Πέρασαν και αυτές οι εκλογές… (το θέατρο του παραλόγου).

Πέρασαν και αυτές οι εκλογές… (το θέατρο του παραλόγου)

Πέρασαν και αυτές οι εκλογές, το άθλιο και κακόγουστο πανηγύρι του δημοκρατικού ολέθρου, της απροκαλύπτου εξαπατήσεως μίας αποβλακωμένης, αλλοτριωμένης και εξαχρειωμένης ψηφομάζης που καταχρηστικώς και μόνον αποκαλείται «λαός». Το σκηνικό που παρακολουθεί και η κατάσταση που βιώνει όποιος καταφέρνει να διατηρεί ακόμη μια επαφή με την πραγματικότητα, φαντάζει άκρως σουρεαλιστικό εντός της τραγικότητός του… Την επαύριον των εκλογών χαμένη όπως πάντα εξέρχεται χωρίς αμφιβολία η Ελληνικότητα. Ο κατά 25% Ελληνικής (κατά 50% αμερικανοβουλγαρικής και κατά 25% πολωνοεβραϊκής) καταγωγής νέος πρωθυπουργός έχει άλλες προτεραιότητες αντί της προασπίσεως του Ελληνισμού και της Ελληνικότητος να υπηρετήσει, ή μάλλον, φαίνεται ότι έχει ως προτεραιότητά του την υπονόμευση, την κατάργηση και εξάλειψη της Ελληνικότητος!

Οι πρώτες ενέργειές του εξόχως συμβολικές και δηλωτικές των προθέσεων και διαθέσεών του. Ενέργεια πρώτη: κατάργηση των υπουργείων Μακεδονίας-Θράκης και Αιγαίου (με προφανή σκοπό να μην ακούγονται πια σε επίσημο επίπεδο οι λέξεις Μακεδονία, Θράκη και Αιγαίο). Άκρως δυσοίωνα τα μηνύματα για τις πατρίδες αυτές του Ελληνισμού. Ενέργεια δεύτερη: απάλειψη από τον τίτλο του Υπουργείου Παιδείας του επιθέτου που ανέκαθεν προσδιόριζε τον όρο παιδεία, του επιθέτου «εθνικός». Το υπουργείο λέγεται τώρα πια «παιδείας» σκέτο και όχι «εθνικής παιδείας» όπως ανέκαθεν ελέγετο. Η παιδεία είχε βεβαίως πάψει προ πολλού να είναι εθνική, τώρα όμως έπεσαν πια τα προσχήματα και οι μάσκες.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση ταχέως και επιθετικού απεθνισμού σε όλα τα επίπεδα, στη νέα φάση ενός προγράμματος, οργανωμένου, ενορχηστρωμένου και ολοκληρωτικού απεθνισμού, ενός αφελληνισμού με κρατική καθοδήγηση!

Αντί άλλων σχολίων αναδημοσιεύουμε ένα ακόμη άρθρο – καταπέλτη του καθηγητού Χρήστου Γιανναρά που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, μια μόλις εβδομάδα μετά τις εκλογές. Ένα άρθρο που τα λέει όλα!

 

 

Γιατί η αποσιώπηση των «εθνικών θεμάτων»

Tου Χρήστου Γιανναρά

Eρώτημα δημοσκοπικής περιέργειας (δηλαδή ανάγκης για ρεαλισμό ατομικού και συλλογικού προσανατολισμού):

Ποιο ποσοστό ψηφοφόρων στην Ελλάδα σήμερα επηρεάζεται στην εκλογική του προτίμηση από τη στάση των κομμάτων στα λεγόμενα «εθνικά θέματα»; Πόσες ψήφους έχασε ο αρχηγός του σοσιαλεπώνυμου «κινήματος», επειδή, πριν από πέντε χρόνια, υπεράσπισε και προπαγάνδισε το «Σχέδιο Ανάν»; Πόσες ψήφους έχασε ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, επειδή βουβός, άτολμος και άνευ όρων, υπέγραψε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση; Πόσοι από τους πολίτες του ελλαδικού κράτους έχουν υποψιαστεί ότι η υπερψήφιση της Πλεκτάνης Ανάν θα σήμαινε για τον Ελληνισμό μια δεύτερη, αυτοπροαίρετη Μικρασία στην Κύπρο; Πόσοι καταλαβαίνουν ότι η στιγμή που κρινόταν η (πολυπόθητη για τον Ερντογάν) έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ήταν και μοναδική δυνατότητα να απαιτήσει η Ελλάδα, από θέσεως ισχύος, την άρση του casus belli και τη δέσμευση της Τουρκίας για σεβασμό των ελληνικών συνόρων στη θάλασσα, στον αέρα, στην ξηρά;

