή να μην προκαλέσει καθόλου λύπη σε κανέναν, που δεν έχει προφανώς και που να στηριχθεί». Παρατηρούμε με ποιόν τρόπο ο άνθρωπος ως σώμα και πνεύμα απομακρύνεται από το ον – διά του ανυπάρκτου δυϊσμού ύλης και πνεύματος – και δήθεν κατευθύνεται προς το θεό μιας και αυτός είναι ο δημιουργός της ζωής. Το σώμα και το πνεύμα από οντολογικής σκοπιάς είναι απλά σύνολα δυνάμεων και ο θάνατος και η ζωή απλές οντολογικές στροφές στην οντολογική οδό. Στο διαστασιακό όμως μονοθεϊσμό έχουμε ένα κεντρικό άξονα πνεύματος και ψυχής και σώματος ο οποίος ορίζει τα σύνορα της ανθρώπινης διαστασιακής προσωπικότητος. Ο νους λησμονεί το άπειρο και ο κόσμος της γης τον απορροφά ώστε φοβείται τη μετάβαση προς τον επόμενο κόσμο. Ο φόβος αυτός παραμένει αίτιο του μονοθεϊσμού διότι μόνον ο θεός μπορεί να τον λύσει. Η ψυχή εγκλωβισμένη στη γη έχει πιστέψει τις μονοθεϊστικές κοσμοθεωρίες ότι η γη είναι θείο δημιούργημα και θέλει λοιπόν να τη ζήσει, να τη γευθεί. Η μετάβαση σε ανώτερο κόσμο απελευθερώνει άγχος και απελπισία τουλάχιστον στο κομμάτι εκείνο της μετάβασης που ονομάζεται θάνατος. Διότι σωστά ο Επίκουρος επεσήμανε «ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβείται το θάνατο, όταν υπάρχει ο άνθρωπος δεν υπάρχει ο θάνατος, όταν συμβαίνει ο θάνατος τότε δεν υπάρχει ο άνθρωπος». Χρειάζεται όμως τελικά ο θεός να παίρνει τον άνθρωπο από το χεράκι και να τον οδηγεί στην επόμενη ανώτερη ουσιακή πραγματικότητα.
ΕπικουροσΕπίσης η παλαιά διαθήκη, συλλήβδην όλες οι κοσμολογίες που κληρονομήθηκαν στον πολιτισμό μας, πανέξυπνα φυλάκισαν τον άνθρωπο μέσα σε δύο βασικές υλικές φόρμες, η έξοδος από τις οποίες έχει υποστηριχθεί πλέον ότι γίνεται μόνο με τη βοήθεια του ιαχβέ. Του ενός θεού σύμφωνα με κάποιους. Η πρώτη υλική φόρμα είναι το σώμα, η δεύτερη είναι ο ορατός κόσμος. Η παλαιά διαθήκη παραμένει η ενδεικτική αιτία της γένεσης του μονοθεϊσμού στον ανθρώπινο κόσμο μιας και είναι η βασική αιτία της οντολογικής λήθης αλλά και της νοοτροπίας ότι ο θεός είναι ο φίλος μου και επειδή ακριβώς είναι γνωστός μου αυτός θα με πάρει από τον κόσμο αυτό, θα με βγάλει έξω από το σώμα μου και θα με οδηγήσει στον κόσμο της βασιλείας του θεού. Τι ακριβώς συνέβη με την παλαιά διαθήκη;
Κατ΄ αρχήν η παλαιά διαθήκη αποσυνδέει τον κόσμο του γηΐνου γίγνεσθαι από το οντολογικό εσωτερικό γίγνεσθαι. Προκειμένου να το επιτύχει αυτό προβάλλει το πρόσωπο θεός ως αντιστάθμισμα στο άπειρο και απρόσωπο όν. Ο συγκεκριμένος και πεπερασμένος κόσμος της παλαιάς διαθήκης θα έχει ενδιαφέρον μόνο εάν είναι αντίθετος με τον κόσμο του απείρου όντος – εντός του οποίου βέβαια σε κάθε περίπτωση βρίσκεται. Βασική παράμετρος αντίθεσης του πεπερασμένου γηΐνου κόσμου από τον άπειρο οντολογικό κόσμο είναι ο θεός. Ο θεός δεν μπορεί να έχει καμμία ισχύ στο άπειρο ον διότι εκεί όλα είναι συνεχής κίνηση συνεχών και εν στιγμή μεταλλαγών. Δεν υπάρχει στάση, διαφοροποίηση, δυαλισμός του σήμερα και του αύριο. Όλα είναι μέσα από τη συνεχή και ελεύθερη κίνησή τους.
Ο γήινος όμως κόσμος είναι το συγκεκριμένο και χρειάζεται τον ιαχβέ ως κυβερνήτη διότι τώρα στη γη όλα είναι εν στάσει και πρέπει κάποιος όλα να τα καθοδηγεί. Το συγκεκριμένο γήινο γίγνεσθαι θέλει κάποιον καθοδηγητή και αυτός μοιραία είναι ο θεός. Αποκομμένος ο γήινος κόσμος από το οντολογικό γίγνεσθαι δομείται επάνω στον μαθητή άνθρωπο και στο δάσκαλο θεό. Ο θεός πλέον μέσα από τους δύσβατους δρόμους της ύλης θα καθοδηγήσει τον άνθρωπο προς την δήθεν βασιλεία του θεού – τη στιγμή που και θεοί και άνθρωποι ως εσωτερικότητες είναι ανήκουσες στην άπειρη οντολογική εσωτερικότητα.
Η αποκοπή του γηΐνου κόσμου από το ον γίνεται μαεστρικά πράγματι στην παλαιά διαθήκη (μέσα από τη δήθεν δημιουργία της γης εκ του μηδενός, που σημαίνει ότι όλα αρχίζουν τώρα λες και πριν τίποτε δεν υπήρχε (ακόμα και ο Μέγας Βασίλειος υπονοεί στην εξαήμερο ότι η γη προϋπήρχε μέσα από τη φοβερή φράση του ότι λίγο πριν τη δημιουργία της γης «η γη ήν αόρατος». Ο θεός (σαν να λέμε μία από τις άπειρες οντολογικές δυνάμεις) απλά της έδωσε άλλη μορφή – όπως συμβαίνει με άπειρες οντολογικές δημιουργίες. Τεχνηέντως όμως μέσα από τη θεωρία της εκ του μηδενός δημιουργίας ο κόσμος μας απεκόπη εντελώς από το οντολογικό γίγνεσθαι, υποτάχθηκε στους νόμους του θεού διότι έναντι του απείρου όντος ο κόσμος μας γίνεται θελκτικός μόνο εάν κυβερνάται από την ανθρώπινη αντανάκλαση επί του ουρανού, από το θεό δηλαδή). Ας θυμηθούμε μόνο κάποιες από τις δέκα εντολές – οι οποίες είναι τα πλέον ηθικά αλλά και γνωσιολογικά υλικά οικοδόμησης αυτού του μονοθεϊστικού κόσμου.
