Διακήρυξις πολιτικών αρχών

Αποθηκεύστε το σε εκτυπώσιμη μορφή PDF αρχείου

ΑΡΜΑ :Ο ΠΥΡΗΝ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ

ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ – ΚΥΤΤΑΡΟΝ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΛΑΣΕΩΣ

 

            Τήι εν τώι προεστώτι και άρχοντι επιστήμηι, όλη σοφή αν είη η κατά φύσιν οικισθείσα πόλις· και τούτων, ως έοικε, φύσει ολίγιστον γίγνεται γένος, ώι προσήκει ταύτης της επιστήμης μεταλαγχάνειν ήν μόνην δεί των άλλων επιστημών σοφίαν καλείσθαι. (Η κατά φύσιν ιεραρχημένη πόλις – ήτοι κατ’ αντιστοιχίαν προς την έμφυτον κλίσιν και ικανότητα εκάστου – διαποτίζεται ολόκληρος εκ της σοφίας και της επιστήμης του ηγέτου και του άρχοντος· των δε ηγετών το γένος είναι φύσει, προφανώς, το ολιγαριθμότατον, εις το οποίον και ιδίως αρμόζει να είναι κοινωνός της επιστήμης ταύτης, πού μόνη εξ όλων των επιστημών αξίζει ν’ αποκαλείται σοφία.) [Πλάτων, Πολιτεία 429 α]

Ανάγκη πολλή ομολογείν ότι γε τά αυτά εν εκάστωι ένεστιν ημών είδη τε και ήθη άπερ εν τήι πόλει. (Πρέπει κατ’ ανάγκην να παραδεχθούμε ότι οι Πολιτείες κι οι ποιότητες πού τίς χαρακτηρίζουν προέρχονται από και απεικονίζουν τά άτομα πού  την απαρτίζουν) [Πλάτων, Πολιτεία 435 ε]                                                               

      

 

 

           Ε Θ Ν Ο Κ Ο Ι Ν Ο Τ Ι Σ Μ Ο Σ

 

 

Ο πνευματικός μας και φυλετικός αυτοπροσδιορισμός (πρβλ. «Ποιοί είμαστε») καθορίζει αναλόγως και τους πολιτικούς μας στόχους, τόσον εις το επίπεδον των αρχών, όσον και κατά τους επί μέρους σχεδιασμούς και πρακτικάς.  Τοιουτοτρόπως προβάλλονται οι χαρακτήρες και αι ποιότητες των φυλετικών μας αρχετύπων εκ του χώρου του ζώντος πνεύματος εις το επίπεδον της συλλογικής των (αλλά καί ατομικής, κατά τάς υψίστας εξάρσεις τών ηρώων) εκφάνσεως, οπότε και προκύπτει μία οργανική και αρρήκτως ενιαία Κοσμοθεωρία· όπου ο όρος «θεωρία» δεν σχετίζεται προς ο,τιδήποτε «θεωρητικόν» υπό την τρέχουσαν έννοιαν αλλά προς το άμεσον θεωρείν της αρχεγόνου και αληθούς συλλήψεως τής πνευματικής ουσίας. Η πραγμάτωσίς της, εμψυχούσης εις το επίπεδον της Πολιτικής ό,τι εφ’ εξής θά φέρωμεν υπό τον περιεκτικόν όρον «Εθνοκοινοτισμός», αποτελεί και την υψίστην αποστολήν και στόχον ζωής ενός εκάστου μέλους του ΑΡΜΑΤΟΣ. Εις τά επόμενα θα σκιαγραφηθούν ωρισμέναι θεμελιώδεις αρχαί του Εθνοκοινοτισμού. Η αναφορά των θα πρέπει μάλλον να θεωρηθήι ενδεικτική, παραδειγματικώς προσδιορίζουσα κατεύθυνσιν και ιδιοσυστασίαν του Εθνοκοινοτισμού κατά τρόπον εύληπτον, συγκεκριμένον, σαφή και περιεκτικόν.

 

 

Ι.  ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΡΧΑΙ:

 

      α’.  Ο δεδομένος εθνοφυλετικός χαρακτήρ της γενεσιουργού μας πνευματικής Ουσίας καθορίζει χαρακτήρα, στόχους και κατεύθυνσιν τόσον διά την Κοινότητα όσον και διά το άτομον, ως αποστολήν συνειδητής αυτοπραγματώσεως και αληθούς δημιουργίας εν πιστότητι, τιμήι και ελευθερίαι. Κατά ταύτα η ανάπτυξις τής ατομικής προσπαθείας εντάσσεται και καρποφορεί φυσικώς εις τήν Λαϊκήν Κοινότητα, οργανικώς εις ζώσαν απτήν Βούλησιν αποκρυσταλλουμένην διά τού Εθνοφυλετικού Κράτους.

Η εν λόγωι υπαγωγή και τού αρίστου εις τήν ολότητα κατ’ ουδέν υπαινίσσεται αταξίαν ή οίόν τινα συμβιβασμόν προς τήν Προκρούστειον δημοκρατικήν αντιστρεπτικήν ασχημίαν, καθώς ο δημοκρατικώς ειθισμένος κοινός νούς σήμερον θά παρενόει, αλλ’ ακριβώς συνεπάγεται τήν καθ’ όλα τά επίπεδα οργανικήν Κοσμικήν ενότητα τής Λαϊκής Κοινότητος, ερριζωμένην κατ’ αρχήν εις τό Πνεύμα καί τα συγκεκριμένα της θεία ολύμπια φυλετικά πρότυπα καί εκδηλουμένην εις τήν απτήν Κοινότητα καί, μάλιστα, εις τούς ατομικώς εξέχοντας αριστείς της: η Κοσμική αύτη διαχρονική ενότης, ως έκφανσις συγκεκριμένης μεταφυσικής πνευματικής ουσίας, μετά τών πλείστων αυτής απτών, ολιγώτερον ή περισσότερον ιδεατών, επί μέρους εκδηλώσεων, αποτελεί συνάμα το ασφαλές μέσον καί αναγκαίον θεμέλιον πάσης πνευματικώς υπερβατικής ουσιαστικής ατομικής διαφυγής εκ τής εντροπιακής εγωκεντρικής δεσμοτροπίας, ήτις συνήθως προλαμβάνει καί ανίσχει τήν υπέρβασιν τών σιδηρών της κανόνων, μέτρων καί σταθμών. Τανάπαλιν δέ, πάσα τοιαύτη ατομική υπέρβασις λειτουργεί ως ουσιώδης ανελκυστήρ τής απτής ιστορικής Κοινότητος, καθ΄όσον ακριβώς εκείνη υποστρέφεται ούτως εις τόν μεταφυσικόν της Πυρήνα, αμέσως δηλονότι αναζωογονουμένη υπό τών Προτύπων καί Αρχών της – ήτοι, πράγματι, τών ιδίων της δημιουργών θεών. Ο περί τόν συγκεκριμένον τής Κοινότητος κοινόν (ξυνόν, καθ’ Ηράκλειτον) Πυρήνα εστιασμός είναι συνεχής, οργανικός, ατρεκής ολοκληρωτισμός, υπό τήν έννοιαν τού κοινού προκαθορισμού καί προσανατολισμού, δίκην στοιχειωδών μαγνητικών διπόλων υλικού φερομένου εντός μαγνητικού πεδίου: ο Εθνοκοινοτισμός μας είναι ακριβώς τό μαγνητικόν πεδίον τό εκ τού ως άνω Πυρήνος μας επικυριάρχως καί αδιαμφισβητήτως διεκτεινόμενον. Η κατά τά διάφορα επίπεδα κατίσχυσίς του προχωρεί ομοκέντρως, αρμονικώς καί εν ιεραρχικήι συνεργείαι πάντων τών μελών τής Κοινότητος – εξ αυτού τούτου ακόμη τού ορισμού τής Κοινότητος.

Η Ελευθερία είναι μόνον δυνατή μέσωι τής α-ληθείας καί τής αυθεντικότητος, ουδόλως δέ μέσωι τής εγωπαθούς αυθαιρεσίας, ανισορροπίας καί ανεπιγνωσίας, δι’ ών τά πολλά ψεύδη υποκαθιστούν καί αλληλοσπαρασσόμενα ομονοούν μόνον κατά τής οργανικής αληθείας συνασπιζόμενα, τής οποίας η ισχύς εγκαθιδρυομένη αναφανδόν θά διέλυε τάς φαυλεπιφαύλους διαπλοκάς των. Τό απόλυτον ψεύδος καί η σύγχυσις αποτελούν απαραίτητον υπόβαθρον καί καταλύτην τών φαύλων μνηστήρων τής εξουσίας, τήν οποίαν μόνον εν ονόματι καί δυνάμει τού αρχαϊκού επιτάγματος «γένοιο οίος εσσί» (Πινδάρου Πυθιονίκης β’, 72α ) οι άριστοι αποκλειστικώς δικαιούνται – οι ίδιοι αυτοί όμως τούτο ως καθήκον καί ουχί ως δικαίωμα υπολαμβάνοντες· εν τούτωι δέ μόνωι δύναται καί η αληθής Ελευθερία νά επιτύχηι τήν ολοκλήρωσίν της ως πρωταρχική εντελέχεια. Εν ώι απεναντίας, η εξουσία εις χείρας τών μή διαπνεομένων υπό τής οργανικής αληθείας καί επιταγής φαύλων απατεωνίσκων τής δημοκρατίας, καθίσταται έν απτόν οργανικόν ψεύδος, τεχνητώς τηρούμενον εν βαμπιρικήι αδυνάμωι φυτοζωήι διά τής συνεχούς εκμυζήσεως τού αίματος καί τής ουσίας τών Εθνών. Τών οποίων η ποθητή διά τούς μύωπας αυτούς ασπάλακας τής διαπλοκής καί τής υποταγής οριστική διάλυσις, θά ωδήγει καί αυτήν ακόμη τήν σκιώδη των εξουσίαν εις αυτόματον κατάρρευσιν. Διότι τά παράσιτα δέν δύνανται νά υφίστανται άνευ τών εκμυζουμένων οργανισμών!

 Ως απτή Κοινότης νοείται πάσα οργανική εθνοφυλετική ενότης, της οποίας η πολιτική οντότης εκφράζεται ως παντί μέσωι καί δι’ απεριορίστου αυτοθυσίας τών μελών της αντιπαράθεσις καί πόλεμος πρός τόν Εχθρόν, καθ’ όλα τά επίπεδα καί εκδοχάς νοούμενον καί εκφαινόμενον. Ενότης κλιμακηδόν απαντώσα από του χωρίου μέχρι του Έθνους, ως συνόλου ιστορικής του εις το παρόν εκφάνσεως, και μέχρις, εν τέλει, της κρισίμως σήμερον πρό της αποφασιστικωτάτης καί θανασίμως οριακής δοκιμασίας ισταμένης Αρίας μας φυλετικής Ομοεθνίας.

 Πρότυπον υπόδειγμα Κοινότητος και εν ταυτώι σποράν του αναγεννωμένου Έθνους αποτελεί το ΑΡΜΑ.

 

Kατά τήν παραδοσιακήν αρχήν τής αναλογίας (πρβλ. π.χ. René Guenon, «Ο Συμβολισμός τού Σταυρού»), επί τών άνω εδράζεται καί εκφύεται τό νόημα καί η υπόστασις πάσης αυθεντικής εκδηλώσεως – ήτις, λοιπόν, στερουμένη τού ενεργού της ανωτέρου ερείσματος καταρρέει εσωτερικώς, μηδενίζεται ή καί, περαιτέρω, εκταρταρούται εις τήν οντικήν αρνητικότητα, αφομοιουμένη υπό τών εντροπιακών δυνάμεων τού «ενεργού θανάτου», κατά τήν έκφρασιν τής θείας Μαξιμιανής Πόρτα (γνωστοτέρας ως Savitri Devi). Ο δημοκρατικός πρός τά κάτω, τά άψυχα καί τά αγενέστερα, μέσωι τής διεστραμμένης δημοκρατικής αρχής, αντιπνευματικός αναγωγισμός, η «εκ τών κάτω αναγκαία δικαίωσις», φιλοσοφικώς ή θρησκευτικώς ή πολιτικώς ή επιστημονικώς ή κοινωνικώς, αποτελεί τήν εις δόγμα αναγωγήν τής Αντιστροφής καί τής Καταρρεύσεως.

Κεντρικής εν τούτωι σημασίας είναι καί τό εξής πλατωνικόν: «Τρία τριχήι ψυχής εν ημίν είδη κατώκισται, … διό φυλακτέον  όπως άν (:προσοχή, νά ) έχωσι τάς κινήσεις πρός άλληλα συμμέτρους. Τό δέ δή περί τού κυριωτάτου παρ’ ημίν ψυχής είδους διανοείσθαι δεί τήδε, ως άρα αυτό δαίμονα θεός εκάστωι δέδωκεν, τούτο ό δή φαμεν οικείν μέν ημών επ’ άκρωι [:κορυφήι] τώι σώματι, πρός δέ τήν εν ουρανώι συγγένειαν από γής ημάς αίρειν ως όντας φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον, ορθότατα λέγοντες. Εκείθεν γάρ, όθεν η πρώτη τής ψυχής γένεσις έφυ, τό θείον τήν κεφαλήν ημών ανακρεμαννύν ορθοί πάν τό σώμα. … Τώι δ’ εν ημίν θείωι συγγενείς εισιν κινήσεις αι τού παντός διανοήσεις καί περιφοραί.»  [Τίμαιος 89c-90a,d].

Τό Κράτος έχει, υπό τήν βέβηλον αστικήν προσέγγισιν τού ιουδαιομασονικού «διαφωτισμού», απολέσει πάν ίχνος μεταφυσικού ερείσματος/πνοής καί ενεργού πατρογονικής πνευματικής-αιματικής εστιάσεως καί ιδιοσυστασίας, ως αυτονοήτως υποκειμένων πνευματικών/«οργανικών» [ούτως ειπείν, υπό επεκτεταμένην έννοιαν] πρός τήν διαπνέουσαν πρωταρχικήν οντότητα καί ουσίαν δεσμών· εμπνεύσεως καί ενεργείας εις τήν κοσμικώς ενηρμονισμένην εθνοκοινοτικήν υπόστασιν χαρακτηριστικώς επιτελουμένης ιδιαιτέρως διά τής αυθυπερβάσεως τών ατόμων της πρός τήν πρωταρχικήν αγνότητα καί αυταπάρνησιν καί αυτοθυσίαν τού μαχητού. Η παρούσα αποκοπή τής Κοινότητος καί τών μελών της εκ τού ιδίου της ανωτέρου συνέχοντος νοήματος, τού υψηλού της δηλαδή Εαυτού, συνδυαζομένη πρός τόν υποδαυλισμόν καί καρκινωματικήν έκρηξιν τής κατωτέρας φύσεως εντός τών ατόμων καθ’ έκαστα αλλά καί τών κοινωνιών ατόμων καί Κοινοτήτων εσωτερικώς αλλά καί αμοιβαίως, παρουσιάζεται (εν μιάι καθολικήι αντιστροφήι τής κλίμακος, ορωμένης πλέον εκ τής σκοπιάς ουχί τού όντος αλλά τού αυτοβαυκαλισμού τού σκοτεινού καί χθονίου εγωπαθούς κελύφους καί τής συναφούς ανουσίου κατοπτρικής εικονικότητος, κατ’ εξοχήν εγγενών γνωρισμάτων καί πεδίων δράσεως τού αστικού υλιστικού δημοκρατικού μορφώματος) ως «απελευθέρωσις» καί «ποθητή» αποχαλίνωσις τής απεριορίστου καί εξ άνωθεν ουσιαστικών αυτοπροσδιορισμών καί συνδέσμων ανεξελέγκτου ερεβώδους «ατομικής αυθαιρεσίας». Τούτο μέν είναι ευνόητον ως εκ τής ανεστραμμένης οπτικής εκ τού υποστασιακού χώρου τών ανουσίων (κατοπτρικών) ειδώλων, οίον η κομπάζουσα αστική εξωστρεφής εγωπάθεια καί ο δι’ αποκοπής καί εκκεντρώσεως ένδοθεν μαρασμός· τό κρατούν όμως καί πολλαπλασιαζόμενον χάος  καί η καλλιεργουμένη καλπάζουσα σύγχυσις επιτρέπει, αλλά καί απαιτεί, περαιτέρω καί (προσωρινάς…) εξιδανικεύσεις-τραγελάφους εις νευρωτικά δόγματα τών τοιούτων προσχηματικών αντιπνευματικών «ιδεωδών»-συνδρόμων καί διεσταλμένων πομφολύγων, αποκρυσταλλουμένων καί εις κακοτέχνους συρραφάς τών εις θέσφατα θεσπιζομένων ανεπτυγμένων ανουσιοτήτων εις εκτρωματικά «συντάγματα» άνευ Πνοής, Ενεργείας, Βουλήσεως καί ψυχής καί ερριζωμένης πνευματικής οντότητος ουδεμιάς, αλλ’ εις εξουσίαν τυραννικήν καί συνωμοτικώς αυθαιρετούσαν δίκην προσχηματικού υποβάθρου στηρίζοντα καί ευπρεπίζοντα τούς εικονικούς αστοτσαρλατάνους τής δημοκρατικής (αυτ)απάτης. Η αφηνιασμένη διαστροφή καί η αντιστροφή είναι παράλληλος καθ’ όλα τά επίπεδα, τόσον ατομικά όσον καί κατά είδη καί κοινωνίας· αντιστοίχως καί η ανόρθωσις καί συναρμογή είναι μόνον εφικτή δι’ άνωθεν αφορμωμένης εκ  παραλλήλου εις όλα τά επίπεδα αναδράσεως καί ανορθώσεως.