Τα κόμματα μάλλον θα έχουν δημοσκοπικά τεκμηριωμένες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Αλλιώς δεν εξηγείται η προκλητική αποσιώπηση των «εθνικών θεμάτων» στην προεκλογική ρητορεία και συνθηματολογία (όσες αναφορές υπήρξαν ήταν περιθωριακές, αφορούσαν διαχειριστικά παραπτώματα). Τα κομματικά επιτελεία έχουν τη σιγουριά πως, αν αύριο, σε μια «ειρηνική διευθέτηση» υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, ο Ελληνισμός παραιτηθεί από κάθε αξίωση (δικαιωμένη με δεκάδες αποφάσεις του ΟΗΕ), στην πανάρχαια ελληνίδα γη της βόρειας Κύπρου, αν δεχθεί μοιρασιά του Αιγαίου και της δυτικής Θράκης, η εκλογική συμπεριφορά των ελλαδιτών ψηφοφόρων δεν πρόκειται να αλλάξει, οι κομματικές προτιμήσεις δεν θα μεταβληθούν.

Γενική εντύπωση είναι ότι τα «εθνικά θέματα» οπωσδήποτε συγκινούν μεγάλη μερίδα (ίσως την πλειοψηφία) του πληθυσμού. Αλλά μέχρις εκεί. Η συγκίνηση είναι μόνο συναισθηματική, επιδερμική, δίχως συνέπειες στην πολιτική συμπεριφορά. Τα πρόσωπα που θα επωμισθούν ό,τι το Σύνταγμα αποκαλεί «έσχατη προδοσία», θα επανεκλεγούν με κάθε άνεση στο ελλαδικό Κοινοβούλιο.

Μια σοβαρή δημοσκόπηση θα μπορούσε να διερευνήσει, ώς πού φθάνουν τα όρια της συναισθηματικής ευαισθησίας των ελλαδιτών ψηφοφόρων, πότε ο ενδοτισμός ή η πρακτόρευση ξένων συμφερόντων θα ξεπερνούσαν τα όρια της ανοχής των ψηφοφόρων. Αν, λ.χ., η παραχώρηση του Καστελλόριζου, της Λήμνου, της Μυτιλήνης θα είχε ως αντάλλαγμα να ρεύσουν θαυμαστά «πακέτα» οικονομικών παροχών, τι θα προέκριναν οι ελλαδίτες ψηφοφόροι; Αν, τελικά, είχε να επιλέξει ο Ελλαδίτης ανάμεσα στην ελευθερία με πόλεμο ή στην «ειρήνη» (γράφε: καταναλωτική πλησμονή) με δουλεία, τι θα αποφάσιζε μόνος, μυστικά, πίσω από το παραβάν;

Στην τελευταία προεκλογική περίοδο οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί μας μιλούσαν μόνο και αποκλειστικά για λεφτά, μόνο για οικονομία, δηλαδή, όπως μιλάει το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, ωσάν οι άνθρωποι να είμαστε βουλιμικά ανδράποδα και οι ορίζοντες της ζωής μας να τελειώνουν στο πορτοφόλι. Μήπως κάτι ξέρουν οι πολιτικοί μας αφεντάδες, που οι δημοσκοπήσεις το αποκρύβουν από εμάς, την πλεμπάγια; Χρόνια τώρα τους ακούμε να αναμηρυκάζουν μηχανικά ότι «δεν αμφισβητούμε τον πατριωτισμό κανενός». Αλλά ούτε και διανοούνται να μας εξηγήσουν: τι διαφέρει σήμερα ο πατριωτισμός από την άλογη προσκόλληση του «φίλαθλου» κρετίνου σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, κερδοσκοπική ΠΑΕ.

Πατρίδα ονόμαζαν κάποτε οι άνθρωποι τη γη (το χώμα και το τοπίο) όπου γεννήθηκαν, εντάχθηκαν σε οικογένεια και σε κοινότητα, πήγαν σχολειό, έζησαν την εκκλησιά, δηλαδή τη Γιορτή, ψηλάφησαν αισθητά την Ιστορία, άσκησαν τον δημιουργικό τους μόχθο, έθαψαν αγαπημένους νεκρούς. Σήμερα αυτή η πατρίδα δεν υπάρχει, μια τίμια και ευφυής δημοσκόπηση θα το πιστοποιούσε άμεσα. Για τα εννέα δέκατα του πληθυσμού που ζουν στις πανομοιότυπες, απρόσωπες, τάχα και πόλεις του ελλαδικού οικιστικού πρωτογονισμού, η ελληνικότητα είναι κρατική υπηκοότητα, τίποτε άλλο. Σώζεται ακόμα ένα φθίνον γλωσσικό ιδίωμα, μια ρητορική και ευτελισμένη «εθνική ιδεολογία», κάποιο φολκ-λορ γραφικών ιδιαιτεροτήτων.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η ελληνική κρατική υπηκοότητα σήμερα βιώνεται σαν μοιραία, εκ γενετής αναπηρία. Το ελληνώνυμο κράτος προξενεί στους πολίτες του, ακατάπαυστα, οργή, ντροπή, αηδία, πνιγμό. Το διαφεντεύουν μαφίες ασύδοτων συμφερόντων με προσχηματικές ετικέτες κομμάτων, συνδικάτων, δημόσιων οργανισμών, ιδρυμάτων κοινής ωφέλειας. Κράτος τύραννος του πολίτη, βασανιστής, όχι υπηρέτης του, όπως θα όφειλε. Το ενδεχόμενο νοσηλείας σε νοσοκομείο, εφιάλτης. Το σχολειό και το πανεπιστήμιο των παιδιών του, σε παρακμιακή αθλιότητα αγιάτρευτη. Η αγορά όπου θα παλαίψει για το ψωμί του, αρένα ληστρικής κερδοσκοπίας. Η δημοσιοϋπαλληλία εκβιάζει γκανγκστερικά για να «λαδωθεί». Ολα, τα πάντα, κάνουν τον πολίτη να νιώθει αντίπαλος με τον τόπο του, αντίδικος με την «πατρίδα» του.