Στην πρώτη εντολή λοιπόν ο ιαχβέ κατά πανέξυπνο τρόπο δεν καθιερώνεται στους εβραίους για κάποιους ανωτέρους οντολογικούς ή ηθικούς λόγους. Επιβάλλεται για ένα πολύ απλό και καθημερινό τρόπο. Τους θυμίζει ότι είναι ο θεός που έσωσε τη ζωή τους σε σχέση με τον Φαραώ, σαν να λέμε ο θεός προσφέρει ασφάλεια γήινη στους φοβισμένους και αυτοί το δέχονται. Ο σκοπός είναι ο έλεγχος της ζωής και όχι κάποιος ανώτερος και ενορατικός λόγος. Επειδή όμως ο ιαχβέ γνωρίζει πολύ καλά ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής (και οι εβραίοι) θυμούνταν ανωτέρους και πλέον οντολογικούς θεούς, θέτει την πλέον απειλητική προϋπόθεση: «Δεν θα υπάρξουν άλλοι θεοί πέρα από εμένα». Σαν να λέμε, τους άλλους θεούς, που από γενεά σε γενεά λατρεύατε και σας υπόσχονταν ό,τι σας υπόσχονταν, ξεχάστε τους, τώρα ήλθα εγώ. Το όλο παιχνίδι είναι ρόλοι εξουσίας και σε καμμία των περιπτώσεων ο άνθρωπος που εσωτερικά ακολουθεί το ον δεν χρειάζεται οντολογικούς φύλακες. Η ανάγκη μιας γήινης πνευματικής καθοδήγησης, η απιστία στον εαυτό μας, και η πίστη ότι πάντα υπάρχει κάποιος άλλος που μπορεί να μας νταντεύσει στη γη είναι και παραμένουν οι ανόητες αλλά βασικές αιτίες του μονοθεϊσμού. Πέρα από τον εξουσιαστικό έλεγχο των μαζών από αυτούς που πολιτικά εκμεταλλεύονται τις αφελείς πολιτικές πίστεις των πολλών.
Ο ιαχβέ δε σταματά εδώ. Στη δεύτερη μάλιστα εντολή προχωρεί ακόμη παραπέρα. Οι άνθρωποι ό,τι φαντάζονταν είχαν την τάση να το αναπαριστούν με αγάλματα. Φαντάζονταν άλλους θεούς, άλλες θεότητες, με αυτές έδιδαν στον εαυτό τους δύναμη να συνεχίσουν την ανθρώπινη ζωή τους, προκειμένου να τις έχουν και ορατά κοντά τους τις μετέτρεπαν σε αγάλματα, διάφορες υλικές κατασκευές. Ο ιαχβέ το απαγορεύει. Αναφέρει μάλιστα ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να ξεχάσουν και τους υπέργειους και τους υποθαλάσσιους θεούς, προκειμένου να μείνει μόνον αυτός ένας και κυρίαρχος θεός (ας μην ξεχνούμε ότι από τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό ξεπήδησαν οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι). Γιατί άραγε; Ο μονοθεϊσμός δεν έχει καμμία σχέση με την αλήθεια. Σε καμμία των περιπτώσεων δεν μπορούμε να πεισθούμε ότι ξαφνικά ο ιαχβέ αντικατέστησε τους παραδοσιακούς θεούς τόσων και τόσων λαών επειδή δήθεν ήταν ο πλέον αληθινός θεός. Το όλο θέμα έχει να κάνει με πλείστους όσους κοινωνικούς και γενικότερα ιστορικά πολιτισμικούς παράγοντες. Ο Ζαν Σολέρ σε μία περίφημη συνέντευξή του με τίτλο: «από τον εθνοτικό θεό στο μοναδικό θεό» εξηγεί σε ικανοποιητικότατο βαθμό το γιατί τελικά ο μονοθεϊστής (όχι η μονολατρεία – η οποία δέχεται ένα θεό ανάμεσα σε πολλούς θεούς – αλλά ο μονοθεϊσμός) ιαχβέ επεβλήθη στους εβραίους. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατ΄ αρχάς ο θεός των εβραίων ήταν ένας τοπικός εθνοτικός θεός όμοιος με αυτόν των άλλων γειτνιαζόντων λαών. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η ανάγνωση της Βίβλου στα εβραϊκά επιβεβαίωσε την ιδέα του ότι ο εθνοτικός θεός των εβραίων ήταν ο ίδιος με το θεό των Ασσυρίων, τον Ασσούρ, ή των Βαβυλωνίων, τον Μαρδούκ. Στην πορεία του χρόνου όμως ο ιαχβέ κατέστη ο μόνος θεός και δημιουργός του κόσμου διότι οι εβραίοι έπρεπε να αποκτήσουν άλλη ταυτότητα από όλους τους επικίνδυνους λαούς της εποχής. Με τον ιαχβέ «εθνικό θεό» οι εβραίοι διακρίθηκαν από τους άλλους λαούς, απέκτησαν εθνική προσωπικότητα, εξήγησαν τον κόσμο και τη δημιουργία και έδωσαν ολοκληρωμένο θεολογικό και πολιτειακό σύστημα στους κατοίκους του Ισραήλ.
250px-PlotinosΟ μονοθεϊσμός λοιπόν γεννάται προκειμένου οι πολίτες και η πόλη να ελέγξουν τη γήινη ζωή τους, να οργανωθούν καλλίτερα και η ζωή τους να είναι ενδελεχής. Ίσως θα πρέπει να κάνουμε ειδική μνεία στον αριθμό ένα(1). Ας χρησιμοποιήσουμε για παράδειγμα τον Πλωτίνο. Αναφέρεται λοιπόν για τον Πλωτίνο: «Στη συνέχεια όμως ο Πλωτίνος αφήνοντας πίσω την ανθρώπινη ψυχή και την ωραιότητα της πλησιάζει το ανώτερο επίπεδο της στην ιεραρχία, το Νου. Εδώ πλέον το κάλλος είναι νοητό, συγγενεύει με το ύψιστο Εν. Ο Νους είναι το φως για την ανθρώπινη ψυχή και όταν την φωτίσει θα της δώσει θεϊκή ωραιότητα: «το πνεύμα εκόσμησε την ψυχή και της προσέφερε φως από το μεγαλύτερο φως που είναι και η πρωταρχική ωραιότητα».