Η απώλεια τού εσωτερικού νήματος καί στοιχειώδους, ακόμη, αυτογνωσίας έχει μάλιστα εκτραπήι, καί συμφώνως πρός τάς συνεπείας τής προαναφερθείσης αρχής τής αναλογίας επιπέδων, μέχρι τής πλέον πρωτοφανούς ανοησίας καί απιθάνου παρανοίας, ατομικής καί συλλογικής, καί εν σχέσει πρός αυτά ταύτα τά, αυτονόητα διά τόν τελευταίον «πρωτόγονον», προφανή φυσικά καί, γενικώτερον, οργανικά δεδομένα – δυνάμει καί τών ειδικών συνθηκών «θερμοκηπίου» τών αστικών κοινωνιών, καθιστωσών δυνατήν επί μακρόν φαντασίωσιν καί καλλιέργειαν οιασδήποτε μωρίας (απαγορευτικώς επωδύνου εντός τών ατέγκτων κόλπων τής Φύσεως!) καί παραγνώρισιν/περιφρόνησιν τών πλέον στοιχειωδών αρχών καί νόμων τής Φυσικής Τάξεως, αφού ήδη η Φύσις τούς είναι άγνωστος έως ευθέως εχθρική… Η Φύσις παρουσιάζεται καί απαιτεί σεβασμόν παραλλήλως εις όλα τά επίπεδα, εντός καί εκτός μας, εν ταίς κοινωνίαις καί πόλεσι όπως καί εκτός, κατά τήν εμπειρίαν καί βίωσιν τών κινδύνων της καί τού επαλλήλως καί διηνεκώς ενελισσομένου κοσμικού εν ταύτηι συμβολισμού καί νομοτελείας, εν αρμονίαι καί εσωτερικήι ελευθερίαι συντονιζομένου πρός εαυτόν καί τόν Κόσμον τού εν ταύτηι αναβαπτιζομένου Νέου Ανθρώπου. Ο δημοκρατικός εκφυλισμός, προπαγάνδα καί «παιδεία» προάγουν τήν θεωρητικήν καί πρακτικήν καταστροφήν τής Οργανικότητος καί τής Φύσεως, τής ιδίας φύσεως βεβαίως αρχικώς, εις τά πλέον στοιχειώδη, μέ πανειρηνιστικάς φαντασιώσεις, «αναίρεσιν» αλλά πραγματικώς αντιστροφήν τών πλέον στοιχειωδών αρχών καί ιδεωδών τής φυσικής καί πνευματικής υπεροχής, τής υγείας, τής ρώμης, τού φυσικού κάλλους, τής αρμονίας, τής τάξεως, τής (αυτο-)πειθαρχίας ακόμη δέ καί τού θεμελιώδους διαφορισμού χαρακτήρων φυλών καί φύλων. Τά αποτελέσματα δέν θά ηδύναντο παρά νά είναι τά σημερινά  ναυάγια κοινωνιών ψυχονευρωτικών τραγελαφικών ατόμων-«τενεκέδων», μή ενθυμιζόντων ουδέ κάν γελοιογραφίας τού εαυτού των, εάν τις τούς συνέκρινε πρός προσφάτους των προγόνους… Η εντός τών τεχνητών προστατευτικών κελύφων (σχολείων, κομμάτων, Πανεπιστημιακών αναρχικών ασύλων/θερμοκοιτίδων ναρκωτικών, υποκουλτούρας καί πολιτικής ορθότητος – αποκαθιστωμένων εκεί εις τήν φυσικήν των ουσιώδη ταύτισιν – κ.ο.κ.) εξωτερική διασφάλισις τής προσκαίρου ως  εκ τού συμπλέγματος αυταπατών καί διαστροφών τους προφανούς «ατιμωρησίας», εν αντιθέσει πρός τάς αυτομάτους καί σοβαράς επαναδραστικάς συνεπείας εν τήι Φύσει καί μακράν υποπολλαπλασίων τυχόν παρομοίων αστοχημάτων, «προφανούς» τουλάχιστον καθ’ ά οι οικόσιτοι ούτοι αρουραίοι δύνανται αμέσως νά αισθανθούν, τούς επιτρέπει, εις εκθετικήν πρός τήν θερμοκηπιακήν ταύτην αστικήν ασυλίαν συνάρτησιν, νά διογκώσουν τερατωδώς καί οργανώσουν τά συμπλέγματα καί σύνδρομα τής Αυταπάτης, επεκτεινομένης ούτω εις όλα τά επίπεδα καί τομείς, δίκην αντιφυσικής φανατικής νοσηρότητος καί επιθετικής καταστροφικής βλακείας· η οποία καί αποτελεί τόν (αυτόματον) νωτιαίον μυελόν τού Συστήματος. Ο νούς του όμως ευρίσκεται εντός Στοών καί Συναγωγών!  Εν όσωι ο ισχνός μυελός τών «μορφωμένων δημοκρατικών αστών» ολοσχερέστερον διολισθαίνει εις πομφολυγώδη χιμαιρικήν εικονικότητα, ικανός τό πολύ νά επικαλύψηι μεθοδικώς καί εθελοτύφλως τά χαίνοντα ρήγματα («επικινδύνως» διαλανθανόντων σπαραγμάτων αυτογνωσίας), εις ατομικόν όπως καί εις συλλογικόν επίπεδον, εν μιάι αυτοσυντηρητικήι αναδραστικήι λειτουργίαι τού εικονοποιητικού συνδρόμου – όμως, μακροσκοπικώς, αι εικονικότητες της χρηματιστικής βάσεως της ανεστραμμένης καπιταλιστο-δημοκρατικής νευρωτικώς αναψηλαφούσης αγκυρώσεως, συν-γενώς ανάγονται εις την δολίαν επιτηρούσαν ιουδαϊκότητα των αοράτων «κέντρων».

 Όπου μία (βδελυρώς…) οικεία εκ τών συλλογικών προκύπτουσα  συνεπειών τυπική εικών είναι νά επιστρέφουν σχεδόν δαφνοστεφείς εξ άρτι διαπραγείσης αφάτου Προδοσίας οι «ηγέται»-ορντινάτσαι – ελέωι βεβαίως αποκλειστικώς τής μεθοδευμένης καί συστηματικής δημοκρατικής Απάτης επί τού νοσούντος καί καρηβαρούντος αβούλου καί διαλελυμένου «λαού», αφού καί η πλέον μετρία υπεύθυνος κρίσις καί καταλογισμός ευθυνών θά τούς ωδήγει εις τό απόσπασμα, ως ελαχίστην απολύτρωσιν. Ώστε:

 

α΄1. Η Φύσις είναι ο Ναός τού Πνεύματος, η δέ περιφρόνησις καί αντιστράτευσίς της, η έξωσις τών Αρχών καί Νόμων της δέν συνιστάι κατ΄ουδένα τρόπον «υπέρβασιν» ή «πολιτισμόν» αλλ’, απεναντίας, καταβύθισιν εις τό νοσηρόν Χάος εξεζητημένης («πνευματώδους» – ή «ουμανιστικής», «χριστιανικής» κ.ο.κ.) αντιπνευματικότητος, συρούσης καί περιελκούσης τόν άνθρωπον εις οντικά επίπεδα κατώτερα καί αυτής τής ανυπαρξίας, ήτοι φέροντα πρόσημον απολύτως αρνητικόν, πολύ κατωτέρω άρα καί τού εσχάτου ελευθέρου φυσικού μέλους τού ζωικού βασιλείου – τό οποίον οργανικώς επιτελεί τόν ρόλον του κατά φύσιν!

Οι Νόμοι τής Φύσεως καί τού Κόσμου θεμελιώνουν εντός μας εγγενώς καί, διά τής συνεχιζομένης μας βιωματικής εντρυφήσεως εις τήν Φύσιν, επίσης ακλονήτως, τάς κοσμικάς αρχάς καί αξιώματα τής Οργανικότητος, τής Ιεραρχίας καί τού καθολικού Αγώνος: αι οποίαι καί κατ’ εξοχήν εντός μας αναδεικνύονται καί ανυψούνται υφ’ ημών τών ιδίων, ως φορέων ενός Είδους συνειδητώς συμπολεμούντος καί συνδημιουργούντος μετά τής ανελικτικής δημιουργικής μορφοποιού δυνάμεως τού Πνεύματος εν Ελευθερίαι καί Αυτογνωσίαι, δι’ ών καί αποκαθίσταται η αρχέγονος ταυτοποιός Ουσία τού Είδους, τής Φυλής μας, καί η βαθυτέρα της ενότης μέσωι τού επανευρισκομένου της εγγενούς νοήματος καί θείας αποστολής.

 

Τό σημείον τής εκκινήσεώς μας είναι τό ουσιαστικόν Κέντρον, εις τόν αντίποδα τής καταβαραθρώσεως καί αντιστροφής τής παρούσης καταστάσεως.

Ίδιον τής απελευθερωτικώς καταλυτικής ουσιαστικής σχέσεως του ατόμου πρός τήν ουσιαστικήν Κοινότητα είναι καί η αποδυνάμωσις εκείνου τού «εσωτερικού κατοπτρισμού» ο οποίος ειδωλοποιεί και «αποκελυφώνει» το άτομον, αποστερών αυτό τής ουσίας και τής αμέσου του αυθεντικότητος· ο μύθος περί της διά τού απαντωμένου βλέμματος  απολιθούσης Μεδούσης και τού αποκεφαλιστού της απολλωνίου ήρωος Περσέως, αφιερούντος τήν αποτροπαίαν κεφαλήν εις τήν μάχιμον Αθηνάν, πρόμαχον ύψιστον της Ολυμπίας Σοφίας τού Πατρός Διός, προς αποτροπήν των εχθρών της, εχθρών της αυθεντικότητος άρα και κατοπτροπλήκτων, διά τού ιδίου των ούτω δηλητηρίου εξουδετερουμένων, είναι αποκαλυπτικότατος εν τήι εμβαθύνσει του!  Η Κοινότης τού Αίματος και τού Πνεύματος εν οργανικήι φυσικήι ενότητι αποτελεί καί τόν φυσικόν καταλύτην-προϋπόθεσιν τοιούτων διεργασιών και υπερβάσεων, διά των οποίων και μόνον αι τοιαύται απταί Κοινότητες, οίον Έθνη, ου μόνον την μεγαλουργίαν και την καρποφορίαν πνευματικών ημιθέων αλλά και αυτήν ταύτην εισέτι την επιβίωσίν των, προϋποθέτουσαν ανιδιοτελή προσφοράν καί αυτοθυσίαν, διασφαλίζουν.  Ούτω διά της θεμελιώδους ταύτης εθνοκοινοτικής μεταφυσικής προσεγγίσεως καί μόνον ανοίγουν πράγματι οι δρόμοι τού Πνεύματος, τής ηρωικής αυτοσυγκεντρώσεως, αυθυπερβάσεως καί δράσεως, της αληθούς ολυμπιακής δημιουργίας. Ανακαλούμεν σχετικώς καί τό εξής απόσπασμα εκ τού εισαγωγικού μας κειμένου «Ποιοί είμαστε»:

« Κατά ταύτα, εις ό,τι μέν αφοράι αυτόν καθ’ εαυτόν τον Πυρήνα αναφοράς μας και τον χαρακτήρα του, ως υποκειμένης οντότητος, πρόκειται περί ζητήματος κατ’ αρχήν φυλετικώς καθωρισμένου· εν συνεχείαι δε, εναπόκειται εις την εσωτερικήν διαύγειαν, συναίσθησιν Τιμής αλλά και έγκυρον καθοδήγησιν εντός οργανικών κοινοτικών πλαισίων-συνδέσμων η πραγμάτωσις (κατ’ Αγχιβασίην, εις Ηρακλείτειον ορολογίαν) αυτής της Οντότητος, αφού  την οσμισθούν, την γευθούν. Τούτο είναι, κατ’ αρχήν, ζήτημα εξόχως ατομικόν και εξόχως κοινόν («ξυνόν», Ηράκλ.), εν ταυτώι:  πράγμα πού δεν προκύπτει ως αντίθεσις αλλ’ ως δυναμική ενότης, εφ’ όσον ο σύνδεσμος τών δύο είναι μία ουσιώδης εθνοφυλετική Κοινότης, αριστοκρατικώς καθοδηγουμένη συμφώνως προς τας ηρωικάς αρχάς της φωτοτρόπως ανοδικής και φύσει κεντρομόλου Ολυμπιακής Φυλής. Απεναντίας, λοιπόν, η κατά τά ως άνω δρώσα ατομική επίγνωσις συμπληρώνει την πρώτην αφελή κοινοτικήν (φρατριακήν) έκφανσιν της Ουσίας εις μίαν πλήρη τριάδα Πνεύματος-Κοινότητος-Ατόμου – προϋπόθεσιν θεμελιώδη κάθε αληθούς Ιστορικής Μεγαλουργίας. »   (Ως πρός τήν ανάδειξιν τής εν τήι ενότητι ταύτηι εν δυνάμει ατομικής αξίας πρβλ. καί «Πολιτειακαί Αρχαί»  β’, καθώς καί τά περί Παιδείας).

Πρός ταύτην δέον νά αντιπαραβληθήι αφ’ ενός μέν η επί τής μικροεγωικής ιδιοτελείας κατ’ αρχήν εδραζομένη σημιτογενής θρησκοληψία τών αποπροσηνατολισμένων και αφηρωοποιημένων θλιβερών μαζών της εποχής μας (ευρύτατα νοουμένης) αφ’ ετέρου δέ η δίκην πασαρέλας παντελής ειδωλοποιός εκκελύφωσις των μετόχων των σημερινών αντιηρωικών  καί αντιπνευματικών κοινωνιών μετά τών οικείων των διεργασιών τού ναρκισσισμού, της πλέον βδελυράς και νοσηράς εγωπαθείας και τού «image making»…

Αξίζει επίσης, καί διά να μή νομισθήι ακόμη ότι η πνευματική και μεταφυσική αύτη θεμελίωσις τού Εθνοκοινοτισμού αποτελεί ιδικήν μας απόλυτον πρωτοτυπίαν καί νεωτεριστικήν ρήξιν πρός τά ιστορικά πλαίσια της πολιτικής μας παραδόσεως, ν’ αναφέρωμεν σχετικόν απόσπασμα εκ τού έργου «Mein Kampf»  («Ο Αγών μου», η υπάρχουσα ελληνόφωνος μετάφρασις τού οποίου είναι μάλλον παράφρασις κυριολεκτικώς – και σκοπίμως!) τού μεγίστου αναμορφωτού Αδόλφου Χίτλερ:

«Τό θεμελιώδες εκείνον φρόνημα επί τού οποίου η τοιαύτη ενέργεια (: ομιλεί περί τής αυτοθυσίας) ευδοκιμεί αποκαλούμεν, – και κατ’ αντιδιαστολήν πρός τόν εγωισμόν, τήν ιδιοτέλειαν – Ιδεαλισμόν.     Μόνον ούτος καθιστάι τους ανθρώπους ικανούς ν’ αναγνωρίσουν εκουσίως και προθύμως την προτεραιότητα τής ρώμης και της δυνάμεως, καθιστών τούτους τοιουτοτρόπως ένα μόριον απειροστόν της καθολικής εκείνης Τάξεως, ήτις διέπει και διαμορφώνει το όλον Σύμπαν.

Ο Ιδεαλισμός εν τήι αγνοτάτηι του εκδοχήι είναι ασυνειδήτως καί φορεύς της βαθυτάτης μεταφυσικής επιγνώσεως (tiefste Erkenntnis). …  Άπαξ όμως και ο εγωισμός καταστήι ο κύριος (:κυβερνήτης) ενός Λαού, χαλούν (:χαλαρώνουν) οι αρμοί και οι συνεκτικοί δεσμοί της Τάξεως, εν δέ τήι επιδιώξει τής ιδίας ατομικής ευδαιμονίας οι άνθρωποι εκπίπτουν τό πρώτον πράγματι εκ τού Ουρανού εις τήν Κόλασιν.»   («Mein Kampf» Ι:11/ σελ. 327-8 πρωτοτύπου). Σημειωτέον ότι η εδώ αναφερομένη «βαθυτάτη μεταφυσική επίγνωσις» μάλλον ανεπαρκώς χαρακτηρίζεται ως «Ιδεαλισμός», αφού ο τελευταίος όρος συνάδει μάλλον πρός «ιδεώδη» παρά πρός Ιδέας ζώσας, ως μεταφυσικάς πραγματικότητας, όπως πράγματι καί τάς συνέλαβεν, άλλως τε, καί εφήρμοσεν η Κοσμική μεγαλοφυΐα τού Αδόλφου Χίτλερ. Όμως η ανεπάρκεια αύτη δέον ν’ αναχθήι εις τά εν τώι Γερμανικώι καλουμένωι Ιδεαλισμώι εγγενώς εμφυλοχωρούντα στοιχεία εικονικότητος, όπως παρά Εγέλωι (Hegel), πρακτικώς όμως μή υιοθετούμενα υπό τής αυθεντικής ανασυντάξεως, τελικώς, τών φωτεινών δυνάμεων τής Αρίας Συνειδήσεως καί Βουλήσεως, τών οποίων ο ίδιος απετέλεσεν κορυφαίαν εκδήλωσιν. Η οργανική Δύναμις, η μαχομένη ανιδιοτέλεια καί η συγκεκριμένη, ενιαία πνευματική/βιολογική, ταυτότης διαχωρίζουν τήν Ιδέαν εκ τού οίου αφηρημένου αυθαιρέτου «ιδεώδους»· τής Ιδέας ταύτης φορεύς δύναται μόνον νά είναι ο εις επίγνωσιν αναγεννηθείς Άριος, τών λοιπών απλώς λογιζομένων ως δυνάμει (…ίσως!), ουχί θέσει, Αρίων. 