Να τολμούσε κάποια δημοσκόπηση το ανυπόφορο ερώτημα: Με ποια λογική να υπερασπίσει ο Ελλαδίτης αυτό το γελοίο κράτος, αν χρειαστεί; Να πολεμήσει, να διακινδυνεύσει τη ζωή του, για να υπερασπίσει τι; Τη γλώσσα, που πρώτοι οι άρχοντες την ατιμάζουν ατιμώρητα και την καταστρέφουν μεθοδικά με τις εκπαιδευτικές τους «μεταρρυθμίσεις»; Την Ιστορία και τον πολιτισμό των προγόνων που επίσημα οι πρακτορίσκοι κατασυκοφαντούν στα σχολικά βιβλία; Το κάλλος της γης, που λιμασμένοι για εύκολο πλούτο κρατικοί «λειτουργοί» το παραδίδουν σε εμπρηστές οικοπεδοφάγους και σε βάνδαλους τουριστικούς ατζέντηδες; Τι το ελληνικό να υπερασπίσει ο «έλλην υπήκοος» σήμερα ρισκάροντας τη ζωή του; Αυτή τη δημοσκόπηση θα έπρεπε να την έχουν προ πολλού παραγγείλει οι αξιωματούχοι της Εθνικής Αμυνας.

Το ερώτημα στην αρχή της επιφυλλίδας ήταν ρητορικό. Οι εκλογές στις 4 Οκτωβρίου 2009 απέδειξαν περίτρανα ότι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» είναι το τελευταίο που απασχολεί τον ελλαδίτη ψηφοφόρο μπροστά στην κάλπη. ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ δικαιώθηκαν θριαμβικά: οι ορίζοντες ζωής για την ελλαδική κοινωνία σήμερα τελειώνουν στο πορτοφόλι. Το κόμμα, που επίσημο όραμά του είναι ο Σταλινισμός, καταξιώθηκε ως τρίτη πολιτική δύναμη στη Βουλή, και το κόμμα που επίσης επίσημα προπαγανδίζει και οργανώνει την κατάλυση της έννομης τάξης, βραβεύτηκε με δεκατρείς έδρες, παρά τα καραγκιοζιλίκια της φτήνιας των διαπληκτισμών στο εσωτερικό του.

Με το ανυπόκριτο της αφέλειας που χαρακτηρίζει την αμερικανική νοοτροπία, η Ουάσιγκτον έσπευσε να εκφράσει τη χαρά της για το εκλογικό αποτέλεσμα. Πραγματικά, ήταν θρίαμβος να κατορθωθεί η μεταστροφή μιας τόσο εντυπωσιακής πλειοψηφίας, με προκλητική την απουσία στοιχειωδών έστω ερεισμάτων λογικής, επιχειρημάτων και εγγυήσεων σοβαρότητας. Σε κοινωνίες με πολύ χαμηλή στάθμη κατά κεφαλήν καλλιέργειας πρέπει να είναι πολύ εύκολη η χειραγώγηση των ενορμήσεων της μάζας.

Το θετικότερο που προκύπτει από αυτές τις εκλογές, είναι η ελπίδα να διαλυθεί πια τελεσίδικα το ασπόνδυλο, δίχως πίστη και στόχους κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται έναν ριζικά διαφορετικό εκφραστή της θέλησής της να ξαναβρεί τον δυναμισμό και την αρχοντιά του ονόματός της: Να ξαναστήσει κράτος λειτουργικό, να κερδίσει ποιότητα ζωής και διεθνή αξιοπρέπεια αξιοποιώντας την ετερότητα της πρότασης πολιτισμού που κομίζει.