Ο αριθμός «ένα» δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον στην έρευνά μας εδώ κάποιο ποσοτικό μέγεθος. Ήταν εξόχως η ποιοτική αντιπροσώπευση της αρχέγονης μονικής ενότητος των πραγμάτων, αυτού του σύμπαντος. Το «Εν», εσωτερικά και αφαιρετικά, δηλώνει την πίστη και την κατασταλαγμένη γνώση των ανθρώπων στο γεγονός ότι όλα γύρω μας και πάνω μας, κάποια στιγμή θα μπορούσαν να γνωρίσουν την πανάρχαια και χαμένη ενιαία φύση τους. Η έννοια του «Ενός» αντιπροσωπεύει την πανάρχαια πίστη ότι η πολλαπλότητα μπερδεύει και στενοχωρεί, είναι πηγή επιθυμίας και πόνου. Η ενότητα απλοποιεί τα πράγματα, καταδεικνύει την οδό, οδηγεί τον άνθρωπο σε σταθερή αναφορά σε σχέση με το ενιαίο, ουσιαστικά καθιστά τον άνθρωπο ενικό και μοναδικό σύνολο όλων των δυνάμεων οι οποίες ως προσωπικότητα προχωρούν και εξελίσσουν τον άνθρωπο ως πρόσωπο σε σχέση.
Η ενοποίηση του όλου, η ανάδειξη του ενός, περνά από πολλά στάδια. Ουσιαστικά ακολουθεί τη συνήθη οντολογική πορεία. Όλα ήταν ένα και έγιναν πολλά προκειμένου να ξαναγίνουν ένα. Σε πρώτη φάση θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι ο μονοθεϊσμός είναι η πρώτη μεγάλη και αποφασιστική νίκη του ανθρώπου επάνω στο άπειρο όν. Ο μονοθεϊσμός σηματοδοτεί τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αυτοκλείεται στην παρούσα διάσταση, λατρεύει το προβλέψιμο και το πεπερασμένο, μιας και έχει βρει την αρχή και το τέλος αυτού του κόσμου μέσα από τον ένα δήθεν θεό. Σε δεύτερο χρόνο ο μονοθεϊσμός μας θυμίζει ότι όλα μπορεί να ξαναγίνουν ένα όπως κάποτε οντολογικά ήταν. Τώρα όμως η ενότητα δεν αποκτά τον τρόπο του εσωτερικού εγώ και της εσωτερικότητας του όντος αλλά επιθυμείται σύμφωνα με τις ιδρυματοποιημένες θρησκείες του μονοθεϊσμού. Διαβάζοντας τους ψαλμούς ανακαλύπτουμε ότι ο θεός έφτιαξε τη γη και τον ήλιο, αλλά δεν σημαίνει αυτό ότι έφτιαξε και όλα τα άλλα τα οποία δεν ξέρουμε και συναποτελούν το ον. Άρα ο μονοθεϊσμός αποτελεί φρικτή παραχάραξη του όντος και της απειρίας. Ξεγελά τον άνθρωπο μέσα από την γνώση της δήθεν αρχής και τέλους αυτού του κόσμου και της κατάληξης σε μία βασιλεία των ουρανών. Όμως μέσα στο αχανές ον ακόμα και η βασιλεία του θεού κάποτε δεν θα υπάρχει διότι ο θεός είναι και αυτός ένας απλός απεσταλμένος του όντος και τίποτε παραπάνω. Κυρίως όμως και σε κάθε περίπτωση η έννοια του ενός είναι μία εμπειρική έννοια καθόλου αυθύπαρκτη – το βρέφος δεν γνωρίζει την έννοια του ενός, αλλά απλά την γνωρίζει όταν ωριμάσει – άρα και η έννοια του μονοθεϊσμού είναι μία a posteriori έννοια η οποία απλά εφευρέθη προκειμένου κάποιοι πίσω από το μεγάλο αφεντικό θεό κρυμμένοι να κυβερνήσουν τους προσκυνήσαντες ανθρώπους.
platonΑπλά η έννοια του ενός είναι μία απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να μαζέψει όλα τα κομμάτια (κνίσματα κατά τον Πλάτωνα) του κόσμου μήπως και καταφέρει να δημιουργήσει το σπασμένο είδωλο του Άλλου, του κόσμου του θεού, ώστε σε σχέση με αυτό το ενιαίο είδωλο να αυτοπροσδιορισθεί -η πολυπλοκότητα του κόσμου τον παιδεύει σαν την εικόνα του πλατωνικού Τίμαιου όπου οι ψυχές χαμένες στην πολλότητα βασανίζονται. Όμως η έννοια του ενός είναι απλά μία a posteriori έννοια καθαρά εμμενής και επίκτητη αντιοντολογική. Διότι πέρα από την πρόσκαιρη αρμονία του ενός και του μονοθεϊσμού υπάρχει η αρμονία του όντος ως χάους και πράγματος καθ’ εαυτού. Ο μονοθεϊσμός δεν είναι το πράγμα καθ εαυτό διότι ζει σε σχέση με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Το πράγμα κάθ΄ εαυτό δεν έχει καμμία σχέση διότι είναι το πραγματικό όλον.