Εδώ επίσης εν παρόδωι θ’ αντιδιαστείλωμεν τήν ανεπάρκειαν τής, πάντως μεγαλοφυούς, συλλήψεως τών Εθιμικών Κύκλων (Kulturkreislehre) τού Oswald Spengler: η ελλειμματκότης του ανάγεται εις τήν πλημμελή υπ’ εκείνου κατανόησιν τής θεμελιωδώς καί ριζικώς πνευματικής διαστάσεως τής Φυλής, διαστάσεως τής οποίας καί αποκρυσταλλώσεις οι τοιούτοι Εθιμικοί Κύκλοι αποτελούν. Πλημμέλεια ήτις καί κατ’ άλλον τρόπον θά ηδύνατο ν’ αποδοθήι καί εις τόν μέγαν Alfred Rosenberg, όστις δέν φαίνεται νά εξετίμησε δεόντως τήν θετικήν βάσιν τής Σπενγλερείου συλλήψεως, επικεντρώσας ούτω τάς κατ’ αυτής βολάς του εις τά εκ τής πλημμελείας της παρεπόμενα σοβαρά ελλείμματα, τάς συνεπείας δηλαδή, αφού δέν ηδυνήθη νά επισκοπήσηι, εντοπίσηι καί συμπληρώσηι τήν αρχικήν καί εκείνα προεικάζουσαν πρωτογενή της ελλειπτικότητα εις τό καθαρώς πνευματικόν επίπεδον. Ούτε δέ βεβαίως καί ο εκπληκτικώς οξυδερκής εκείνος αναλυτής-οραματιστής, μαθητής τού Spengler, ο αμερικανός Francis Parker Yockey, τού οποίου τό  «Imperium» είναι πράγματι μνημειώδες έργον, κατώρθωσε πλήρως ν’ αποκαταστήσηι τήν σύλληψιν εις τήν ακεραίαν της πληρότητα: Η Πλωτίνειος ενάργεια τής υπερβατικής αλλ’ ενδομύχως ενεργούσης Ιδέας προσηγγίσθη μέν κάπως,  όχι όμως τόσον ώστε ν’ αποκαθηλώσηι τήν πνευματικήν προτυπούσαν οντότητα τής Φυλής εις τήν πληρότητα εκείνην, ήτις πλήρως θά συνήνου τά θεμελιώδη πορίσματα τού Alfred Rosenberg μετά τών αρχικών εμπνεύσεων τού Oswald Spengler. Καί όμως, αυτό δέν κατωρθώθη όχι τυχαίως, αλλ’ επειδή η προϋποτιθεμένη πρός τούτο μεστότης δέν είχεν εισέτι επιτευχθήι· άποψις αμέσως δικαιουμένη εκ τής υπομνήσεως ότι τάς πρός τούτο απαιτουμένας οδηγίας θά ηδύνατό τις προχείρως ν’ ανεύρηι εις τό απαράμιλλον έργον τού μεγάλου διδασκάλου Julius Evola. Διότι η ωρίμανσις καί, πολλώι μάλλον, η επίτευξις δέν μεταβιβάζονται δι’ ακαδημαϊκών μέσων.

Η Σύλληψίς μας όμως αποκαθίσταται πλέον ήδη εις τήν ακεραίαν της ολυμπιακήν πρωτοαρίαν πληρότητα, ήτις καί μόνη κέκτηται, ή μάλλον αφ’ εαυτής συνιστάι, τό μέγα μυστικόν τής Δράσεως καί τής Νίκης – ώστε εν τέλει νά δικαιωθήι καί η νοσταλγός επιθυμία τού Oswald Spengler πρός τήν αληθή καί μεγάλην Πολιτικήν: «Ο κόσμος έχει πλέον απαυδήσει τά χρηματο-οικονομικά. Προσβλέπει λοιπόν πρός σωτηρίαν από κάπου, τέλος πάντων από μίαν πραγματικήν εστίαν Τιμής καί Ιπποσύνης, εγγενούς ευγενείας, ανιδιοτελείας καί καθήκοντος.»

Πρέπει όμως ενταύθα νά εξαρθούν καί αι πολιτειακαί συνέπειαι τής τοιαύτης αυθεντικώς υψηλόφρονος καί επί τάς πρωταρχάς προσηλωμένης συλλήψεως. Κυρίως δέ πρέπει, όσωι καί άν τούτο θά έδει νά είναι προφανές, νά υπογραμμισθήι η εκ θεμελίων διαμετρική αντίθεσις, κατά τε τήν φύσιν καί τό ποιόν, τού Εθνοκοινοτικού Κράτους πρός τό κρατούν αστικόν καρκίνωμα, τό δημοκρατικόν δηλαδή κράτος όπερ (δήθεν εξ ονόματος τού λαού, ενός λαού τού οποίου το πνευματικόν καί βιολογικόν θεμέλιον ο μαρξιστοφιλελεύθερος αστισμός κατ’ αρχήν αρνείται καί εξ ορισμού υποσκάπτει, δι’ υποβιβασμού του εκ τής οργανικής του συγκεκριμένης πνευματικής-ιστορικής-βιολογικής αδιαρρήκτου ουσιαστικής φυσικής υποστάσεως εις συμπίλημα τυχάρπαστον αποκεκομμένων ατόμων, ως εικήι εις άμορφον καταναλωτικήν φαιάν ψηφομάζαν συγκολλουμένων καί συναθροιζομένων, δυνάμει, θεωρητικώς τουλάχιστον υποτιθεμένων, αμοιβαίως διαπλεκομένων ιδιοτελειών καί αφηρημένων παραπλανητικών «κοινωνικών συμβολαίων») τόσον εξ υπαρχής είναι κατωτέρας υφής και χθαμαλής κατευθύνσεως, ώστε αναποφεύκτως καί βεβαίως νά καταλήγηι εις αυτό τό οποίον σήμερον εμφανώς καί σχεδόν απροσχηματίστως, διά πάντα μή μακαρίως μετά τής παθητικής μάζης υπνώττοντα, εκπροσωπεί: ήτοι εις προαγωγόν ληστρικώς τό δημόσιον συμφέρον καί τήν παραλελυμένην άβουλον μάζαν λυμαινομένων συμμοριών-κομμάτων, εναλλάξ κεντρικώς τήν Σκηνήν τού θεάτρου σκιών «Ελληνική Δημοκρατία, Α.Ε.», δίκην ανωνύμου εταιρίας, καταλαμβανουσών, πρός δουλικήν εξυπηρέτησιν, εν ονόματι πάντοτε «τού κυριάρχου λαού», είτε τών «ατύπων» παρασκηνιακών προαγωγών καί «ευγενών» χορηγών τής Σκηνής, είτε τών ληστρικών τραπεζικών καί συναφών καταχραστικών θεσμικώς  «εγκαθιδρυμένων» απομυζητών τού αίματος τού … «κυβερνώντος» λαού, όστις υπό τήν γοερώς καί βδελυρώς παράφωνον, διαλυτικήν πάσης εσωτερικής συνοχής καί πρός τό ίδιον είδος συναφείας ενορχήστρωσιν, μεθοδικώς παραδίδεται ου μόνον εις τόν συγκεχυμένον του αποπροσανατολισμόν καί στροβιλισμόν εις τήν αφανίζουσαν χαοτικήν δίνην, αλλ’ άγεται μεθοδικώς εις (ελέωι Ύπνου) σιωπηράν κατάπνιξιν καί γενοκτονίαν: πρώτον μέν τήν συνοπτικώς περιγραφομένην πνευματικήν καί πολιτιστικήν θυσίαν τού πολυτίμου του πυρήνος-ταυτότητος εις τόν βωμόν τής αφηνιασμένης υποδαυλιζομένης οιήσεως τού αποχρωματισμένου καί ανερματίστου όχλου, οιήσεως συνοδού τής πλέον ακραίας εθελοτυφλίας καί καλπαζούσης επιθετικής ηλιθιότητος, χάριν πάντοτε τού προχείρως προσφερομένου ευκαιριακού συμβιβαστικού «εδώ καί τώρα»,  τού οποίου ο αέναος φαύλος ιδιοτελής κύκλος ουδέν περιθώριον αφήνει εις τάς αληθώς ανορθωτικάς δυνάμεις – εν συνεχείαι όμως καί εκ παραλλήλου ολοκληρουμένην καί διά τής βιολογικής αυτοκτονίας, αφ’ ενός μέν διά τής συντελουμένης διαστροφής τών φύλων καί τών φυσιολογικών των πνευματικών, ψυχικών, πολιτιστικών καί φυσικών γνωρισμάτων, προσέτι δέ μάλιστα τής οικογενείας περαιτέρω στραγγαλιζομένης διά τής χωροταξικής, κοινωνικοπολιτικής καί οικονομικής κατερειπώσεως, δυνάμει ακριβώς τών ολεθρίων αστοδημοκρατικών διαστροφικών δογμάτων, αφ’ ετέρου όμως διά τής υπό τών αμερικανο-σιωνιστικών επιτηρητών τής όλης επιχειρήσεως επιβαλλομένης καί αυτοκτονικώς υποστηριζομένης εισβολής αλλοφύλων. Οι θλιβεροί καί σκιώδεις «κυβερνήται»-δούλοι τούς οποίους η Δημοκρατία Α.Ε. αναδεικνύει εις τήν κεντρικήν Σκηνήν αποτελούν τόσον διά τούς σιωνιστικούς σκηνοθέτας-σχεδιαστάς τής «ΝΠΤΠ» όσον καί διά τά συναφώς πρός καί παρά ταύτην εγκαθιδρυμένα καί καρκινικώς διωγκωμένα συμφέροντα, εγχώριά τε καί παγκόσμια, εγγύησιν ότι οι σχεδιασμοί καί αι αποφάσεις θά εφαρμόζωνται πιστώς καί ευγνωμόνως, υπό τήν ευγενή καί παραληρηματικώς μονότονον σφυροκοπηματικήν παρωδίαν τών δεξιών καί αριστερών εξυμνητών τού αιμοσταγούς σημιτικού Μολώχ καί τών λεπτών του πολιτιστικών, θεολογικών καί, πρό παντός, «ουμανιστικών»  πτυχών καί εκφάνσεων, εις τών οποίων τήν θεάρεστον θεραπείαν αι ατέρμονες στρατιαί διδασκάλων καί ηθικοπλαστικών μεντόρων (επισήμων ή μή, αδιάφορον!) μετά περισσού ζήλου, καί πρός εξασφάλισιν τής κατά τό δυνατόν κοσμιωτάτης κοινωνικής καί πολιτικής διαγωγής, επιμερίζονται καί επιδίδονται – συχνάκις μάλιστα καί μετά παραλλήλου επιζητήσεως δαφνών «αντισυστηματικότητος», δυνάμει τής υποκειμένης καί διά τό Σύστημά των ζωτικής Συγχύσεως καί Αντιστροφής. Εν τούτωι επιστρατεύονται καί ως ενισχυτικά τής γεύσεως καρυκεύματα καί τινα διερρηγμένα καί συνήθως ηλλοιωμένα ψήγματα αντικειμενικότητος, πρός ενίσχυσιν τής αποτελεσματικότητος τού χυλού τών λωτοφάγων, ώστε ου μόνον η λήθη, η πιθανώς άλλως τε διά τινος αιφνιδίου αντιμετωπίσεως αλληλουχίας απροσμένων, αναποδράστως αναδυομένων αληθειών διακυβεύσιμος, αλλ’ η συστηματική κυρίως δογματική διαστροφή η σποραδικάς αληθείας εις τά πλέγματα τού ψεύδους μεθοδικώς εγκλωβίζουσα νά εξασφαλίζηι τήν συνέχισιν τής συνθλιβής τού ελευθέρου πνεύματος, τής ολυμπίου διαυγείας καί, ει δυνατόν (…φαντάζονται!), καί αυτής τής αποφασιστικώς,  ακαθέκτως καί φοβερώς επαναστατούσης Αρίας Βουλήσεως. Τοιουτοτρόπως αποδεικνύονται αι «ημίσειαι αλήθειαι» πράγματι ολόκληρα ψεύδη, συχνότατα μάλιστα πολύ επικινδυνώτερα καί τοξικώτερα τών ακατεργάστων πρωτολείων μητρικών των ψευδών… Τούτο χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής καί προκειμένου περί φερομένων «αντιθέσεων» εις τό Σύστημα αίτινες δέν προχωρούν επαρκώς εις βάθος ή, έτι χείρον, ευθέως υιοθετούν πολιτισμικά, ψυχικά ή άλλα γνωρίσματα αμέσως κατ’ ουσίαν σχετιζόμενα μετά ή προερχόμενα εξ είτε τού πυρήνος, είτε τού παρελκομένου γενικού χάους τού αποτροπαίου Συστήματος. Μόνον δέ η συνολική θέασις καί επίγνωσις τών πλεγμάτων τού Ψεύδους περίπου καθ’ όλα τά επίπεδα παραλλήλως καί καθ’ όλον τό βάθος καί έκτασιν καθιστάι δυνατήν τήν επισκόπησιν τής ωλοκληρωμένης καί αληθούς πρός τό σύνολον Σύστημα Αντιθέσεώς μας, ήτις μόνον εκ τής αυτογνωσίας καί τής ολυμπιακής πνευματικής μας Θέσεως καί Βουλήσεως δύναται νά εκπηγάζηι – ως η όντως τά πλέγματα τού Ψεύδους απεριφράστως καί εκ θεμελίων διαλύουσα.

Είναι σαφέστατον, λοιπόν, ότι τό κήβδιλον τούτο «Κράτος» είναι όντως τό πρώτον καί κύριον εξωτερικόν ανάχωμα τού Συστήματος – καί τού υποκρυπτομένου ουσιαστικού Εχθρού!!!  Κατ’ ουσίαν όμως αυτά ταύτα τά θεμελιώδη του δόγματα, ακόμη καί εν τήι θεωρητικήι του, εξιδανικευμένηι μορφήι, αναιρούν κάθε δυνατότητα πραγματικής του υποστάσεως ως ζώντος οργανισμού, αφού αι θεμελιώδεις του υλιστικαί καί εγωπαθείς ταπειναί αρχαί απορρίπτουν τήν εις Αυτοθυσίαν εμπνέουσαν καί απείρως ανωτέραν τού ατόμου Κοινοτικήν δυναμικότητα, τήν οργανικήν Κοινότητα, τήν Ιστορικότητα – καί, άρα, ιστορικήν Βούλησιν καί Πεπρωμένον συλλήβδην μετά πάσης υπερατομικής οργανικής οντότητος, ακόμη καί τού Έθνους, ως αδηρίτους πραγματικότητας, τών οποίων η υπόστασις καί αι εγγενείς δυναμικαί νομοτέλειαι κατ’ εξοχήν χρήζουν πρωταρχικής αναγνωρίσεως καί σεβασμού. Ο υποκείμενος Ρασιοναλισμός, ατομικισμός καί λιμπεραλισμός, ως θεμελιωδώς ξέναι καί έναντι τής Ζωής καί τού Κόσμου εχθρικαί νευρωτικαί προκαταλήψεις καί νοσηραί ιδεοληψίαι, αρνούνται ακόμη καί αυτήν τήν ύπαρξιν, ως δεδομένων υπερατομικών οντοτήτων, τοιούτων αΰλων υποστάσεων, δυναμικών παραγόντων τής Ιστορίας καί δεδομένων ανωτέρων πραγματικοτήτων, αι οποίαι καί μόνον δύνανται ν’ αποτελούν αντικείμενον τής Ιστορίας, απλούστατα καί αποκλειστικώς διότι εκφεύγουν τών εγγενώς περιωρισμένων καί θραυσματικών (αλλά καί, κυριώτατα μάλιστα, εικονικών) αντιληπτικών δυνατοτήτων τού Ρασιοναλισμού. Ευτυχώς πάντως αι Ιστορικαί πραγματικότητες καί η δυναμική των δέν ζητούν τήν άδειαν τών πεφωτισμένων αυτών μασονίσκων ώστε νά υπάρξουν· η Κοινωνία όμως εκείνη ήτις θά εκπέσηι εις τά δόκανα τοιούτων φωστήρων, αποχωρίζεται τών πλέον στοιχειωδών προϋποθέσεων υπάρξεως, δυναμιτίζουσα τά θεμέλια τής ιδίας της υποστάσεως! Ούτω τό φιλελεύθερον «κράτος» αναποφεύκτως καταντάι περιδεής καί καθ’ εαυτόν άχρηστος επιδιαιτητής ενός δυσμόρφου καί δυσώδους χάους αντιμαχομένων οικονομικών συμφερόντων τών μεγιστάνων τού νέου ειδώλου, τού Χρήματος, τού οποίου οι παντοδύναμοι τσαρλατάνοι μοιραίως ανάγονται εις τούς πραγματικούς, αλλ’ όμως απροσώπους καί ανευθύνους, μόνον έναντι τής ιδίας αυτών παμβουλιμικής ιδιοτελείας υπολόγους, άρχοντας καί αυθέντας τής πανευτυχούς «δημοκρατικής κοινωνίας», εν ονόματι πάντοτε τής αποβολής τών αυθεντών-ηγετών καί τών φορέων αληθούς σοφίας καί αρετής, πρός χάριν τής … «ελευθερίας» καί τής αναιμικής των «ουμανιστικής» ηθικής/υποκρισίας.  «Ελευθερίας» καί ηθικής αι οποίαι δέν απορρέουν εκ τής πνευματικής τάξεως, τής κοσμικής αρμονίας-συναρμογής καί τής οργανικής δυναμικής αλλ’, εκπηγάζουσαι εκ τής νοσηρωτάτης διαστροφής εκείνων, αποβλέπουν, απεναντίας, εις τήν ανατροπήν καί καταστροφήν των. Εν ονόματι, υποτίθεται, ατόμου καί «ελευθερίας», νοουμένων όμως πάντοτε κατά τρόπον εκκινούντα εκ καί ολεθρίως εφαπτόμενον τού νοσηρώς εγωπαθούς εκείνου ατόμου-ανδραπόδου καί τής ιδιοτελούς εκείνης αδιεξόδου βουλιμίας, τών οποίων η μοιραία ελεεινή καί βδελυρά απόληξις διαγράφεται ως τό άχαρι περιεχόμενον τών σημερινών τερατωδών τσιμεντουπόλεων.

