
(Δημητσάνα τῆς Γορτυνίας)
Οἱ Καλλικάντζαροι εἶναι γυμνοί, χωρὶς γένεια καὶ μουστάκια, καὶ ἔχουν ἀνάστημα ὡς δέκα χρονῶν παιδί, ἄλλοι ὀλίγο ψηλότερο καὶ ἄλλοι ὀλίγο κοντύτερο. Αὐτοὶ κατοικοῦν εἰς τὸν Κάτω κόσμο, ὅπου ἐκεῖ εἶναι τρεῖς ξύλιναις κολόνναις καὶ κρατοῦν ὅλην τὴν γῆ. Οἱ Καλικαντζαραῖοι θέλουν νὰ κόψουν τοῖς κολόνναις νὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο, καὶ ἀρχίζουν μὲ τὰ τσικούρια τους ὅλον τὸ χρόνο καὶ κόβουν τοῖς τρεῖς κολλόναις καὶ τοῖς φέρνουν ᾿ς τὸ ἀμὴν νὰ τοῖς κόψουν, ὅπου μαθαίνουν ὅτι ᾿γεννήθη ὁ Χριστός, καὶ τρέχουν καὶ ἔρχονται ἀπάνω νὰ ἰδοῦν. Καὶ τὴν πρωτάγιαση μαζεύονται ἀποβραδὺς ὅλοι οἱ Καλλικαντζαραῖοι, καὶ φωνάζει ὁ ἕνας τοῦ ἀλλουνοῦ:
.
Φέγετε νὰ φύγωμε,
τί ἔφτασε ὁ τρουλόπαπας
μὲ τὴν ἁγιαστοῦρα του
καὶ μὲ τὴ βρεχτοῦρα του,
κι΄ ἅγιασε τὸν κ… μας,
τὴν κ…τρυπὶδα μας.
Καὶ φευγιό, μὴν τυχὸν κι΄ ἀπαντήσουν παπᾶ. Καί ἔτσι πάνε πάλι ΄ς τὸν Κάτω κόσμο, ὅπου βρίσκουν πάλι τοῖς κολόνναις γεραῖς ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ ἀρχίζουν πάλι ὅλον τὸ χρόνο τὴν ἴδια δουλειά.
(Γραλίστα τοῦ δήμου Ἰθώμης τῆς Καρδίτσης)

Τοὺν παλιὸν κιρὸ οἱ Καρκάντσαλοι ἐφαίνουνταν ᾿ς τοὺν κόσμου· τώρα γίν᾿καμαν μεῖς Καρκάντσαλοι ἀπ᾿ τοῖς κακίαις μας, κὶ δὲν τοὺς βλέπουμι…
Ἀπὸ τὶς «Παραδόσεις» τοῦ Ν. Πολίτου
Ἐν Ἀθήναις κατ’ Ὀκτώβριον 1904