Σωστά κάποιοι συζητούν για τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης: «Όπως μάλιστα εξηγεί ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στην πραγματεία του «Περί Ψυχής και Αναστάσεως» 12, ο άνθρωπος έχει αληθινή συγγένεια με το Θεό, καθ’ ότι αποτελεί και ο ίδιος πρωτίστως «νου», «εικόνα». Ο Νύσσης σωστά μας καταθέτει έναν ακόμη συναισθηματικό λόγο που σε κάθε περίπτωση γεννά το μονοθεϊσμό. Ο άνθρωπος μέσα από την υπαρξιακή μοναξιά των ελληνιστικών χρόνων αλλά και των ρωμαϊκών, μέσα από τον απίστευτο συγκρητισμό ανατολικών και ελληνικών και άλλων θρησκειών θέλει κάπου να ακουμπήσει και λογικά και συναισθηματικά. Θέλει τόσο να νοιώσει έναν ανώτερο φίλο ο οποίος να ικανοποιεί όλα τα κριτήρια μιας ανωτέρας οντότητος όπως τα είχε θέσει ο Πλάτων. Η Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία παρέμεινε σε ένα απρόσωπο φιλοσοφικό επίπεδο ανάλυσης του θείου. Δεν θέλησε να κατεβάσει το θεό στη γη λες και πρόκειται για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, τον ιατρό που θα μας δώσει συμβουλές τι θα κάνουμε ή τι δεν πρέπει να κάνουμε στην οντολογική μας πορεία επί της γης. Η αφαιρετική διαδικασία γένεσης ενός θεού αποτελεί βαθυτάτη ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου, ο οποίος όλες τις ελπίδες του και τους φόβους του τους ανήγαγε σε ένα φανταστικό ον, στη βάση ότι το πλατωνικό αγαθό και ο αριστοτέλειος νους (πρώτον κινούν ακίνητον) θα μπορούσαν να αποκτήσουν μία ακόμα πιο συγκεκριμένη μορφή. Όπως από τα βάθη του απείρου εμφανίσθηκε ο άνθρωπος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο μονοθεϊσμός είναι μία συνέχεια ή ακόμα και μία αντιστροφή της γένεσης. Ο άνθρωπος δημιουργεί το θεό διότι θέλει να εξωτερικεύσει όλες τις δυνάμεις του σε μία αντανακλαστική μορφή η οποία και θα τον βοηθήσει να νικήσει τους φόβους του και να προχωρήσει προς ένα ανώτερο κόσμο. Ίσως ο μονοθεϊσμός είναι μία οντολογική αναγκαιότητα. Ο άνθρωπος εξωτερικεύει σε μία άλλη οντότητα όσα ο ίδιος μπορεί αλλά δεν βούλεται να κάνει. Μόλις όμως ιδρυθεί ο μονοθεϊσμός σταδιακά ο άνθρωπος αρχίζει να παίρνει δυνάμεις, σκέψεις και ενέργειες από την θεία τράπεζα που δημιούργησε. Με αυτόν τον τρόπο κυριαρχεί στη γη, εσωτερικοποιεί το θεό, δυναμώνει βουλητικά, εκμεταλλεύεται με την επιστήμη και την τεχνολογία κάθε εκατοστό του πλανήτου.
Ο Σαρτρ μας αναφέρει ότι η πίστη σε μία άλλη ζωή είναι αυτή που φέρει το θάνατο σε αυτή την κατάσταση εδώ. Ένας θεός ο οποίος αφήνει τον άνθρωπο να βασανίζεται σε αυτή τη ζωή εδώ, δεν τον λυτρώνει από όλους του τους φόβους ασφαλέστατα είναι ένας σκληρός και άδικος θεός ο οποίος και θα πρέπει να πεθάνει. Τα λόγια του γάλλου φιλοσόφου μας αποκαλύπτουν όλο το κρυφό υπόβαθρο του μονοθεϊσμού και την κατάληξή του στην πλήρη εσωτερικοποίηση του εξωτερικά δημιουργηθέντος θεού από τον άνθρωπο ο οποίος με αυτόν τον τρόπο οντολογικά δυναμώνει. Το πρώτο βήμα ήταν η δημιουργία του θεού από τον άνθρωπο. Το δεύτερο βήμα η γνωριμία μαζί του μέσω των θρησκειών. Το τρίτο η απογοήτευση για τη συνεχιζόμενη δύσκολη και ανυπόφορη ζωή στη γη. Το τέταρτο η πλήρης εσωτερικοποίηση του θεού εκ μέρους του ανθρώπου άρα η πλήρης έλλογη ενδυνάμωση του ανθρώπου. Τίποτε από όλα τα παραπάνω δεν θα γινόταν εάν δεν είχε απομονωθεί ενικά ο μονοθεϊστικός θεός.
¨χαιντεγκερΟ μονοθεϊσμός αποτελεί την πορεία από το άπειρο προς το πεπερασμένο. Ίσως αυτή η κίνηση να κρίνεται ως οντολογικά αναγκαία. Ίσως είναι η πορεία από το Είναι προς το ώδε είναι όπως αναφέρει ο Χάιντεγκερ. Ο Έγελος αναφέρει ότι η έννοια του απείρου έχει σημασία όταν σχετίζεται με τη σκέψη της περατότητος. Ο Γερμανός φιλόσοφος μας αναφέρει ότι η έννοια του απείρου – κακώς τη συσχετίζει με το θεό – καθώς και η έννοια της περατότητος εσωτερικά διαφοροποιούνται. Μάλλον εννοεί ότι η ανακατανομή των δυνάμεων προχωρεί από το άπειρο χάος και διαμορφώνει περατές οντότητες τέτοιες όπως του ανθρώπου. Ο οποίος εσωτερικά σχετίζεται με άπειρες οντότητες – αυτές που υπάρχουν και πέρα από το θεό. Ο Γερμανός φιλόσοφος ίσως χωρίς να το γνωρίζει δίνει την καλλίτερη δικαιολογία για την αφελή μονοθεϊστική πίστη. Ο άνθρωπος ρέπει στο να ανακαλύψει ισοδύναμα απέναντι στο χάος το οποίο τον φόβιζε πάντα – και τώρα τον φοβίζει άσχετα εάν έχει ανακαλύψει υποκατάστατα της εσωτερικότητος στο πρόσωπο του θεού. Ο μονοθεϊσμός είναι η εσπευσμένη απάντηση του τρομοκρατημένου ανθρώπου ο οποίος κάνοντας το σύμπαν καθρέπτη, αποτυπώνει το πρόσωπό του και ονομάζει αυτό το είδωλο θεό, τον ιδρυτή του μονοθεϊσμού. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί δύο οντικά στηρίγματα στο άπειρο χάος στην άπειρη ροή. Το θεό και τον εαυτό του. Το αλληλοδόσιμο ανάμεσα σε αυτές τις οντότητες ονομάζεται φύση. Όλα αυτά συμβαίνουν διότι οι πύλες της εσωτερικότητος, αυτές που συνδέουν τον άνθρωπο με το άπειρο παραμένουν κλειστές. Αντί δηλαδή ο άνθρωπος να συνδεθεί εσωτερικά με την απειρότητα την καταργεί δημιουργώντας τη θεία εξωτερικότητα της αμαρτίας της δήθεν λύτρωσης και των νόμων της βίβλου. Ο μονοθεϊσμός είναι η αιτία της δημιουργίας του κλειστού παρόντος κόσμου που αρχίζει από το θεό, συνεχίζει με το σύνολο της εξωτερίκευσης των ιδιοτήτων του θεού δηλαδή τη διάσταση που ονομάσθηκε φύση και ολοκληρώνεται με τη σύνθεση του αφηρημένου θείου και του συγκεκριμένου προσώπου στην οντότητα που ονομάζεται άνθρωπος.