Η κατ’ αλλεπάλληλα επίπεδα διά τής οργανικής Λαϊκής Κοινότητος εκδήλωσις τού Πνεύματος, τού οντικού δηλαδή υποκειμένου υψηλού Πυρήνος, διετυπώθη υπό τού μεγάλου διανοητού-μαχητού Horst Mahler παλαιότερον ως εξής:

«Tό καθ’ εαυτόν Είναι του Πνεύματος εκδηλούται διά της τάσεως αυτοθεάσεως,  ενεργού αυτογνωσίας, τάσεως

 δηλαδή να υπάρξηι και δι’ εαυτόν, επί τώι σκοπώι της αυτο-ολοκληρώσεώς μας καθ’ εαυτούς και δι’ εαυτούς

εις την Επιστήμην της Αληθείας. Σκεφθήτε το βαλανίδι: εντός του είναι ως τάσις (εν δυνάμει) ήδη η

ωλοκληρωμένη βαλανιδιά  – καθ’ εαυτήν, ακόμη όμως δι’ εαυτήν ανεκδήλωτος παραμένουσα.  Το παιδί είναι

 ήδη Φρόνησις (Vernunft), αλλά μόνον Φρόνησις καθ’ εαυτήν, όχι ακόμη δι’ εαυτήν. Εντός αυτού η Φρόνησις

ευρίσκει εαυτήν το πρώτον διά της εκπαιδεύσεως και μορφώσεως (ΣτΜ: οπότε, δηλαδή, υπάρχει, πλέον, η

 Φρόνησις και δι’ εαυτήν). Μόνον ο ενήλιξ και πεπαιδευμένος άνθρωπος επιτυγχάνει τον προκαθορισμόν

του – να είναι Πνεύμα. Το ότι, όμως, κατ’ αρχήν η Φρόνησις εις τον άνθρωπον υφίσταται μόνον καθ’ εαυτήν,

συνιστά τό χρέος  πού έκαστος άνθρωπος φέρει εκ της γεννήσεώς του: χρεωστά στον Θεό και στον εαυτόν

 του να καταστήι Αν-θρωπος, ως ενεργός υπόστασις της Φρονήσεως δι’ εαυτήν. Αυτό και είναι το

φιλοσοφικόν περιεχόμενον του προπατορικού αμαρτήματος: Ο Αδάμ κι η Εύα, αφού έφαγαν απ’ το

δένδρον της Επιγνώσεως, κατέστησαν δοχεία της Φρονήσεως, η οποία τους επιτάσσει, να καταστούν

δι’ εαυτούς (ενεργώς, επικαίρως, εν τηι τρεχούσηι των υποστάσει) έμφρονες. «Ό,τι απ’ τους

 προγόνους κληρονομημένο έχεις – απόκτησέ το! κιόλας, στ’ αλήθεια για να τόχης!» (Γκαίτε)

Το Πνεύμα είναι το πάν. Δεν υπάρχει τίποτε από το οποίον αυτό να έχηι φτιαχτήι. Είναι απαθές γίγνεσθαι, το

ακίνητον κινούν, η δρώσα ακινησία – ανέκαθεν  “όρνις και αυγό” ταυτοχρόνως. Κατά την εκτύλιξιν τού καθ’

 εαυτό, δεν αναδεικνύεται τίποτε απολύτως πού να μη υφίστατο ήδη εξ υπαρχής πράγματι ως συνεσπειρωμένη

 τάσις  (δυνατότης). Πάν ό,τι το Πνεύμα εκβάλλει έσωθεν,  φέρει δηλαδή ενώπιόν του, ως αντικείμενον

 [ΣτΜ: δηλ.  αναφέρεται εις την μεταφυσικήν φάσιν  1®2 του Όντος] , προκειμένου δι’ αυτού ν’ αναγνωρίσηι

εαυτό εις το  (έν-)αντι-κείμενον, εν μιάι δευτερογενήι αυτεπιγνώσει, παραμένει  πνεύμα υπό αντικειμενικήν,

πλέον όμως, μορφήν,  εντελώς σάρξ εκ της σαρκός, εντελώς πνεύμα εκ πνεύματος.»

 

Εξ επιστολής δέ τού ιδίου από  21ης Ιαν. 2005 πρός τόν Reinhold Oberlercher επί τού ζητήματος τής δημοκρατίας, αποσπώμεν τάς εξής ουσιώδεις επισημάνσεις:

Das Besondere ist im Fürsichsein elend. Es ist bedürftig der Erfüllung mit dem, das an sich das Wahre ist. Das Fürsichsein des Besonderen weist über sich hinaus, indem es sich danach sehnt, die Wahrheit, das Verläßliche, das Bergende, das Anheimelnde und die Liebe zu erfahren. Diese Sehnsucht ist die Not, die das Individuum dem An-und-für-sich-Sein zuwendet. Dieses ist das Höhere, insofern es die Erfüllung des Fürsichseins ist mit dem, was das Wahre – Gott – ist. , d.h. das fürsichseiende Besondere ist notwendig auch Sein-für-Anderes, für sein Anderes, das Allgemeine, dem es sich jetzt als Gefäß öffnet. Erst die Reflexion des Anderen, des Allgemeinen, im fürsichseienden Besonderen bringt die Sittlichkeit als Person hervor – den selbstbewußten Volksgenossen.

Die Individuation – die ein ganzes Zeitalter ausfüllt – bedurfte in gewisser Weise der Abschirmung gegen das Allgemeine, das als solches an sich die absolute Macht ist  und ewig bleibt. Um gegen diese Macht zu werden, mußte das Individuum sich den Schein erzeugen, über das Allgemeine mächtig zu sein. Der  Gedanke der Demokratie ist es, der diesen Schein setzt. Die Ermächtigung des Besonderen ist aber in den Extremismus der Besonderheit umgeschlagen, ist zum egoistischen Individuum geworden, das sich im Aufstand gegen das Allgemeine jetzt selbst vernichtet. Der Individualismus der „Love parade“ hebt sich an sich selbst auf, indem er sich als allgemeine Form, als Individuum ohne allen Inhalt und ohne jegliche Erfüllung entsetzt. Dieses Entsetzen über sich selbst ist schließlich das lang ersehnte Einsetzen der Heilung.

2.       Der Widerspruch der „Demokratie“.

Das Selbstbewußtsein, das diesen Kampf mit sich ausficht, ist noch in sich fragmentiert (fraktioniert). Die „Parteien“ sind  noch nicht in der Erkenntnis ihrer konkreten Einheit versöhnt. Im Bewußtsein setzt sich jede Fraktion als das Ganze – unter Ausschließung der jeweils anderen. Bürgerkrieg. Zu seiner Überwindung wird ein Verfahren ersonnen, das scheinbar – wirklich nur scheinbar! – geeignet ist, rein formal den Bürgerkrieg in einen Zusammenhang der „friedlichen“ Konfliktlösung zu überführen. Dessen Grundgedanke ist es, die Freiheit zu „definieren“ als institutionalisierte „Teilhabe“ der Einzelnen an der Willensbildung des Gemeinwesens  nach dem Prinzip „ein Mann eine Stimme“. Was dabei herauskommt, ist blanker Unverstand (vgl. F. Schiller). Da Unverstand nicht herrschen kann, eine vom Klassen- und Parteienkampf zerklüftete Gesellschaft zur Aufrechterhaltung des staatlichen Gewaltmonopols (kapitalistischer Ordnung) aber der Herrschaft bedarf, vollzieht sich Herrschaft jenseits des „öffentlichen Bewußtseins“  durch eine Hintergrundmacht. Diese wird zum Objekt der Begierde der weitaus realitätstüchtigeren Juden. Diese  sind im „Not- und Verstandesstaat“ die Meister der beiden Hauptwaffen im Kampf um die Macht: des Geldes und der Lüge.  Ihr Sieg ist unausweichlich. Dieser aber  macht die Juden unvorsichtig. Sie treten jetzt als Machthaber in Erscheinung  – und das ist ihr Untergang.

Die Erscheinung des Juden als Herrscher bringt die Demokratie auf den Begriff als talmudische Knechtschaft. Glaubt man den recht zu deutenden Worten von George W. Bush, so sollen  Dank der US-Militärmacht alle noch widerstrebenden Völker endlich dieses Glückes teilhaftig werden. So werden auch wir besser denn je den Juden als Feindstaat im Staate (Fichte, Hegel, Goethe)    verstehen lernen. Dann kann es nicht ausbleiben, daß unser Volk das bisher nur illusorisch gelöste Freiheitsproblem erneut aufgreift, um es nicht mehr nur formal sondern jetzt wahrhaft zu lösen, so daß sich Inhalt und Form als Idee der Freiheit entsprechen

3. Die Aufhebung der Demokratie

Freiheit kann nur völkisch gedacht werden. Der Wille, der frei sein will, ist da als Volk. Jedes Volk ist ein wirkliches Individuum, ein lebendiger Organismus. Nicht jedes Volk ist willensmächtig, d.h. zur Setzung und Durchsetzung eines eigenen Willens fähig. Nur ein als Staat daseiendes Volk, welches kräftig genug ist, Fremdbestimmung aus sich auszuschließen, ist ein freies Volk. Nur der einem freien Volk angehörende Volksgenosse, ist auch als Person anerkannt und dadurch frei.

Die so beliebte Entgegensetzung von „Volk“ und Regierung ist Unsinn – mehr noch: sie ist gefährlicher grober Unfug. Wer könnte ernsthaft die Brust, den Bauch. den Hintern und das Rückgrat zur Revolte gegen die Beine, die Arme und den Kopf aufrufen wollen? Die Regierung ist auch Volk. Der Staat ist die Form eines Volkes, in der dieses allein einen Volkswillen bilden und als Handlung setzen kann. Die Regierung ist Willens- und Handlungsorgan des Volkes, wie der Kopf ein Körperteil des ganzen Körpers ist und nicht getrennt davon. Erst durch die Regierung  ist Staat, also ein an sich freies Volk. Die Regierung ist an sich das Dasein des aktuellen (tätig werdenden) Volkswillens.   ….  

Die Herrschaft Alljudas ist – wie Fichte das richtig erkannt hat – eine hybride Fremdherrschaft: eine äußere und eine innere zugleich – und deshalb besonders gefährlich. Die Verfassung ist Verfassung der Freiheit, die das Volk als eine daseiende Gestalt des Begriffes denkt, d.h. im Begriff die Form seiner Freiheit aufsucht und zur Existenz bringt. [Mitleser  seien daran erinnert, daß „Begriff“ hier als Gott im Sinne des logischen Ganzen   vor der Erschaffung der Welt zu fassen ist.]

In der Volksgemeinschaft, die sich als solche selbst erkannt hat, ist es nicht mehr der Wille eines Volksteiles, eines besonderen Standes, der das Wollen und Handeln der Regierung bestimmt, sondern unmittelbar der allgemeine, d.h. der vernünftige Wille. Unter diesen Bedingungen wird der Regent (Monarch) zum Führer des Volkes.

Der Führer – von keinem Standesinteresse gebunden, von keiner Kaste abhängig, keiner Partei botmäßig – ist, wie jeder einzelne Volksgenosse, Teil des Ganzen. In seiner Person schlummern – gleichsam als Resonanzboden – alle Gedanken, Gefühle, Sehnsüchte, Befürchtungen und Heilserwartungen, die als Allgemeines (vernünftiges) Sein im Volksgeist, d.h. ein mehr oder weniger klares Dasein auch in allen anderen Volksgenossen sind. Der Führer, der in dieser Beziehung durchaus mit einer Empfangsantenne verglichen werden kann, nimmt die im Volke wirkenden Schwingungen auf. Kraft seiner Berufung erwachen diese  zu Beweggründen seines Sinnens und Handelns. So kommt das Wollen des Volkes in der Person des Führers zu sich. Durch die Strahlkraft des Führers kehrt es an seine Quelle, die vielen Volksgenossen,  zurück und verstärkt durch Bewußtmachung und angeregte Zustimmung das volksgeistliche Kraftfeld. Dieses wirkt in unendlicher Kombination – jeweils in gegenläufiger Richtung – sowohl zwischen den Gefolgsleuten untereinander als auch – nur klarer und energiereicher – im Verhältnis von Führer und Gefolgschaft. Es ist diese Beziehung, diese Wechselwirkung, die wir Charisma nennen..

 Im „elektronischen Thing“, wie ich es in der Skizze zur Reichsordnung angeregt habe, sind die im  Führerprinzip wirkende Momente der Konsultation und Verantwortung zu Verfassungsinstituten ausgestaltet, die die Mitwirkung des Besonderen Standes in der Sphäre des Allgemeinen unmittelbar der Erfahrung zugänglich machen.

 Durch die strikte Trennung von Meinungsbildung und –äußerung einerseits  und Entscheidung andererseits vergeht der Fluch des demokratischen Zeitalters: der Zwang zur Manipulation der Meinungen.

Der Mißbrauch des Ausdrucks „Demokratie“ liegt also bei denen, die zwischen „guter“ und „schlechter“ Demokratie unterscheiden und uns die „gute“ aufschwatzen wollen.

Ήτοι, ελληνιστί:

«Τό ιδιαίτερον εκδεδηλωμένον (ατομικόν) εις τό δι’ εαυτό είναι αξιοθρήνητον. Χρήζει δέ κατ’ ανάγκην πληρώσεως εξ εκείνου, τό οποίον καθ’ εαυτό είναι αληθές. Τό δι’ εαυτό τού ιδιαιτέρου εκδεδηλωμένου (υποκειμενικού) παραπέμπει πέραν τού εαυτού του, καθ’ ότι επιποθεί νά βιώσηι τήν αλήθειαν, τήν αξιοπιστίαν, τήν προστατευτικήν περιχαράκωσιν, τήν εξοικειούσαν εστίαν καί τήν αγάπην. Ως εκ τού πόθου αυτού τό άτομον, λοιπόν, κατ’ ανάγκην εγγενή στρέφεται πρός τό κατά καί διά εαυτό όν. Τούτο είναι τό ανώτερον, καθ’ όσον επιτελεί τήν πλήρωσιν τού ατόμου υπό τού όντως αληθούς, ήτοι τού Θεού – καί άρα τό εξειδικευτικώς (περιοριστικώς, υποκειμενικώς, ιδιαιτέρως) δι’ εαυτό υφιστάμενον είναι κατ’ ένδειαν (άρα, αναγκαστικώς) επίσης όν δι’ έτερον, τό ιδικόν του όμως έτερον, τό Ξυνόν (Κοινόν), πρός τό οποίον τώρα ωσεί δοχείον ανοίγεται. Η ανάδρασις τό πρώτον τού ετέρου, τού Κοινού, προκαλεί εις τό ιδιαίτερον, τό δι’ εαυτόν δηλαδή υφιστάμενον, τήν αποκρυστάλλωσιν τής Εθιμικότητος ως προσώπου – ως ενσυνειδήτου συμπατριώτου (Volksgenosse).