Ο Χάιντεγκερ επίσης αναφέρει: «Όπως συμβαίνει με τη σκέψη κάθε δημιουργικού συγγραφέα και η σκέψη του Χάιντεγκερ έχει την ιστορία της. Παρουσιάζει αδιόρατες – ενίοτε όμως πολύ ορατές – μετατοπίσεις, σαν αυτές των βουνών σε σχέση με το επίπεδο της θάλασσας. Τέτοιες αργές μετατοπίσεις έχει υποστεί και η αντίληψή του για το Είναι. Στο “Είναι και Χρόνος” ο όρος Sein (Είναι, Ον) χρησιμοποιείται με κάθε άνεση κατόπιν ωστόσο του φαντάζει πολύ “φιλοσοφικός” και προτιμάει το πιο αρχέγονο Seyn (Εόν), ύστερα χρησιμοποιεί το Sein αλλά με ένα Χ από πάνω του που το διαγράφει και το οποίο μαρτυρεί την αμηχανία της γλώσσας να ονοματίσει αυτό που “καλείται” Είναι.». Ο Γερμανός φιλόσοφος συζητεί για το αυτονόητο. Ποιο και πού είναι το Είναι. Ας φαντασθούμε κάποιον άνθρωπο να ευρίσκεται επάνω σε υψηλό βουνό και να ζαλίζεται από τη θέα του απείρου. Κατεβαίνει στην στάθμη της θάλασσας εκεί που βλέπει ανθρώπους και τον περιβάλλοντα κόσμο. Εκεί νοιώθει καλλίτερα. Αυτό συμβαίνει γιατί ο αφηρημένος κόσμος του Είναι, ο οποίος είναι καθαρά αντικείμενο του ανωτέρου νοός, ζαλίζει και φοβίζει. Ο άνθρωπος σιγά αλλά σταθερά θέλει να στηριχθεί στο εμμενές και αισθητικά σταθερό. Θέλει συγκεκριμένους δρόμους να πορευθεί μέσα στο άπειρο όν. Επιθυμεί να χτίσει μία μικρή υπαρξιακή καλύβα η οποία θα τον ασφαλίσει απέναντι στην πλημμυρίδα του χάους. Ο μονοθεϊσμός είναι η απαρχή της υπαρξιακής αισθητικότητας του συγκεκριμένου. Ο άνθρωπος θέλει την αισθητική γνωστική ασφάλεια του συγκεκριμένου και για το θεό και για τη φύση και για τον εαυτό του. Ο Θεός είναι ένας και συγκεκριμένος, η φύση είναι δίπλα μου και εποπτεύεται, ο άνθρωπος επιθυμεί την μη ενορατική θέαση του Είναι αλλά τη συγκεκριμένη αυτογνωσία. Ο δρόμος είχε ήδη ανοίξει από το Σωκράτη μέσα από τους οριστικούς και επαγωγικούς λόγους. Αναφέρεται συγκεκριμένα από τον Αθηναίο σοφό (στην περίφημη βέβαια «Απολογία του»: «Γιατί να το ξέρετε καλά αυτά διατάζει ο θεός και εγώ νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερο καλό για την πόλη από τη δική μου δραστηριότητα στην υπηρεσία του θεού. Γιατί εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να τριγυρίζω και να προσπαθώ να σας πείσω όλους, νέους και γέρους, να μη φροντίζετε πρώτα από όλα και με τόσο ζήλο για το σώμα σας και για τα χρήματά σας αλλά για το πώς θα κάνετε την ψυχή σας όσο το δυνατόν καλύτερη». Ο Σωκράτης, από τα χρόνια της Πολιτείας ακόμη, έχει καταστήσει σαφές ότι όλα είναι θέμα παιδείας. Η παιδεία νοείται ως ανάμνηση των ήδη υπαρχόντων ιδεών και αρετών και αξιών. Ούτως ή άλλως ο Αθηναίος σοφός με τους επαγωγικούς και οριστικούς λόγους του αποθέωσε το Εγώ, συνέλεξε τις ιδιότητες και τις αρετές που συναποτελούν την ανθρώπινη φύση, απέδωσε τα πάντα στην έννοια του θεού ως συνώνυμη έννοια του αγαθού. Μόλις κάποιες εκατονταετίες αργότερα ο Ιησούς δεν θα αναγάγει τα πάντα αυτής της διάστασης στη γνώση αλλά στην πράξη. Η μετεξέλιξη είναι πολύ απλή. Ήδη ο Θεός έχει αντικαταστήσει το άπειρο ον και έχει επιβάλει τις ιδέες του και τις αξίες του τις οποίες και θα πρέπει υποχρεωτικά να γνωρίζουν όλοι οι οπαδοί του μονοθεϊστικού ιουδαϊκού χριστιανισμού ώστε πλέον να τους ενδιαφέρει και μόνον η πρακτική και ηθική εφαρμογή τους. Εξάλλου δεν απέχει και πολύ από τη φράση του Σωκράτη, η φράση του Ιησού: «τι ωφελήσει τον άνθρωπο εάν τον κόσμον όλον κερδίσει αλλά απολέσει την ψυχή αυτού;». Η συγγένεια ίσως εξηγείται μέσα από το κοινό υποβαθρο του ιουδαϊκού πνεύματος που με τους Γεφυραίους είχε ταξιδεύσει προς την Αθήνα αλλά και από το γεγονός ότι στο μονοθεϊστικό περιβάλλον όλα γίνονται συγκεκριμένα και προβλέψιμα. Η ανθρώπινη ψυχή τώρα χάνει το οντολογικό και άπειρο υπόβαθρό της και μέσα στα πλαίσια του μονοθεϊσμού καθίσταται κάτι το πολύ εμμενές και καθοδηγούμενο. Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει και να πράττει όσα ο θεός επιτάσσει. Η ψυχή δε ζει σε σχέση με το άπειρο αλλά με το συγκεκριμένο. Προκειμένου να ταξιδεύσει προς το αιώνιο πνεύμα, το θεό, πρέπει να διαφημίσει τα δικά του θελήματα. Στα πρώτα του βήματα ο μονοθεϊσμός είναι εξόχως πνευματικός και οδεύων προς τον κόσμο του θεού. Σταδιακά όμως αντικαταστάθηκε από την πολιτική μονοθεϊστική πραγματικότητα όπου ο πρόεδρος είναι ο εσωτερικός θεός και η παντοκρατορία της ύλης και της πλήρους ανθρώπινης κυριαρχίας – πολλές φορές του ενός ανθρώπου ενάντια στον άλλο – έχει εδώ και καιρό επιβληθεί.