Η εξατομίκευσις, καταλαμβάνουσα ως διεργασία μίαν ολόκληρον εποχήν, εχρειάζετο τρόπον τινά τήν θωράκισιν έναντι τού Κοινού, πού, ως τοιούτον, είναι καί εσαεί παραμένει η απόλυτος δύναμις. Κατά τήν πρός εκείνο εναντίωσίν του τό άτομον έπρεπε νά φαίνεται πώς δήθεν αίρεται ως ισχύς υπεράνω τού Κοινού. Η σκέψις τής δημοκρατίας είναι ακριβώς πού επιβάλλει τήν εικόνα ταύτην. Όμως η εξουσιοδότησις τού επί μέρους (τού ιδιαιτέρου) αντεστάλη μέχρι τής ακρότητος τής ιδιορρυθμίας τού επί μέρους, συγκεφαλαιωθείσης υπό τού εγωιστικού ατόμου, τό οποίον εν τώι κατά τού Κοινού στασιασμώι του εκμηδενίζει τόν ίδιο του τόν εαυτόν. Ο ατομισμός τύπου „Loveparade“ αυτοαναιρείται καθ’ εαυτόν, εξανιστάμενος καθ’ εαυτού ως αχρώμου γενικής φόρμας, ως ατόμου άνευ περιεχομένου καί χωρίς οιουδήποτε (κατά τά ως άνω) πληρούντος ανωτέρου περιεχομένου. Η τοιαύτη καθ’ εαυτού εξανάστασις τελικώς είναι η μακράν περιπόθητος επεμβολή (: έλευσις καί ενεργοποίησις) τής ιάσεως.

2.       Η αντίφασις τής «Δημοκρατίας».

Η αυτεπίγνωσις αύτη η οποία έχει ούτως εξαναστή εναντίον τού ιδίου της εαυτού, παραμένει εισέτι

εις μορφήν θρυμματώδη. Τά «κόμματα» δέν έχουν εισέτι αυτοσυνδιαλλαγή εν τήι αναγνωρίσει μιάς απτής των ενότητος. Τό κάθε σπάραγμα (: απόσπααμα, «φράξια», απόκομμα) προβάλλει εις τήν συνείδησιν μέ αξίωσιν όλου – εν αποκλεισμώι όλων τών λοιπών οργανικών μερών. Εμφύλιος πόλεμος. Πρός υπέρβασιν τού οποίου επινοείται κάποιος διαδικαστικός χειρισμός, κατάλληλος ώστε φαινομενικώς (καί, πράγματι, μόνον φαινομενικώς!) νά μεταθέτηι καθαρώς τυπικώς (θεωρητικώς) τήν εμφύλιον σύρραξιν εις μίαν σφαίραν «ειρηνικού» διακανονισμού. Θεμέλιον τού χειρισμού τούτου είναι τό ιδεολόγημα τό οποίον «ορίζει» τήν ελευθερίαν ως «θεσμοθετημένην» συμμετοχήν τού ατόμου εις τήν διαμόρφωσιν  τής συλλογικής βουλήσεως κατά τήν αρχήν «ένας άνθρωπος, μία ψήφος». Τό τελικόν εξαγόμενον, είναι καθαρά αφροσύνη (ηλιθιότης) (πρβλ. F. Schiller). Καθ’ όσον δέ η αφροσύνη δέν είναι δυνατόν νά είναι κυρίαρχος, εν ώι μία εκ τών ταξικών καί κομματικών αντιπαραθέσεων σπαρασσομένη καί διαμελιζομένη κοινωνία, όμως, χρήζει επικυριαρχίας πρός διατήρησιν τού, εις τήν διεθνή καπιταλιστικήν τάξιν πραγμάτων υποτελούς, κρατικού μονοπωλίου εξουσίας, εγκαθιδρύεται μία εξουσία επέκεινα τής «δημοσίας (κοινής)   επιγνώσεως» υπό τής μιάς ή τής άλλης παρασκηνιακής δυνάμεως. [Πρβλ. εκ τού εν τήι παραγράφωι ΙΙε’ κατωτέρω παρατιθεμένου αποσπάσματος τού F.P.Yockey τό εξής: «Έτσι η δημοκρατία παρουσίαζε τήν εικόνα τού πλήθους υπό τόν καταναγκασμόν τών εκλογών, τών αντιπροσώπων υπό τόν καταναγκασμόν τού χρήματος, τού χρήματος θρονιασμένου στήν θέσι τού Μονάρχου. Πάντως, λοιπόν, η απόλυτος εξουσία διετηρήθη – όπως καί είναι σέ κάθε οργανισμό αναπόφευκτο, διότι νόμος υπάρξεως τού κάθε οργανισμού είναι ότι: Η συνολική δύναμις εντός τινος οργανισμού είναι σταθερά, άν δέ κάποια άτομα, ομάδες ή ιδέες εντός του αποδυναμωθούν, κάποια άλλα τότε άτομα, ομάδες ή ιδέες θά ενδυναμωθούν ισοδυνάμως.»] Η παρασκηνιακή αύτη εξουσία γίνεται οπωσδήποτε επίζηλον αντικείμενον καί σταθερά εμμονή τών μακράν επιδεξιοτέρων καί ωμώς υπολογιστικωτέρων Ιουδαίων, οι οποίοι υπό καθεστώς «ενδείας καί δολιότητος» είναι οι κύριοι αμφοτέρων τών βασικών κατά τήν διεκδίκησιν τής εξουσίας υπό τοιούτους όρους μέσων: τού χρήματος καί τού Ψεύδους. Η νίκη των είναι αναπόφευκτος. Τούτο όμως καθιστάι, πάλιν, τούς Ιουδαίους απροσέκτους εν τήι προκλητικήι των αλαζονίαι: τώρα πλέον εμφανίζονται ως οι απόλυτοι δυνάσται – τούτο δέ καί επιφέρει τήν πτώσιν των.

             Η εμφάνισις τού Ιουδαίου ως Κυριάρχου εξισώνει ως ιδέαν τήν Δημοκρατίαν πρός τήν Ταλμουδικήν Δουλείαν. Άν τις τουλάχιστον δώσηι βάσιν εις τά λόγια τού GeorgeW. Bush, ορθώς ερμηνευόμενα, τότε, καί χάρις εις τήν στρατιωτικήν υπεροπλίαν τών ΗΠΑ, αυτή ακριβώς η μοίρα (: δηλ. τής αναποφεύκτως επιβαλλομένης Ταλμουδικής Δουλείας) αναμένει καί όσους τυχόν Λαούς εξακολουθήσουν ν’ ανθίστανται. Τοιουτοτρόπως πρόκειται καί ημείς επίσης νά κατανοήσωμεν διαυγέστερον παρά ποτέ τούς Ιουδαίους ως εχθρικόν Κράτος εν Κράτει (μετά, π.χ., τούς Fichte, Hegel, Goethe). Εν τοιαύτηι δέ περιπτώσει δέν δύναται ν’ αποφευχθήι η υπό τού Λαού μας εκ νέου αντιμετώπισις τού εικονικώς μόνον καί αυταπατητικώς μέχρι τούδε «λελυμένου» θεμελιώδους περί Ελευθερίας ζητήματος, ώστε νά δώσηι εις αυτό μίαν ουχί τυπικήν/εικονικήν αλλά αληθή, αυθεντικήν λύσιν, διά ν’ αποκατασταθήι επί τέλους καί η μεταξύ περιεχομένου καί μορφής τής, αληθούς πλέον, Ιδέας τής Ελευθερίας αντιστοιχία.

3.       Η κατάλυσις τής Δημοκρατίας.

           Η Ελευθερία δύναται ως έννοια νά συλληφθήι μόνον εις τά πλαίσια τής οργανικής (εθνοφυλετικής) Κοινότητος (völkisch). Η Βούλησις η εγγενώς τήν ελευθερίαν επιθυμούσα είναι ο Λαός. Έκαστος Λαός είναι ένα πραγματικόν άτομον (πρόσωπον), είναι ζών οργανισμός. Όμως δέν είναι ο κάθε Λαός βουλητικώς αποκρυσταλλωμένος – ήτοι, ικανός ώστε νά μορφώσηι καί πραγματώσηι ιδίαν Βούλησιν. Μόνον ο τήν υπόστασίν του εις Πολιτείαν (Κράτος) εξυψώσας (αναγαγών) Λαός, ο οποίος είναι αρκούντως δυνατός ώστε ν’ αποκλείσηι ξένην καθορίζουσαν επιρροήν (ετεροπροσδιορισμόν), είναι ελεύθερος Λαός. Μόνον ως μέλος ενός ελευθέρου Λαού, ως ενσωματωμένος εις τήν τοιαύτην ολότητα συμπατριώτης, δύναταί τις νά είναι ως πρόσωπον ανεγνωρισμένος καί, άρα, ελεύθερος.

             Η τόσον προσφιλής αντιπαράθεσις «Λαού» καί «Κυβερνήσεως» είναι, κατά τήν ορθήν των έννοιαν, άνευ νοήματος – έτι δέ μάλλον:  είναι επικίνδυνος αναρμοστία καί αστοχία βαρυτάτη εν ταυτώι. Τίς ποτε θά εκάλει σοβαρώς τό, στήθος, τήν λαγόνα, τούς γοφούς καί τήν σπονδυλικήν στήλην εις στασιασμόν κατά μηρών, βραχιόνων καί κεφαλής; Η Κυβέρνησις είναι επίσης Λαός. Η Πολιτεία (τό Κράτος) είναι η φυσιογνωμία (μορφή) ενός Λαού, εν τήι οποίαι καί μόνον έχει ούτος τήν δυνατότητα διαπλάσεως καί εις πράξιν αναγωγής μιάς αληθούς Βουλήσεως τού Λαού. Η Κυβέρνησις αποτελεί βουλητικόν καί εκτελεστικόν όργανον τού Λαού, όπως ακριβώς η κεφαλή είναι μέρος τού όλου σώματος, χωρίς αυτού μηδέποτε νοουμένη. Μέσωι τής Κυβερνήσεως υφίσταται τό πρώτον η Πολιτεία – ήτοι, ο καθ’ εαυτόν ελεύθερος Λαός. Η Κυβέρνησις καθ΄εαυτήν αποτελεί τήν υπόστασιν τής επικαίρως δρώσης (: ενεργού) Λαϊκής Βουλήσεως.

Η Κυριαρχία τού Πανθεβραίου (ήτοι, τού Εβραίου υφ’ όλα του τά προσωπεία καί μεταμορφώσεις) είναι – καθώς ήδη ο Fichte ορθώς διέγνωσε – μία υβριδική (: μεικτή) Κυριαρχία Ξένων (αλλοτρίων): εκ παραλλήλου εξωτερική καί εσωτερική – εκ τούτου δέ καί εξόχως επικίνδυνος. Τό (ΣτΜ: δεόντως ανακύψαν, ήτοι κατά τήν ορθήν πνευματικήν τάξιν λειτουργούν) Σύνταγμα είναι Εγκαθίδρυσις (Περιχαράκωσις) τής Ελευθερίας, νοουμένου κατ’ αυτό τού Λαού ως ενεργού υποστάσεως τής Ιδέας, ήτοι εκζητουμένης υπ’ αυτού (: τού Συντάγματος) τής μορφής (φυσιογνωμίας) τής Ελευθερίας του εις τήν Ιδέαν, δι’ ής καί μόνον η Ελευθερία ανάγεται εις κάτι όντως υπαρκτόν! [Υπομιμνήσκεται εις τούς αναγνώστας ότι η εδώ χρησιμοποιουμένη έννοια τής «Ιδέας» είναι εκείνη τού Ενός, τού Νού, τού Θεού ως τού ουσιώδους Όλου υπερχρονικώς – ήτοι,  πρό τής Δημιουργίας τού Κόσμου.ΗΜ]   ……

Εν τήι Λαϊκήι Κοινότητι η οποία έχει αποκτήσει επίγνωσιν εαυτής ως τοιαύτης, δέν καθορίζεται πλέον η πρόθεσις καί η δράσις τής Κυβερνήσεως υπό τής βουλήσεως ενός κομματιού τού Λαού, μιάς ωρισμένης τάξεως, αλλ’ απ’ ευθείας εκ τού χώρου τής κοινοτικής, ήτοι τής έμφρονος (συνετής) Βουλήσεως. Υπ’ αυτούς τούς όρους καθίσταται ο Κυβερνήτης (Μονάρχης) Αρχηγός τού Λαού.

Ο Αρχηγός – εις ουδέν ταξικόν συμφέρον προσδεδεμένος, υπ’ ουδεμιάς ολιγαρχίας εξαρτώμενος, ουδενός κόμματος εντολοδόχος – αποτελεί, όπως καί κάθε συμπατριώτης, μέρος τού όλου.  Εντός του λανθάνουν – ως εν μουσικώι αντηχείωι – όλοι οι στοχασμοί, τά συναισθήματα, οι λαχτάρες, πόθοι, θρύλοι, φόβοι καί σωτήριοι προσδοκίαι, αίτινες ως κοινόν (έμφρον) όν ευρίσκουν υπόστασιν εις τό Λαϊκόν Πνεύμα, εκδηλούμενον μάλλον ή ήττον διαυγώς εις όλους τούς συμπατριώτας. Ο Αρχηγός, δυνάμενος κατά τούτο κάλλιστα νά παραβληθήι πρός κεραίαν λήψεως, συλλαμβάνει τάς παρά τώι Λαώι ενεργούς συχνότητας. Δυνάμει τής κλήσεώς του ανάγονται αύται εις κίνητρά του τού αισθάνεσθαι καί τού ενεργείν. Ούτως έρχεται εν τώι προσώπωι τού Αρχηγού η Βούλησις τού Λαού εις εαυτήν. Μέσωι τής ακτινοβόλου ισχύος τού Αρχηγού αύτη επιστρέφεται εις τήν πηγήν της [Σημείωσις: εδώ σαφώς διαφοροποιούμεθα! Πλήν άν ως τοιαύτην πηγήν καθαρώς υπονοήσωμεν όχι τόν προκείμενον Λαόν, αλλά τήν Μεταφυσικήν Αρχήν, τήν Ιδέαν, τής οποίας καί αποτελεί ούτος έκφρασιν – ίδε αμέσως κατωτέρω], εις τήν πολλαπλότητα τών συμπατριωτών, ενισχύουσα διά τής συνειδητοποιήσεως καί τής συντονιστικώς προκαλουμένης ενεργού καταφάσεως τό δυναμικόν πεδίον τού Λαϊκού Πνεύματος. Τούτο συντελείται κατ’ απείρους συνδυασμούς καί καθ’ εκατέραν επίσης φοράν, τόσον μεταξύ τών υπηκόων, καθώς πάλιν – αλλά ενεργητικώτερον – εν τήι μεταξύ Αρχηγού καί τών ακολούθων του σχέσει. Ακριβώς δέ τήν αμοιβαίαν ταύτην σχέσιν καί «χάρισμα» καλούντες, περιγράφομεν τό πρός τά κάτω εκδηλούμενον αρχηγικόν  αξίωμα.

Εν τήι «ηλεκτρονικήι βουλήι», όπως κατά τό προσχέδιον Πολιτειακής Τάξεως έχω παροτρύνει, εκτυπούνται ενεργώς αι εις τήν Αρχήν τού Αρχηγού δρώσαι όψεις τής συμβουλευτικότητος καί τής ευθύνης εις Συντακτικά Ιδρύματα, άτινα ευθέως αισθητοποιούν τήν εντός τής σφαίρας τού Κοινοτικού συνέργειαν τού ιδιαιτέρου, τού επί μέρους.

Μέσωι τού αυστηρού διαχωρισμού αφ’ ενός διαμορφώσεως καί εκφράσεως τών εν τώι λαώι απόψεων καί, αφ’  ετέρου, τής λήψεως αποφάσεων, οριστικώς πλέον καταρρέει η κατάρα τής δημοκρατικής εποχής: ήτοι, η αναγκαστική χειραγώγησις τών απόψεων.