socratesΆρα λοιπόν η ψυχή γνωρίζει και πράττει όσα θέλει ο μονοθεϊσμός. Ο άνθρωπος προσδιορίζεται έντονα σε σχέση με τον ένα θεό των ουρανών. Ας προσέξουμε ιδιαιτέρως αυτό το νευραλγικό σημείο της έρευνάς μας. Ο άνθρωπος δεν προσδιορίζεται πλέον σε σχέση με το άπειρο του όντος, προκειμένου να απελευθερώσει το άπειρον των δυνάμεών του ως αχανής εσωτερικότητα, αλλά ως γνωσιολογική και ηθική εξωτερικότητα προσδιορίζεται σε σχέση με τον θεό, ο οποίος καθορίζει τον άνθρωπο ως μάζα και ύλη, τον άνθρωπο του συγκεκριμένου προσώπου και κίνησης σε σχέση με τις εντολές του και τους άλλους. Ο μονοθεϊστικός λόγος συνθέτει εκείνο το ανθρώπινο μοντέλο το οποίο ζει αποκλειστικά σε σχέση με το θεό – χάνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την άπειρο οντολογική ελευθερία. Ο μονοθεϊστικός λόγος δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τον οντολογικό λόγο του Ηρακλείτου. Είναι λόγος εμμενής και ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με τον μικρόκοσμο που ανοίγεται από το θεό έως τον άνθρωπο και τανάπαλιν – έως τη δήθεν και ανύπαρκτο ουσιαστικά σωτηρία του ανθρώπου (από ποιόν;) στην οντολογικά αυθαίρετη «βασιλεία των ουρανών». Ο Ηράκλειτος ήταν σαφής για τον κόσμο του: «Ο κόσμος είναι μία φωτιά που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο… Ο κόσμος αυτός που γνωρίζουμε δεν φτιάχτηκε ούτε από κάποιο θεό ούτε από κάποιο άνθρωπο, αλλά ήταν είναι και θα είναι αείζωον πυρ». Ο Εφέσιος κινείται μέσα σε ένα περιβάλλον τελείως οντολογικό αλλά και εντελώς αντιμονοθεϊστικό. Βασικά και κύρια ο Ηράκλειτος καταδεικνύει τον τρόπο και το λόγο ενάντια σε κάθε μονοθεϊστική αυταπάτη. Ο μονοθεϊσμός αποτελεί απλά μία διαστασιακή στιγμή όπου το μέρος γη προσπαθεί να αυτοαναδειχθεί σε ον, ο θεός (ο οποίος αποτελεί και μόνο μία πρόσκαιρη οντολογική κατανομή δυνάμεων) αγωνίζεται να καταχραστεί την πατρότητα της μικροοντότητας που λέγεται γη. Ο άνθρωπος επειδή ακριβώς λησμονεί το άπειρο ον, θεωρεί τη γη ως όλον και φυσικά τον ένα θεό ως το πάν – τη στιγμή που ο ίδιος έχει απολέσει όλες εκείνες τις οντολογικές δυνάμεις οι οποίες διά της εσωτερικότητος θα τον οδηγούσαν στην εντελή οντολογική συνέχεια.
xarama_2Ο Ηράκλειτος διαλύει κάθε ουτοπική μας σχέση με το μονοθεϊσμό. Κυρίως μας επανατοποθετεί στον οντολογικό μακρόκοσμο. Ως γνωστόν ο μονοθεϊσμός μικραίνει τον κόσμο, εξωτερικεύει τον άνθρωπο (την τελική χυδαία και υλιστική εξωτερίκευση του μαζανθρώπου τη γευόμαστε στις ημέρες μας ως το τελικό στάδιο του ανθρωπάκου δούλου του μονοθεϊσμού) και στηρίζεται στο δυαλιστικό σχήμα αιτίας (θεός) – αποτέλεσμα (ζωή). Τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία μέσα στην οντολογική χάοτητα το μόνο που υπάρχει είναι η πορεία του βουλητικού πυρός και τίποτε άλλο. Ακόμα και ο αγγλικός εμπειρισμός στήριξε το μονοθεϊσμό. Μπορεί ο Λοκ και ο Χιουμ ακόμα και ο Μπέρκλεϋ επιφανειακά να διέλυσαν δήθεν την αιτιοκρατία αλλά στήριξαν το μονοθεϊσμό. Καμμία έννοια του δήθεν ενός θεού δεν χτυπήθηκε, ο άνθρωπος δεν αφέθηκε στο ον. Απλά εσωτερίκευσε το θεό, έθεσε την αιτία μέσα του και ως άνθρωπος που μπορεί διά της εμπειρίας του να κυβερνήσει τα πάντα το έκανε αντικαθιστώντας επί της γης το δυνάστη θεό του ουρανού.
Ο Ηράκλειτος λοιπόν διαλύει το μονοθεϊσμό – ζώντας πριν από αυτόν, αν και τον φαντάσθηκε όταν μίσησε τον Πυθαγόρα για τη μισητή του πολυμάθεια η οποία πουθενά δεν οδηγεί τον άνθρωπο, λες και ήξερε ότι αργά ή γρήγορα στη θέση του πολυίστορος Πυθαγόρου θα εμφανιζόταν ο ιουδαίος πολύξερος θεός – καίγοντάς τον μέσα στη λάβα της πύρινης εσωτερικότητος, η οποία διαλύει ως κάτι το συνεχώς κινούμενο, κάθε τι το εμμενές και πρόσκαιρα ακίνητο – όπως ο θεός. Μόνο η δύναμη ως τέτοια υπάρχει και υφίσταται η οποία ταυτίζεται με το πυρ, διότι είναι συνεχής, επώδυνη, αποφασιστική, δημιουργική και τελικά καταστροφική για κάθε τι το παλαιό, για κάθε έννοια και αξία που κρατεί φυλακισμένο τον άνθρωπο. Αυτή η δύναμη δημιούργησε δημιουργεί και θα δημιουργεί κόσμους και θεούς, ανθρώπους και οντότητες άλλες όλων των ειδών τις οποίες δεν μπορούμε να φυλακίσουμε σε έννοιες.
Στην πορεία του χρόνου ο μονοθεϊσμός μέσα από τον πανέξυπνο τρόπο των εφευρετών του διαδόθηκε, ρίζωσε, κυβέρνησε μάζες και έφθασε στο σημαντικό πλήρωμα του χρόνου που δεν είναι άλλο από την πτώση της Πόλης το 1453. Η ανατολή είχε πλήρως κυριευθεί από τους μωαμεθανούς Οθωμανούς, οι άνθρωποι ελέγχονταν πλήρως. Συζητούμε για εκείνες τις περιοχές όπου ο Μέγας Αλέξανδρος άφησε την έλλογη παρακαταθήκη των Ελλήνων. Ο κόσμος θα μπορούσε να ενωθεί κάτω από το φωτισμένο λόγο των απογόνων των ομηρικών ηρώων. Όμως οι μονοθεϊστικές ορδές των μουσουλμάνων σκλάβωσαν και έπνιξαν κάθε δυνατότητα έλλογης παγκοσμιοποίησης.
Το πλήρωμα του χρόνου ήταν πλήρως προσδιορισμένο. Ο χριστιανικός ανθρωπισμός του Βυζαντίου είχε αποθεώσει τις έλλογες δυνάμεις του ανθρώπου σε σχέση με το θεό, τον εαυτό του και τον περιβάλλοντα κόσμο. Ο άνθρωπος πλέον είχε συνομιλήσει ως πρόσωπο με το θεό, δεν εφοβείτο το άπειρο και σκοπό είχε την έλλογη συναναστροφή του με τους άλλους και τον κόσμο. Πολύ απλά ήλθε ο καιρός η καινή διαθήκη να μεταλλαχθεί σε πολιτειακή δυνατότητα συνύπαρξης ελλόγων όντων κάτω από το νόμο και την υπακοή σε ό,τι λογική αρχή ο άνθρωπος θα θέσπιζε. Η μεγάλη αντιστροφή άρχισε όταν οι λόγιοι του Βυζαντίου ταξίδευσαν στη δύση όπου ο μονοθεϊσμός ήταν έτοιμος να χτίσει το αντεστραμμένο πολιτειακό και όχι θρησκευτικό αυτή τη φορά παλάτι. Ο ουρανός κατέστη γη, ο θεός επιστήμη, ο άνθρωπος ένα πλήρως εμπειρικό και προβλέψιμο όν. Εάν ο χριστιανικός μονοθεϊστικός ανθρωπισμός του βυζαντίου σκοπό είχε την ολοκλήρωση του κύκλου της γένεσης, παρόμοια εξελίσσεται και η δύση που στηρίζεται – δυστυχώς – στο μονοθεϊσμό. Η δύση σήμερα ολοκληρώνει το γήινο διαστασιακό κύκλο του ουράνιου μονοθεϊσμού με μόνη διαφορά ότι ο στίβος εφαρμογής έχει μεταφερθεί στη γαία, στον πλανήτη της κόρης του Κρόνου.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Ο βυζαντινός χριστιανικός ανθρωπισμός σκοπό είχε να αποκαταστήσει τον πεπτωκότα άνθρωπο. Τον έκανε φίλο με το θεό, τον έπεισε για το κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση, του έδωσε το όνειρο της βασιλείας των ουρανών, του υποσχέθηκε την μετοίκηση στον κόσμο του ενός θεού. Ο κύκλος από το δημιουργό ιαχβέ μέχρι την άνοδο του πεπτωκότος Αδάμ στον παράδεισο μόλις είχε ολοκληρωθεί. Ένα μονοθεϊστικό μόνο γραμμάτιο έμενε απλήρωτο και δύσκολο στο να πληρωθεί. Ο άνθρωπος υπήρχε στη γη. Πώς θα επανέκαμπτε προς τον ουράνιο εδεμικό παράδεισο; Το σατανικό μονοθεϊστικό εκτυλίσσεται στις ημέρες μας και θα λέγαμε ότι είναι απλό στη σύλληψή του. Αρκεί βέβαια να γίνει γνωστό από τις καθεύδουσες μάζες.
Ήδη μέσα από τις μονοθεϊστικές θρησκείες της βίβλου, ο πλανήτης ελέγχεται συλλήβδην. Το πρόβλημα ήταν ότι ο άνθρωπος ανακαλύπτει συνεχώς δένδρα του καλού και του κακού που θέλει να τα καταβροχθίζει. Οι σοφοί του βυζαντίου είχαν σπάσει τα χριστιανικά δεσμά μέσα από την επιστροφή τους στα ιερά νάματα του Ελληνικού πνεύματος. Ο Τζιορντάνο Μπρούνο, πιστό τέκνο της βύθισης ενός πνεύματος στη πλατωνική και νεοπλατωνική φιλοσοφία και της ενασχόλησης με τον αποκρυφισμό και την οντολογική εσωτερικότητα, καίγεται από τους χριστιανούς του πάπα, διότι αρνείται να απορρίψει την αγάπη του για το άπειρο, τον πανθεϊσμό και την εσωτερική ενατένιση του παντός. Ο κίνδυνος είναι ορατός. Οι άνθρωποι έσπασαν το μονοθεϊστικό παραπέτασμα και μέσα από την ανακάλυψη της ελληνικής φιλοσοφίας υπήρχε η περίπτωση να ξεφύγουν προς τον άπειρο και πανθεϊστικό κόσμο του Αγαθού – τέτοιος όπως περιγράφεται στον Τίμαιο.