Η κατάχρησις, λοιπόν, τού όρου «δημοκρατία» εντοπίζεται παρ’ εκείνοις, οίτινες ατόπως διαχωρίζουν μεταξύ «καλής» καί «κακής» δημοκρατίας, ευχόμενοι πάντοτε νά μάς «φουσκώσουν»  τήν «καλήν» δημοκρατίαν τους… »

 

Αυτό τό οποίον πρέπει, ως απολύτως θεμελιώδες εκ τής ιδικής μας Κοσμοθεάσεως, εις τ’ ανωτέρω οπωσδήποτε νά προσθέσωμεν, είναι η άνωθεν ιδιοφυής (καί γεφυρούσα, τό Πνεύμα πρός τήν Κοινότητα ευθέως συνδέουσα) έμπνευσις καί συναφής ουσιώδης λειτουργική Θέσις καί Δράσις τού Αρχηγού/Μονάρχου. Η εδώ δέ χρησιμοποιηθείσα έννοια τού Μονάρχου δέον, βεβαίως, όπως μή συσχετισθήι πρός τήν ιστορικώς συνήθη νομοτελειακήν κληρονομικότητα τού ομωνύμου λειτουργήματος. Η  τοιαύτη αναγκαιότης προσθήκης μας σαφώς καί υποδεικνύει τήν άμεσον ουσιαστικότητα (ως ηλιακότητα ή ολυμπιακότητα αλλαχού προσδιοριζομένην) τής ημετέρας πνευματικής αρχής καί αναφοράς, εις τήν οποίαν καί ειδικώτερον ανάγεται (αλλά καί συνεχώς αναβαπτίζεται) η συνέχουσα οργανική μας Εν-ότης, εν σχέσει πρός τάς οίας καί οσωδήποτε κατά τά πορίσματα συγγενικάς «ιδεαλιστικάς», Εγελιανάς κ.ο.κ. προσεγγίσεις! Προσεγγίσεις όμως τών οποίων αι δευτερογενείς αναλύσεις δύνανται ως τοιαύται, καί παρά τούς εγγενείς των περιορισμούς, νά παραμένουν λίαν περιγραφικαί καί διαφωτιστικαί – διό καί αναφέρονται. Εξ άλλου παρουσιάζουν, εν τήι δι’ ενός ενεργού νύν ρεύματος καί δυναμικής ασυμβιβάστου εντίμου αγώνος σημειολογικήι των επικαιρότητι, καί σαφή απόδειξιν τής αληθώς υπερβατικής κατευθύνσεως ήτις καί παρ’ άλλοις ωριμάζει, όπου σοβαροί συναγωνισταί αναπετάσσουν τά μάχιμα Λάβαρα τού υπέρ Ελευθερίας Αγώνος ανά τήν Ευρώπην – καί ολόκληρον τόν θανασίμως χειμαζόμενον Λευκόν Κόσμον. Εν δέ τώι ωριμάζειν οι αξιώτεροι εκείνων, ουχ ήσσον καί ο προαναφερόμενος Γερμανός πρόμαχος, ΗΜ, μοιραίως καί κατά τήν απαρέγκλιτον κεντρομόλον έφεσιν καί τροπισμόν των, θά συγκλίνουν ολονέν εις τό αυτό…

Εις τήν αυτήν κατεύθυνσιν εξάρσεως, όμως, καί διευκρινίσεως τής τάς ως άνω θέσεις τού ΗΜ υπερβαινούσης διαφοράς μας (καθ’ όσον, καλός μέν κι ο Έγελος εν μέρει – όμως άλλο Έγελος, άλλο Πλωτίνος, λεκτέον…), ενδεικτικότατα προσεπιλέγομεν ότι τό ζήτημα δι’ ημάς δέν τίθεται απλώς εις τήν ολιστικότητα ή μεριστικότητα τής εξουσίας εν σχέσει πρός τόν Λαόν, δίκην ομάδων, εν είδει παρακειμένων ή εφαπτομένων αλλήλοις κύκλων, αλλ’ η θεώρησίς (:θέασις, επίγνωσις) μας πολλώι μάλλον είναι κυριώτατα εκείνη τών ομοκέντρων κύκλων, υπό τήν εσωτερικοτάτην παραδοσιακήν έννοιαν, όπως αύτη επί παραδείγματι υπό τού μεγάλου διδασκάλου Julius Evola, π.χ. εις τό μνημειώδες του σύγγραμμα «Εξέγερσις κατά τού Συγχρόνου Κόσμου» εκτίθεται. Εξ εκείνου παραθέτομεν ενδεικτικώς τό εξής:

 « Υπάρχει μία Φυσική Τάξις καί μίο Μεταφυσική Τάξις. Μία θνητή Φύσις καί μία Φύσις τών αθανάτων. Υπάρχει η υψηλοτέρα σφαίρα τού Είναι καί η κατωτέρα τού Γίγνεσθαι. Απλούστερον τιθέμενον: Είναι δεδομένη ορατή τις καί απτή περιοχή καί, πρό καί πέραν ταύτης, μία αόρατος κι εν είδει Υπερκόσμου, ούτως ειπείν, άπιαστος Αρχή καί αληθής Ζωή.

Οπουδήποτε κι άν ποτέ υπήρξε κάποια πραγματική Παράδοσις, είτε κατ’ Ανατολήν είτε κατά Δύσιν, η ως άνω επίγνωσις ήτο σταθερώς, υφ’ οίαν της μορφήν, θεμελιώδης καί κεντρική, δίκην ακλονήτου άξονος, περί όν πάντα τάλλα καθ’ ιεραρχίαν διετάσσοντο.

Ομιλούμεν περί επιγνώσεως (ΣτΜ: αναγνωρίσεως, θεωρίας-θεάσεως [γερμ. Erkenntnis] κατά τήν πρώτην της έννοιαν, όπως έχομεν αλλαχού εξηγήσει), ουχί περί τινος «θεωρίας» (ΣτΜ: πεποιθήσεως, υποκειμενικής δοξασίας ή υποθέσεως – κατά τήν σύγχρονον έννοιαν). Όσωι κι άν τούτο διά τόν σύγχρονον άνθρωπον είναι δυσνόητον, οφείλει τις όμως νά εκκινήσηι εκ τής σκέψεως, ότι η πραγματικότης διά τόν παραδοσιακόν άνθρωπον εξετείνετο εις ένα πολύ ευρύτερον ορίζοντα πραγμάτων, εν σχέσει πρός τό εύρος τού αντιστοίχου σημερινού τοιούτου.    

Κάθε παραδοσιακή Εθιμικότης χαρακτηρίζεται υπό τής παρουσίας όντων, τά οποία, δυνάμει τής «θεϊκότητός» των, ήτοι, εμφύτου ή κατακτηθείσης υπεροχής των έναντι ανθρωπίνως ή φυσικώς δεδομένων περιορισμών, είναι εις θέσιν νά εκπροσωπήσουν τήν ζώσαν καί ενεργόν παρουσίαν τής Μεταφυσικής Αρχής εντός τών κόλπων τής χρονικής Τάξεως. Τοιούτου είδους είναι, συμφώνως καί πρός τό βαθύτερον νόημα τής ετυμολογίας του καί τήν πρωτογενή σημασίαν τού λειτουργήματός του, ο Ποντίφηξ (Pontifex), ήτοι οδο-(ποντο-)ποιός ή γεφυροποιός, κελευθοποιός (η αρχαϊκή έννοια τής pons ήτο τής οδού, κελεύθου), δηλαδή, μεταξύ τού φυσικού καί τού υπερφυσικού. Προσέτι, κατά παράδοσιν ο Γεφυρωτής (Pontifex) εταυτίζετο μετά τού ρηγός (ρήξ, rex, ο βασιλεύς), κατ’ αντιστοιχίαν πρός τήν ενότητα τής ιδέας περί βασιλικής θειότητος (θεϊκότητος) μετ’ εκείνης τής Ιεράς Βασιλείας. Άρα λοιπόν οι θείοι βασιλείς ενεσωμάτουν τήν «επέκεινα τού βίου» ανήκουσαν ζωήν εν χρονικήι, όμως, εκτάσει (ΣτΜ: εκτυλίξει, πράγμα καθ’ αυτό υπερβατικόν, ως φαινομενικώς αδύνατον καί αντιφατικόν). Μέσωι τής εκείνων παρουσίας, δυνάμει τού «κελευθοποιού» των μεσολαβητικού λειτουργήματος, διά τής ισχύος τών χάρις εις τήν ιδικήν των ιδιαιτέραν δύναμιν ενεργοποιουμένων τελετουργικών καί τών θεσμών καί ιδρυμάτων, τών οποίων οι ίδιοι είτε ήσαν οι δημιουργοί είτε απετέλουν τά ερείσματα, απηύγαζον πνευματικαί επιρροαί επί τού κόσμου τών ανθρώπων, διαποτίζουσαι τάς σκέψεις, προθέσεις καί ενεργείας των· υπείχον δ’ ούτοι θέσιν προμαχώνος ή αναχώματος εναντίον τών ερεβωδών δυνάμεων τής κατωτέρας φύσεως· προσέδιδον εις τόν όλον βίον μίαν ωρισμένην τάξιν, καθ’ ήν αυτός ηδύνατο ν’ αποτελέσηι βάσιν γόνιμον διά τάς πραγματώσεις τού Υψηλοτέρου· παρέχοντες ούτω τάς γενικάς προϋποθέσεις τής «ευδαιμονίας», «προκοπής» καί «καλοτυχίας».     

… Ακόμη περισσότερον αντιπαραδοσιακή είναι η σκέψις, καθ’ ήν η εξουσία εκχωρείται εις τόν βασιλέα υπ’ εκείνων, τούς οποίους κυβερνάι· ότι οι νόμοι καί η αυθεντία του δήθεν αποτελούν έκφρασιν τής συλλογικής θελήσεως καί υπόκεινται εις εκείνης τήν έγκρισιν. Απεναντίας, πολλώι μάλλον η οία εν χρόνωι δύναμις ερριζούτο εις τήν πνευματικήν αυθεντίαν μιάς, ομοίως, «θείας φύσεως εν ανθρωπίνηι φυσιογνωμίαι». Εκ Διός αι θέμιστες [: ελληνιστί εις τό πρωτότυπον] τών θεογεννών (διογενών) βασιλέων, όπου η θέμις [:ελλην.] ως θείος νόμος ουδέν έχει κοινόν πρός αυτό τό οποίον έπειτα θά κατέληγε νά είναι ο νόμος [:ελλην.], ως η εκκοσμικευμένη (ΣτΜ: άνευ ιερού, πλέον, ανωτέρου νοήματος καί προελεύσεως) νομοθεσία τής Κοινότητος. »   

       Συναφή προς όλα τά ανωτέρω  είναι τά όσα ημείς εις το «Βόρειον Σέλας» αρ. 5,  εις το  άρθρον   «Η

 Κλεφτουριά, το ’21 κι Εμείς»,  σελ. 8, είχομεν γράψει:

«Η ταυτότης και η πεμπτουσία ενός Έθνους αποτελούν οντολογικώς προγενεστέραν της ιστορικής της εν χρόνω εκφάνσεως πραγματικότητα – μίαν πραγματική ζώσα Ιδέα με την πλατωνική έννοια, ένα αθάνατο Αρχέτυπο. Το βάθος και ο βαθμός πιστότητος της εκάστοτε περιστασιακής εκφάνσεως(ενσαρκώσεως) του Αρχετύπου υπό του Λαού αποδίδουν ισοδυνάμως το μέτρον της επιτεύξεως του κοσμικώς εγκύρου στόχου του,  αυτού δηλαδή της αυτοπραγματώσεως και ουσιώδους ανελίξεως, συμφώνως προς την ιδίαν φύσιν και τις εγγενείς δυνατότητες. Η απλουστάτη εν τη αληθεία της οπτική αυτή εκ θεμελίων αναιρεί και το τεχνητόν δίλημμα της ανθρωπίνης λογικής περί ελευθερίας και αναγκαιότητος: διότι, μη υποτασσομένη στον τεχνητό διαχωρισμό μεταξύ Κοσμικής Τάξεως και Ελευθερίας της κατατεθρυμμένης μηχανιστικής και αντανακλαστικής λογικής, εκχωρεί εκ του πραγματικού, θεϊκού Κόσμου ο οποίος συνέχει ενιαίως και την ελευθερίαν και την τάξιν, ως δίπολον αρμονικήν ενότητα, η εκ της οποίας εκτροπή δεν αποτελεί εκδήλωσιν ελευθερίας αλλ’ ύβριν. Η αληθής ελευθερία εκδηλώνεται, απεναντίας, δυναμικώς μεν διά του αενάου αγώνος κατά των πάσης φύσεως εμποδίων κι αντιτιθεμένων δυνάμεων, προς επίτευξιν της πιστοτάτης δυνατής προσσεγγίσεως (Αγχιβασίης, καθ’ Ηράκλειτον) του Αρχετύπου, στατικώς δε ενυπάρχει ως κατάστασις εσωτερικής ενότητος, ακεραιότητος κι ακωλύτου, αρμονικής κι ενιαίας βουλητικής εσωτερικής λειτουργίας όποιου έχει επιτύχει αυτήν την πιστότητα – και, οπωσδήποτε, αναλόγως του βαθμού αυτής. Κατά τρίτον δε λόγον, «συντηρητικώς» εκδηλούται η ελευθερία διά της φυσικής εξωτερικής δράσεως κι εκφράσεως της Φυλής, κατά τον πόλεμόν της να εγκαθιδρύση κι επιβάλη εκείνα τα πλαίσια κι εξωτερικάς δομάς και προϋποθέσεις, πού κατά τον βέλτιστον τρόπον τής εξασφαλίζουν την ευδαιμονίαν και την πληρεστέραν δυνατήν αυτοπραγμάτωσιν – άνευ της οποίας η απλή επιβίωσις στερείται νοήματος.» [Τοιουτοτρόπως μόνον καί δυνάμεθα να συλλάβωμεν το αληθές Νόημα του Συνθήματος – Λαβάρου τής Ελληνικής Επαναστάσεως του ’21, «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  Ή ΘΑΝΑΤΟΣ!»]. »

Εν συνεχείαι εις εκείνο το άρθρον αναλύεται, δι’ αναγωγής εις πρωτογενείς πρωτογλωσσικάς ρίζας (και ουχί διά τινος των συνήθων πλέον ετυμολογικών φαντασιώσεων αρχαιοελληνιζόντων αρριβιστών),  η προέλευσις και αυτού του ονόματος «Έλ-λην», όπως  και του ομορρίζου «ηλίου» (< σFαελ-ίου) εκ των συντιθεμένων ριζών σF– και αρ(γ)-, αλ-, … κ.ο.κ., – δεν θα τά επαναλάβωμεν εδώ: όμως εξ αυτής της αναλύσεως προέκυπτεν και η κεντρικής σημασίας έννοια της Κοσμικής Στήλης, ήτις συνδέει προς τον Ουρανόν του αληθούς πρωταρχικού Όντος, ως σύμφυτος προς τον Έλληνα Αν-θρωπον! (Ως εικών διά τον άνθρωπον ο Κίων ήτο, άλλως τε, παρ’ αρχαίοις Έλλησιν συνήθης). Συνεχίζει δέ τό άρθρον ως εξής:

«Η ηθελημένη όσον και επιλεκτική αδιακρισία την οποίαν πάση δυνάμει διατυμπανίζει το Σύστημα, καθώς και ο,τιδήποτε προάγει την εθελοτυφλίαν, την σύγχυσιν και την ηλιθιότητα της δημοκρατίας του όχλου και των σοφών της ινστρουχτόρων, πρέπει να διαλυθή υπό μιάς αληθούς επιγνώσεως, υπό του πανισχύρου φωτός της αναγεννωμένης αρίας συνειδήσεως.

Κι όχι μόνον ένδοθι ορίων κρατικών κι εθνικών ακόμη φωτίζει και δρα η νέα αυτή συνείδησις, αλλά προχωρεί ακόμη βαθύτερον, εξικνουμένη μέχρι του βαθυτάτου εσωτερικού μας κόσμου, απ’ όπου και έλκει άλλως τε την καταγωγήν, «ετητύμως» (: ήτοι, αληθώς κατά την ουσίαν και προέλευσιν) διαχωρίζουσα, αποκαθαίρουσα και αποφασιστικώς αξιολογούσα τα περιεχόμενα και τις συνιστώσες του. Αποτελεί τοιουτοτρόπως το θεμέλιον και το βασικόν όπλον μιάς αληθούς και ολοκληρωτικής εθνικής, φυλετικής και ατομικής, εκ παραλλήλου, αναγεννήσεως εφ’ όλων των επιπέδων καί πεδίων, η οποία και θα πραγματώνη την αληθή Ελευθερίαν εις την φυσικήν της τριπλήν πληρότητα.

Αφ’ ετέρου, ΕΜΕΙΣ είμαστε οι φυσικοί έκγονοι της Κλεφτουριάς, (όπως και τότε) οι «τρελλοί», κατά τους συγχρόνους ησύχους αστοραγιάδες, μαχηταί της Φυλής, εφωδιασμένοι όμως πλέον με πλήρη συνείδησιν της πολυσχιδούς καταστάσεως και όλων των αλληλεξαρτήτων μετώπων του Πολέμου, ενός Πολέμου ολοκληρωτικού και ασυμβιβάστου – στον οποίον πιά αξιοποιούμε όλην την διαχρονικώς κι οδυνηρώς κερδισμένη (αλλά και μέσω αγώνων από εμάς αφωμοιωμένη) βιωματική εμπειρία της μαχομένης Φυλής μας! Ο Αγών μας συνεχίζει αληθώς και ολοκληρώνει τον Αγώνα της Κλεφτουριάς και του ’21, τον Αγώνα της Ελευθερίας, όπου όμως και οι τρείς προαναφερθείσες συνιστώσες είναι τώρα πλέον εξ ίσου παρούσες και ισορροπούν στην φωτεινή συνείδησι του Νέου Μαχητού, πού ως σπίθα αναγεννάται μέσ’ απ’ τις στάχτες των καμμένων Αετών και Λαβάρων της φωτεινής Φυλής μας!»

 

 

 

α’2. Αυτονόητον οργανικόν γνώρισμα καί εσωτερική νομοτέλεια τού Εθνοκοινοτικού Κράτους, ως καί πάσης οργανικής Κοινότητος, είναι η πρός τά έσω μέν κρατούσα γαλήνη καί ομοψυχία, πρός δέ τά έξω η πολεμική καί έναντι τών εχθρών του διεκδικητική συνεχής δυναμική καταξίωσις.

 

Όσωι, όμως, καί άν ταύτα αποτελούν θεμελιώδη κοσμικά καί ιστορικά δεδομένα, ερριζωμένα εις τήν ανωτέραν πραγματικότητα, η θεμελιώδης κοσμική Ύβρις τής δημοκρατίας έχει ακριβώς αντιστρέψει τούς δύο τούτους όρους, ώστε, εν όσωι μέν διαρρηγνύονται τά εκ τής καταπτώσεως ήδη ηυτελισμένα σωθικά τής Κοινότητος, όπου τό – αλλοπρόσαλλον! – περιεχόμενον προσδιορίζεται (κατά τό συμφέρον καί τό δοκούν) καί υπό τού τελευταίου βδελυρού γύφτου, μεγαλεμπόρου ειδήσεων καί «πολιτισμού» αλλ’ όχι πάντως εκ τού «Ξυνού» τής (“χημικώς” καί φυσικώς εξουδετερωμένης πιά) Κοινότητος, όμως εκ παραλλήλου πρός τά έξω κυριαρχεί η άνευ όρων εκείνη αισχρά ειρήνη τής απολύτου δειλίας καί ανικανότητος, η οποία καί εις τούς οίους αυθάδεις γείτονας όρεξιν καί απόλαυσιν μεγίστην περιποιεί, καί τόν περίτρομον εκκεκονικλωμένον αισχρόν συρφετόν αναξίων αχρώμων ανδραρίων-καταναλωτών διά τής οιονεί προσκαίρου, επαιτουμένης πως εκ τών εχθρών μας, εκεχειρίας, καί μέχρι τού παρασκευαζομένου των οριστικού παλιρροϊκού κατακλυσμού, ικανοποιεί (δίκην παυσιπόνου) καί εκφράζει – ως κατ’ εξοχήν εφήμερα καί μυωπικά (μετά βίας…) «όντα». Εις τήν επίπλαστον ταύτην «πραγματικότητα» θερμοκηπίου, οι τάς αληθείς σχέσεις καί τής πλέον απτής εισέτι πραγματικότητος καί προδήλων οργανικών δυναμικών δεδομένων επισημαίνοντες καί τόν συλλογικόν Ύπνον οχλούντες, είναι οι κακεντρεχείς αντιδημοκράται, φασίσται, στρατοκράται, εθνικοσοσιαλισταί καί άλλοι τοιούτοι επάρατοι εγκληματικοί τύποι.

Είναι πράγματι μέγα κρίμα, ότι πολλοί τούτων θά αποθάνουν ωχυρωμένοι μέσα εις τήν απύθμενον καί αδιέξοδον νοσηρότητα, φαυλότητα καί δειλίαν χωρίς οι ίδιοι νά έχουν εκ τής Ιστορίας καί τής αδηρίτου της δυναμικής λάβει τήν δέουσαν (κοσμικώς!) απάντησιν – δίκην τουρκικού γαταγανιού, επί παραδείγματι… Αντ’ αυτών, αναποδράστως, θά τήν χαρούν καί απολαύσουν οι μαμμοτραφείς πλαδαροί των επίγονοι!

 

α’3. Πολιτική σημαίνει δυναμικήν έκφρασιν κρυσταλλίνης Βουλήσεως, ολικώς ενηρμονισμένης καί εις ιεραρχημένην οργανικήν ενότητα συντιθεμένης μετ’ αυτεπιγνώσεως καί εκθύμου αυτοθυσίας κατά τά μέρη, επιτηρούσης εν ανέτωι φυσικήι εγρηγόρσει προσκόμματα, απειλάς καί εχθρούς εις όλα τά επίπεδα καί κατευθύνσεις – αναγνωρίζουσα καί διαχωρίζουσα ουσιωδώς τά κατά βάσιν οικεία καί ημέτερα εκ τού αλλοτρίου καί αλλογενούς.

Πολιτική σημαίνει, άρα, αντιπαράθεσιν, πόλεμον, βίαν τής μιάς ή τής άλλης μορφής – νομοτελειακώς καί αναποφεύκτως: ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ. Αντιπαράθεσιν βουλήσεων, βουλήσεων οργανικώς ερριζωμένων ή καί αυθαιρέτων, διεκδικουσών επικράτησιν καί επιβολήν των, όσαι πράγματι είναι μάλιστα φύσει πρωτοπόροι καί κυριαρχικαί, κατά τό παροιμιώδες: ΕΠΙΚΡΑΤΕΕΙΝ Ή ΑΠΟΛΛΥΣΘΑΙ.

 

Η απάρνησις τής θεμελιώδους ταύτης αληθείας μόνον ως προϊόν βαθείας ναρκώσεως, κυρίως δ’ άρα ως ύπουλον όπλον ενός παρηλλαγμένου δολιωτάτου Εχθρού είναι νοητή, διαχέοντος ψεύδος, σύγχυσιν, ύπνωσιν, αλλοίωσιν, διαστροφήν, παράλυσιν καί καταστολήν τών φυσικών δυνάμεων, αντιστάσεων καί ενστίκτων, καθ’ όν τρόπον καί η υπ’ αυτού σύγχρονος χρήσις αντι-φυσικών διεστραμμένων βιοχημικών όπλων συνοπτικώς απεικονίζει. Εχθρού, συνεπώς, όχι συνήθους τύπου, εντός ενός δηλαδή ή άλλου πεδίου ανταγωνισμού καί διαμάχης, όπως πανταχού εν τώι Κόσμωι, νοητού, αλλ’ ως τού κατ’ εξοχήν Εχθρού, πατρός τού Ψεύδους καί πάτρωνος πάσης εκτροπής, νοσηρότητος καί σήψεως. Τό ψευδογενές καί ψευδογόνον αυτό Τέρας, η καρδιά τού Συστήματος καί κοινός προφήτης-εμπνευστής πρό παντός τού φιλελευθερισμού καί τής «προοδευτικής αριστεράς» καί τής «προοδευτικής δεξιάς», υποτάσσει τόν δουλόφρονα καί ά-ρρωστον κόσμον τόν στερούμενον ικμάδος, ακεραιότητος, αυτοθυσίας καί μαχιμότητος εις τήν ιλαροτραγωδίαν τής εθελοτύφλου προσχηματικής ομολογίας καί πιπιλισμού άλλων αντ’ άλλων, όπως επί παραδείγματι ομιλούν περί «ειρήνης» εννοούντες ανάλκιδα δουλοπρέπειαν, περί «δημοκρατικών ελευθεριών» εννοούντες απάρνησιν πάσης δυνατότητος στοιχειώδους αυτοπροστασίας καί θεμελιώδους εξασφαλίσεως τής Κοινότητος ως οντότητος, επιβάλλοντες εις αυτήν τήν «εκουσίαν» αυτοκτονίαν ως μόνην … «ηθικήν» διέξοδον, περί «δημοκρατικών κανόνων ασφαλείας» υπονοούντες τήν φίμωσιν όσων δέν σπεύδουν προθύμως νά τούς καταθέσουν τήν ελευθερίαν των, καί εντός ακόμη τής καρδίας καί τής κεφαλής των, εν λευκώι, φωνασκούν περί αλληλεγγύης πρός αλλογενείς εννοούντες εθελουσίαν υποδοχήν τών εισβαλλουσών «κατατρεγμένων» ορδών μή λευκών υπό τών λευκών μετά ταυτοχρόνου απολύτου εκουσίου ευνουχισμού κι εξανδραποδισμού των απέναντί των, καί δή ευγνωμόνως, διότι, αφού οι ίδιοι «προοδευτικοί» προφρόνως εμερίμνησαν διά τόν δημογραφικόν μας θάνατον, τώρα διά τών κατακλυζόντων στιφών αλλογενών (πού, μή έχοντας τήν τύχην νά διαφωτισθούν εγκαίρως υπό τοιούτων «προοδευτικών» – αφού δι’ εκείνων τούς πάτρωνας δέν είν’ εκεί, εις τάς εκείνων πατρίδας, αλλά παρ’ ημίν, τό «πρόβλημα»… – τά στίφη ταύτα βρίθουν βλαστών νέων καί δέν είναι, όπως οι λευκοί-θύματα τής «προόδου»,  γηρασμένος, κατά πάντα, πληθυσμός!) μάς προσφέρουν (καί σ’ αυτό!!!) τήν … «λύσιν»!!!!!!! Πρόκειται περί τής πλέον συστηματικής καί εκτεταμένης γενοκτονίας τής Ιστορίας, εμμέσως συχνάκις σχεδόν ομολογουμένης, εν μέσωι ηθικολόγων περικοκλάδων, όπως όταν ομιλούν περί «φυλετικού προβλήματος» (“race problem”) – τού οποίου όμως τήν επίκλησιν η ιδία των προσέγγισις, μάλιστα καί ο γεωγραφικός καί καθ’ ομάδας εντοπισμός καί εν γένει χειρισμός, αποκαλύπτει ως άκομψον «ηθικόν» κάλυμμα διά τό πραγματικόν «πρόβλημα» πού οι «κύριοι» αυτοί υπονοούν, ήτοι τό ΛΕΥΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ (white problem): τό πρόβλημα δηλαδή τού πώς αυτοί οι μαινόμενοι ηθικολόγοι θά ολοκληρώσουν τήν πνευματικήν, ψυχικήν καί βιολογικήν δολοφονίαν/γενοκτονίαν τής Λευκής Φυλής – έστω κι άν επισήμως κατ’ αυτούς σχεδόν δέν υφίσταται τοιαύτη (ή, τουλάχιστον, ηθικώς απαγορεύεται διά ροπάλου νά τήν κατονομάζουμε, πλήν μόνον υπαινικτικώς καί προκειμένου νά καταγγείλωμεν τήν εγγενή «ανηθικότητά» της, όταν δέν τελή υπό τήν αναμορφωτικήν καθοδήγησιν τών μεγάλων αδελφών τού Αδελφού…).

Αφ’ ενός λοιπόν ημείς, εκπροσωπούντες τήν ολυμπιακήν ισχύν προάγομεν τήν αντίστοιχον υψηλήν Τάξιν καί Πολιτικήν, ενώι η δημοκρατία είναι εγγενώς ασύμβατος πρός οιανδήποτε Πολιτικήν, διότι αποτελεί οργανικόν ψεύδος καθ’ εαυτήν. Ονομάζοντες οι επί τής σκιώδους σκηνής της κινούμενοι τσαρλατάνοι «πολιτικήν» τήν ιδίαν απάτην καί φαυλότητα, δέν καταφέρνουν νά μετατρέψουν εις πολιτικήν τήν μικρομπακαλοσύνην καί αλλοπρόσαλλον δουλοφροσύνην των περισσότερον από ό,τι εις νηστήσιμα λάχανα τά ευλογούμενα ψάρια τής τραπέζης των οι καθολικοί μοναχοί!

Η αβίαστος καί αδάμαστος ολυμπιακή ισχύς είναι η τήν υψηλήν Κοσμικήν Τάξιν ανορθούσα καί συνεχώς ανατροφοδοτικώς επιρρωνύσα φωτεινή Βούλησις, τής οποίας τό ΑΡΜΑ θά αποτελέσηι όχημα – είτα δέ καί καί η βαθμηδόν εις επίγνωσιν καί ζωήν αφυπνιζομένη, τό δέ νύν σμερδαλέως υπνώττουσα, οργανική Κοινότης (τοπική τε καί ομόσπονδος), θά αποκαταστήσηι τόν ισχυρόν της βραχίονα.

 

Επί τών Γενικών τούτων Αρχών ερειδόμενοι, καί εφαπτόμενοι του διαπνέοντος αφάτου πυρήνος τού Είδους μας, δυνάμεθα να τάς προβάλωμεν εις τάς επί μέρους περιοχάς αναλόγως, προς διαμόρφωσιν και διατύπωσιν κατά την αντίστοιχον φύσιν και δεδομένα. Εις ό καί ακολούθως προβαίνομεν, μάλλον παραδειγματικώς καί πρός ευληπτοτέραν μετάδοσιν τού πνεύματος καί κατανόησιν τών τρόπων εφαρμογής παρά εξαντλητικώς, κατά τομείς – χωρίς, λοιπόν, αξιώσεις πληρότητος.

 

 

ΙΙ. Πολιτειακαί Αρχαί. 

 

α’. Η Εθνοκοινοτική Πολιτεία αφοράι και αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνον εις άτομα-μέλη τής ευρυτέρας μας Εθνοφυλετικής Κοινότητος. Η εντός τής επικρατείας της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας παρουσία αλλοδαπών και αλλογενών στοιχείων, υπαγομένων εν πάσηι περιπτώσει εις το περί ξένων δίκαιον, εξαρτάται απολύτως και αποκλειστικώς εκ των απωτέρων συμφερόντων και διαθέσεων της Εθνοφυλετικής Κοινότητος, εκφραζομένης διά της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας.

β’. Ο βαθμός συνειδητότητος, η αφιέρωσις εις τους στόχους, η φύσις, τέλος, και αι ικανότητες, εμφανείς ή δυνάμει υφιστάμεναι, εκάστου μέλους της  Εθνοφυλετικής Κοινότητος προσδιορίζουν αναλόγως και τον βαθμόν συμμετοχής του εις την διαμόρφωσιν πολιτικής καί την ενάσκησιν επιρροής και εξουσίας – τοσούτωι δε μάλλον, καθ’ όσον εκ της περιοχής των επιτηδευμάτων και της οικονομίας μετακινούμεθα πρός περιοχάς απτομένας τής ιδίας μας ψυχικής και πνευματικής υποστάσεως, αμέσως ή εμμέσως. Προβαλλομένης, λοιπόν, της εσωτερικής διαβαθμίσεως εις το Κοινοτικόν φάσμα, αναδύεται ως απολύτως φυσική και συνειδητή η ουσιαστικώς διαρθρωτική αρχή της αληθούς αριστοκρατίας και της πυραμιδικής, καθ’ όλα τά μέρη και συνολικώς, οργανώσεως της Λαϊκής Κοινότητος.

Επί τήι βάσει μιάς καλώς ερριζωμένης, αρμονικώς συνθέτου εσωτερικής και καλώς αφωμοιωμένης εξωτερικής γνώσεως και εμπειρίας, προχωρεί η σταδιακή εκπαίδευσις και, εκ παραλλήλου, η αξιολόγησις από νεαρωτάτης ήδη ηλικίας όλων των ελευθέρων πολιτών – και κατά τρόπον μή κατατείνοντα εις μίαν μηχανικότητα ή εις μίαν λογικήν θερμοκηπίου. Η αξία αναδεικνύεται μέσωι κινδύνων πραγματικών και καταστάσεων ακραίων· διά μέσου δε της πυράς εξέρχεται άθικτος και αποκαθηρμένος ο χρυσός: μία «Αριστοκρατία» η οποία δεν κατορθώνει να αναδεικνύηι και αποκαθαίρηι τον αληθή χρυσόν εις την κορυφήν της πυραμίδος είναι, τελικώς, αστοχία.