Οι εξουσιαστές δεν ησυχάζουν. Δημιουργούν την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση όπου συντελείται η πιο ανοίκεια τερατογένεση ενός δήθεν παντρέματος της χριστιανικής ατομικής πίστης με την αγάπη στην κλασσική εποχή. Φθάνει δηλαδή ο Βοκάκιος και ο Μποτιτσέλι για να μιλήσουμε ότι αναστήθηκε ο Πλάτων και ο Ηράκλειτος; Ή αρκεί ο Λούθηρος για να αποκαθαρθεί ο μονοθεϊστικός παπισμός; Όχι βέβαια, αλλά αυτό λίγη σημασία έχει. Πολλή σημασία έχει ότι ο λεβιάθαν του μονοθεϊσμού αντρώνεται εις τη γη ως τέρας που αδηφάγα έφαγε τον ελληνισμό. Μέσα από την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση και το Διαφωτισμό ο μονοθεϊσμός κατέλαβε πλήρως τη γη ελέγχοντας πλήρως το γήινο βασίλειο. Μέσα από την αντιστροφή των αξιών και την ανασηματοδότηση των ελληνικών εννοιών. Η γη κατέστη η κοινή πατρίδα όλων μέσα από ένα χαρούμενο ερωτισμό (οι τρείς χάριτες του Μποτιτσέλι αποτελούν τρανό παράδειγμα, όπως και ο Αδάμ που δεν ξεφεύγει προς το άπειρο των Ελλήνων αλλά τείνει χείρα προς τον ιαχβέ). Όλες οι ιδιότητες του ιαχβέ κληρονομήθηκαν στο αηδές προϊόν του αναγεννησιακού ελληνοχριστιανισμού. Ο άνθρωπος αγαπάει τη γη όπως ο Αδάμ και η Εύα αγαπούσαν τον παράδεισο. Πρέπει να υπάρχει μία κοινή αρχή ελεγξιμότητας (γρήγορα το κράτος κατέλαβε τη θέση του ιαχβέ και η επιστήμη τη θέση των αγίων και των αγγέλων). Το εμμενές και περιορισμένο, το καλό και το κακό, ο χώρος και ο χρόνος, η έννοια της αμαρτίας και της χάριτος απλά αντεστράφησαν. Η ύλη είναι το καλό, η ιδέα του απείρου το κακό, ο άνθρωπος ζει για το τώρα με την εμπειρία του στην οποία θα δώσει την ίδια ισχύ που είχε δώσει ο ιαχβέ στο νου των πρωτοπλάστων στον παράδεισο. Και εκεί έβλεπαν όσα επετρέποντο και εδώ βλέπουν όσα επιτρέπονται. Και στον παράδεισο και στη γη οι άνθρωποι ζουν σε σχέση – εκεί – με το θεό εδώ με το κράτος και το χρήμα και το life style (σήμερα ειδικά που μέσα από τη λαθρομετανάστευση ο μονοθεϊσμός ενώνει τους πάντες μπροστά στον επίγειο θεό της βιομηχανικής και ευημερούσης δύσης, ο θεός της παλαιάς διαθήκης επανέλεγξε όσα κινδύνευσε να χάσει.
200px-ThreegracesΣωστά επισημαίνεται ότι: «Η κριτική και η παραδοσιακή θεωρία, σύμφωνα με τον Χορκχάιμερ διέφεραν σημαντικά. Από τον Καρτέσιο και ύστερα η νεωτερική φιλοσοφία και επιστήμη αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της αφαιρετικότητας και του αντικειμενισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκοπούν από την κοινωνική πρακτική». Απλά η σχολή της Φρανκφούρτης – άντρο των γνωστών επιγόνων του περιουσίου λαόύ – δεν τολμά να εμβαθύνει σε αυτές τις έννοιες και με τον Μπέντζαμιν δήθεν αναζητεί λύσεις μέσα από ανοίκεια παντρέματα του σοσιαλισμού – του εκτρώματος του σοσιαλισμού – με τον ανώτερο Ελληνικό λόγο (!) που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως τέτοιο και όχι ως μάζα. Ποιά είναι όμως η αλήθεια γι’ αυτή τη διαπίστωση των ορφανών του μάρξ, των αποσοφών της φρανκφούρτης; Οι φιλοσοφικές κατηγορίες της αντικειμενικότητος και της αφαιρετικότητος μετά τον καρτεσιανό λόγο είναι πολύ απλά τα δύο προαναφερόμενα όπλα της εξουσίας προκειμένου με όπλο το μονοθεϊσμό να ελέγξει τη γη.
Με ποιόν τρόπο. Ο άνθρωπος θεωρώντας ότι έχει μέσα του τη δύναμη του θεού, του φίλου Ιησού, του προσώπου της Καινής διαθήκης ουσιαστικά γίνεται ο νέος υπάκουος Αδάμ. Ως ιαχβέ δεν βλέπει το οντολογικό άπειρο αλλά όλα τα θεάται ως αντικειμενική δική του δημιουργία που του ανήκει. Ας προσέξουμε σε αυτό το σημείο.
Ο Αναγεννησιακός άνθρωπος δεν απελευθερώνεται μέσα στο Πλατωνικό και υπερπροσωπικό αγαθό αλλά ως επίγειος ιαχβέ νοιώθει δημιουργός που με το λόγο του θα ελέγξει τα πάντα όπως ο ιαχβέ ήλεγχε τα πάντα στον παράδεισο – μέχρι που γκρεμοτσάκισε τους πρωτοπλάστους. Με αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος αργά ή γρήγορα θα αυτοπαγιδευθεί όταν πλέον δεν θα έχει τι άλλο να κάνει στον πλανήτη γη – νομίζουμε ότι σήμερα αυτό το στάδιο ζούμε. Διότι ελησμονήθη ο άπειρος και πλήρως εσωτερικός κόσμος του όντος που δεν γνωρίζει μορφές αλλά μόνο διαδοχή δυνάμεων.
Η μεγάλη όμως απάτη συνετελέσθη μέσα από τη διαδικασία της αφαιρετικότητας. Συνεχώς ο άνθρωπος ερευνά τις αρχές και τις αιτίες που κρύβονται – δήθεν – πίσω από τα φαινόμενα. Ενώ ο Πλάτων συζήτησε – μαζί με τον Ηράκλειτο – ότι όλα στη γη υπάρχουν στον κόσμο των ιδεών – (μέσα από τη δυνατότητα του κοινού λόγου) άρα κάθε ενασχόληση με τα φαινόμενα είναι πανάκεια, ο κεκαλυμμένος μονοθεϊσμός (ειδικά μέσα από τη φαινομενολογία του Χούσερλ, αποδομεί τα πάντα, διότι αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος πρέπει να παραδεχθεί ότι μόνο ο κόσμος της γένεσης υπάρχει. Αν και το ον απλώνεται πέρα και μπροστά από όλα αυτά. Αλλά η άπειρος εσωτερικότητα είναι ο εχθρός αυτού του κόσμου και του μονοθεϊσμού.
Soaring_eagle_150Όλα αυτά οδηγούν στην ανθρώπινη εξαθλίωση – τέτοια όπως τη ζούμε σήμερα. Το σχέδιο των εξουσιαστών είναι απάνθρωπο αλλά συνάδει με τον εξουσιαστικό τρόπο του μονοθεϊσμού, ο οποίος δεν ησχύνθη να κρυφτεί πίσω από το χρήμα και την ύλη προκειμένου να ελέγχει τον άνθρωπο. Ο κεκαλυμμένος μονοθεϊσμος θεωρεί ότι όταν ο άνθρωπος εξαθλιωθεί και απογοητευθεί από τα γήινα θα ξαναπέσει στην αγκαλιά του Αδωναί. Είναι βέβαια στο χέρι του ανθρώπου να αφεθεί απλά και εν στιγμή στην άπειρο εσωτερικότητα του όντος και στην ταυτόχρονη αιώνια απελευθέρωσή του.
Β.Δ.Μ.