 

Η απόλυτος αντιστροφή της φυσικής ιεραρχήσεως μέσωι οχλο-εμποροκρατικών εκλογοπανηγύρεων και απεράντου οργιασμού μέχρι παρακρούσεως των δημοκρατικών τενεκέδων, εξόδοις της ψυχής, της φρονήσεως, της αυτεπιγνώσεως αλλά και της φυσικής, εν τέλει ακόμη, υποστάσεως του ατυχούς Έθνους, έχουν τόσον θολώσει καί στρεβλωτικώς πολώσει την ψυχονοητικήν λειτουργίαν του λαού, ώστε ούτος να φέρεται συχνότατα διαπορών τιθέμενος πρό της πασιδήλου αθλιότητος της παρούσης δημοκρατικής αταξίας, ποία τις θα ηδύνατο να είναι τυχόν «εναλλακτική λύσις». Πράγμα πού κατ’ αρχήν τίθεται όλως εσφαλμένως, αφού λόγος, κατ’ αρχάς, πρέπει να γίνηι περί λύσεως – όχι περί «εναλλακτικής» λύσεως: εις μίαν κατάστασιν απολύτου αταξίας, τεινούσης μάλιστα προς αντίστροφον «τάξιν» και την δικτατορίαν των διεφθαρμένων και των ανικάνων, επιζητητέα είναι η λύσις – ήτοι: η Επανάστασις. Ιδέα πού εξ ορισμού εξοβελίζεται και καταδιώκεται με τά πλέον διαβολικά μέσα υπό της κρατούσης δεινοκρατικής αρχής της … «ελευθερίας» – αποκλειστικώς των δούλων και των πονηρών!!! Η λύσις πρέπει όμως να είναι αρκούντως ριζική και αποφασιστική, προς εξασφάλισιν της μη υποτροπιάσεως – καθ’ όσον αι υποτροπαί μέχρι και λίαν εσχάτως ιστορικώς απεδείχθησαν πολύ τραγικώτεραι της αρχικής εκτροπής… 

Η λύσις ριζούται, λοιπόν, στερρώς εις το πνευματικόν υπόβαθρον του Εθνοκοινοτισμού, το οποίον εμπεδούται εις, διαπερνάι και αναμορφώνει όλα τά επάλληλα επίπεδα και στρωματώσεις. Υπ’ αυτού τού υποβάθρου καί τής συναφούς του διεισδυτικής οξυδερκείας το πρίσμα, πραγματούται μία «οργανική» ατρεκής (: δικαία, πιστή προς την ουσίαν) διακλιμάκωσις, δυναμικώς ευπροσάρμοστος εις διορθώσεις και περαιτέρω εκλεπτύνσεις. Από βρεφικής ηλικίας έκαστον μέλος της ζώσης Λαϊκής Κοινότητος θά διαγιγνώσκηται, βυθομετρήται, εκπαιδεύηται, τελειούται, αξιολογήται και διαβαθμίζηται. Ως ιδεώδες τίθεται το φύσει υπέροχον και ιδεαλιστικόν – και δημιουργούνται αι προϋποθέσεις της βελτίστης εφικτής εξελίξεως των φυσικών εφοδίων και δυνατοτήτων. Η φυσική αξία τού ηγείσθαι αναζητείται εκεί όπου είναι αληθής, συνδυαζομένη με πνευματικότητα και υψηλήν επίγνωσιν – και όχι, ως είθισται, με αρρωστημένην εγωπάθειαν. Η αξιολόγησις προχωρεί χρονικώς και διαβαθμικώς, κλιμακουμένη μέχρι της ηγήτορος τάξεως των Ευπατρίδων, εξ ών και δι’ ών και η υπάτη ηγεσία επιλεκτικώς αναδεικνύεται. Ο βαθμός αρχικής συλλήψεως και τελικής πραγματώσεως της ζωογόνου πνευματικής ρίζης του Εθνοκοινοτισμού (πρβλ. πλατωνικόν απόφθεγμα ανωτέρω – καί  «Βόρειον Σέλας» υπ’ αρ. 7) εναπόκειται εις και βαρύνει όσους κληθούν να την βιώσουν καί πραγματώσουν: δεν υπάρχει μηχανική συνταγή επιτυχίας, δεν εξασφαλιζόμεθα δι’ απαγορεύσεων απλών ή δογμάτων – καθ’ όσον η Ζωή είναι ανωτέρα και ευρυτέρα πάσης μηχανικής της προδιαγραφής! Αι άριστοι αρχαί θα δώσουν μετριώτατον αποτέλεσμα εφ’ όσον κληθούν μετριότητες και μικρολογιστάκοι προς υλοποίησίν των: Δέν δύναται κανείς νά προσφέρη ό,τι δέν κατέχει!  Διά τούτο και το ΑΡΜΑ σκοπεί εις την δημιουργίαν του πρώτου εμβρυακού ιστού της Νέας αναγεννημένης Λαϊκής Κοινότητος, της προτύπου, ήγουν, Κοινότητος, κατά τήν Κοσμικήν Αρχήν της πανομοιοτυπίας (Αναλογίας) εις όλα τά επίπεδα και κλίμακας, ώστε ν’ ανοίξη, να χαράξη – ήτοι, νά προτυπώση – τον Δρόμον της Εθνοφυλετικής μας αναγεννήσεως: ούτω και συντελείται αληθής δημιουργία!

 

γ’. Αι βασικαί παραδοσιακαί στάθμαι είναι τρείς: Ευπατρίδαι (Προεστότες, η αρχαία στάθμη των ευγενών) – Επιχειρηματικοί (Αξιωματικοί, η αρχαία των πολεμιστών) – Εργάται (εργάται, μεταπράτται, έμποροι, παραγωγοί, υπάλληλοι, επικουρικοί κ.ο.κ.). Πέραν τούτων υφίστανται οι Αστάθμητοι και, εις το κατώτατον επίπεδον, η τάξις των ακαταλογίστων και, συνεπώς, επιτηρουμένων στοιχείων ελλιπούς κοινωνικής και εθνικής ευθύνης και συνειδητότητος ή κατωτέρας αλλογενούς φυλετικής προελεύσεως, οι Άκληροι. Η ταξινόμησις αύτη είναι και η μόνη παραδοσιακώς παραδεδεγμένη. Η δικτατορικώς επιβεβλημένη ιουδαιομασσονική αρχή της αδιακρισίας και της καθολικής «ισότητος» (αρχήθεν ιουδαιοχριστιανικής/Παυλιανικής προελεύσεως) αναιρεί πάν ουσιώδες υπόβαθρον Εθνικού Βίου και Κράτους, προετοιμάζουσα δηλονότι την έλευσιν και παγίωσιν της νύν ήδη εν εξελίξει βδελυράς Ν.Π.Τ.Π. . Η οποία και διά των όπλων ήδη ωμώς πάλιν παρεμβαίνει πρός επιβολήν τής προσφιλούς τών σχεδιαστών της δημοκρατίας, μετά καί τήν διά τού αίματος τών υποτελών λαών εν τήι γενέσει συνθλιβήν τής ελευθέρας Ευρωπαϊκής Βουλήσεως και την μεταπολεμικήν των συστηματικήν εκδολίευσιν τής πλήρους ψυχονοητικής διαστροφής/καθυποτάξεως όλων τών Λευκών Λαών, διά μέσου τού κατακλυστικού των σφυροκοπήματος υπό πρωτοφανούς πλημμυρίδος ψεύδους και άκρας αισθητικής διαστροφής, ανηγμένων δή εις νοσηράν λατρείαν και θρησκείαν, οίον ο απροκάλυπτος (γυφτο-)νεγρισμός-πιθηκισμός και η απεχθής ατελείωτος τοτεμική Ιερεμιάς του βιαίως υποβαλλομένου «Ολοκαυτώματος», ως εσχάτης εκδηλώσεως της ιουδαϊκής ψυχώσεως περί ρόλου μάρτυρος-θύματος (πρβλ. Αίγυπτον, τους 3 παίδας εν τηι καμίνωι κ.ο.κ.), εκδιδουμένης και υλοποιουμένης ως γραμματίου απεριορίστου χρόνου και αξίας!!!

Θα διαποτισθήι εκ νέου ο Λαός με την αρχέγονον αρίαν Πλατωνικήν αρχήν της ασμένου, κατά το (β’) ανωτέρω καθοριζομένης, φυσικής διαβαθμίσεως εις τάς ως άνω ουσιαστικάς τάξεις-Στάθμας, αντιστοιχούσας εις την ιδιοσυγκρασίαν και την φυσικήν προδιάθεσιν ενός εκάστου. Δεν είναι όλοι εκ φύσεως γεννημένοι ιδεαλισταί (Ευγενείς) – ούτε κάν όλοι δύνανται να έχουν σαφή αντίληψιν στόχων, έστω και μη απολύτως ιδεαλιστικών, και αντίστοιχον ικανότητα αυτοπειθαρχίας και συνεπείας (Επιχειρηματικοί). Η απόδοσις αμέσου πολιτικής ή κοινωνικής επιρροής εις όσους δεν διαθέτουν ούτε αυτήν την τελευταίαν ιδιότητα είναι άτοπος και καταστροφική.

 

Σύνηθες επάγγελμα των τελευταίων υπό το κρατούν Σύστημα είναι … η πολιτική!!! Η οποία καί είναι απολύτως προσηρμοσμένη εις τά μέτρα αυτής της κατωτέρας τάξεως, ακόμη και, ανενδοιάστως, εις επίπεδον αρχών, διά της αρχής της ανευθυνότητος των βουλευτών (επεκτεινομένης πρακτικώς και εις τά μέλη της κυβερνήσεως…) και του ανωτάτου άρχοντος – αλλά και της βουλευτικής ασυλίας. Αυτοί, τώρα μέν απολύτως δικαιούμενοι ανταμοιβήν ανάλογον των εγκληματικών των παραλείψεων και ενεργειών εις βάρος του Έθνους, εις την Εθνοκοινοτικήν, όμως, Πολιτείαν, μη ευρίσκοντες διέξοδον διά την φαυλότητα, την φυγοπονίαν και την ανούσιον τσαρλατανικήν κομπορρημοσύνην των, θα ενετάσσοντο οι πλείστοι αρμονικώς εις την προσήκουσαν αυτοίς υπηρετικήν-βοηθητικήν στάθμην, παιδιόθεν μανθάνοντες σεβασμόν και πειθήνιαν εις όσους είναι αληθώς ιδεαλισταί και ικανοί να καθοδηγήσουν άλλους. Αντ’ αυτού, το κρατούν Σύστημα του εκφυλισμού και της αλλοτριώσεως παραδίδει εις τάς αδηφάγους των ορέξεις εν λευκώι τους πόρους και την εξουσίαν του ψευδοκράτους–Ανωνύμου Εταιρίας «Ελληνική Δημοκρατία, Α.Ε.»… Της οποίας την πλειοψηφίαν μετοχών κατέχουν οι ολίγοι διεφθαρμένοι μεγιστάνες των ΜΜΕ (Μέσων Μαζικής Εξαπατήσεως), συχνάκις αναδειχθέντες εκεί διά χρημάτων και εκβιασμών μυστικών Στοών και Υπηρεσιών  (Μοσάντ, ΣΙΑ, Στάζι, KGB …), δυνάμει τών κανόνων τού χρυσίου οίτινες «διευκρινίζουν» τήν πραγματωσιμότητα ή μή, κατ’ αρχάς, τών περιβοήτων «δημοκρατικών ελευθεριών» τού τόσον βαυκαλιζομένου «ατόμου» – καί τού εκ τοιούτων «ενεργών δημοκρατικών πολιτών» συγκροτουμένου «κυριάρχου» λαού-ψηφαγέλης.

Τούτο αποτελεί και εξόφθαλμον παράδειγμα καταντήματος μέσωι αντεστραμμένης ιεραρχίας, καθ’ ότι εκπρόσωποι των εμφανέστατα φύσει υπηρετών (συχνότατα και φυγοστράτων, συστηματικών χαρτοπαικτών, κιναίδων κ.ο.κ.) εκλαμβάνονται ως «διευθυνταί» και «ηγέται», εν ώι μέλη της επιχειρηματικής Στάθμης, εκφυλισθέντες μάλιστα εις παρασιτικούς χρηματανθρώπους, αναδεικνύονται εις ισχυρούς πολιτικούς  και πολιτιστικούς παράγοντας.  Και δή δι’ ανηκούστων μέχρι πρό τινος συγχρόνων μέσων εκφυλιστικής επιρροής.

Αξίζει, πάντως, επ’ ευκαιρίαι να παρατηρήσωμεν, ότι οι χρηματάνθρωποι ούτοι δεν θα διώριζαν τους προστατευομένους των «πολιτικούς» τσαρλατάνους (των οποίων και μόνη μία εκλογική «καμπάνια» στοιχίζει μυθώδη ποσά!) ούτε ως κατωτέρους διευθυντάς προσωπικού ή επιστάτας μιάς επιχειρήσεώς των, αφού γνωρίζουν άριστα την ανικανότητα και το «ανάστημά» των. Αυτή,  όμως, η ιδία ακριβώς ελλειμματικότης και αναξιότης τούς προκρίνει εις τους δολίους οφθαλμούς των ως καταλλήλους διά τον ρόλον τών αχυρανθρώπων, εις ό και φυσικώς συγκλίνουν αι προτιμήσεις τόσον των ομολόγων των αχυρανθρώπων του Συστήματος ανά την Ευρώπην, όσον και εκείναι των σιωνιστοπλήκτων υπερατλαντικών των αυθεντών…  Είναι, επίσης, οι απολύτως καταλληλότεροι εις το ξεπούλημα, την καταλήστευσιν και την πλήρη διασπάθισιν όχι μόνον των αξιών αλλά και των κυριαρχικών και υλικών αγαθών πού, εν ολικήι συγχύσει και αδιεξόδωι πλάνηι, τούς ενεπιστεύθη ο εις ανερμάτιστον δημοκρατικόν όχλον εκφυλισθείς ελληνικός λαός.

 

δ’. Θά δύνανται, εν τούτοις, όλοι ν’ ασκούν κάποιαν επιρροήν εις ό,τι αμεσώτερον τους αφοράι: τούτο πραγματούται μέσωι της εκπροσωπήσεως των εργασιακών κλάδων εις έν πυραμιδικόν σύστημα κλαδικών αντιπροσωπειών, κορυφούμενον εις το Συντεχνιακόν Βουλευτήριον, όπου αι τάξεις αρμονικώς θά συνεργάζωνται, υπό το κοινόν πρίσμα της αρμονικής προαγωγής τής κατά το πνεύμα της Γενικής Αρχής νοουμένης Κοινοτικής Τάξεως – και όχι υφ’ οίον ταξικόν, διχαστικόν και εγωιστικόν κατώτερον πρίσμα ή εβραιοδογματικάς διόπτρας ή απωτέραν αντικοινοτικήν ιδιοτελή επιδίωξιν.

ε’. Η μεγίστη, όμως, αντιστροφή φυσικής ιεραρχίας και εξηγιασμένη αποποίησις ευθυνών των «κυβερνώντων» δολίων επιτηδευτών όχλου (και, πολλώι μάλλον, τών υστεροβούλων παρασκηνιακών προαγωγών τους) έγκειται συνοπτικώς εις την εκφυλισμένην μαζοδημοκρατικήν αρχήν, αντικαθιστώσαν, ως ενεργούς αξίας, τον χαρακτήρα και το αίμα με το χρήμα και την απάτην. Πρόκειται περί της πλέον χαρακτηριστικής συγχύσεως και διαστροφής, και δή ως ιδεώδους παρουσιαζομένης (πρβλ. σχόλια «Γενικής Αρχής»), δι’ υποκαταστάσεως του όχλου και της εγωπαθούς κατακερματισμένης ατομικότητος  των αβούλων του εμπαθών μονάδων εις τον ρόλον, ως ενεργού ιεράς κορωνίδος, του «Ξυνού Λόγου» (Ηράκλ.), παρουσιαζομένου, διά τού Εθνικού όμως μόνον Κράτους τών αρίστων, ως αληθώς ολοκληρωμένης οργανικής Εθνοφυλετικής Κοινοτικής Υποστάσεως της πνευματικής-ψυχικής-βιολογικής Ουσίας ήτις την παρήγαγε. Τό κύρος αυτό ατόπως δανείζεται εξ άλλων, εντελώς ξένων πρός τό ίδιον καταστάσεων τό δημοκρατικόν απατηλόν τερατούργημα-σκευωρία, δυνάμει τής συστηματικής συγχύσεως, πλύσεως εγκεφάλου καί απολύτου ατιμίας καί διαφθοράς.

 Η αλήθεια, ως εκ τούτου, αντικαθίσταται με οχλοερεθιστικάς παραστάσεις επιτηδείων διαφημιστικών τεχνασμάτων – εγκαθιστώντων, διά τής συστηματικής επαναλήψεως, τάς εκάστοτε φαινομένας αληθείας του ανερματίστου πλήθους (όπως άλλως τε καί τούς φαινομένους τενεκεδοπρωταγωνιστάς, τά αλαλάζοντα κύμβαλα τής δημοκρατικής Σκηνής)· πλήθους του οποίου μάλιστα συστηματικώς παρασκευάζεται η διαρκής περαιτέρω αποβλάκωσις, εκμαυλισμός, ολοκληρωτική μηχανοποίησις και εθνοφυλετικός αποχρωματισμός, ώστε κάθε ελπίς ανανήψεως ν’ αποκλείεται, επ’ ωφελείαι τόσον των ευτυχών πατρώνων όσον και τών αναριθμήτων παρασιτούντων δειλών καιροσκόπων καί κερδοσκόπων του Συστήματος. Τοιουτοτρόπως, η τελική απόληξις αυτής της εκτροπής της εννοίας της αρχετυπικώς ενηρμονισμένης οργανικής Λαϊκής Κοινότητος είναι το παθογενές οχλώδες συνονθύλευμα αβούλων αλλ’ επηρμένων και αρρώστων εγωπαθών «πολιτών» παντοίας εθνοφυλετικής προελεύσεως, συνδεομένων όχι διά τινος πρωταρχικής Εθνοφυλετικής Ουσίας και κοινού Αίματος εις μίαν Κοινότητα Ζωής, αλλά διά της κατά το δυνατόν απεριορίστου κοινής των αδηφαγίας-καταναλωτισμού και της αμοιβαίας κατασπαρακτικής αλληλοϋποβλέψεως τών όλως ετερογενών ατομικών και ομαδικών συστατικών ενός (ευχερώς τηλεκατευθυνομένου…) ελεεινού και παντοιοτρόπως ρυπογόνου ανερματίστου ανθρωποειδούς συρφετού φθονερών «ίσων πολιτών».

 

Των οποίων η τεχνηέντως καλλιεργουμένη οίησις και αλαζονική έπαρσις αποκρυσταλλούται εις την οικτρώς απατηλήν αίσθησιν ότι … «αποτελούν τον κυρίαρχον λαόν» – «προνόμιον», του οποίου η διαφύλαξις αποτελεί και το «ύψιστο δημοκρατικό και … πατριωτικό καθήκον» των δυστυχών σχιζοφρενών πολιτών της «ευνομουμένης» δημοκρατικής «πολιτείας» του ενός ή του άλλου κουρασμένου από την ζωήν του δυστυχούς λαού-θύματος, ο οποίος, ούτω, δι’ αυτής αυτοκαταργείται πολιτικώς. Δεν είναι διόλου τυχαίον ούτε το ότι η δημοκρατική παράνοια επιβάλλεται συνήθως διά των όπλων κατακτητού ούτε ότι η «Νέα Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων» απροσχηματίστως πλέον προβαίνει εις την αιματηράν επιβολήν (και επιτήρησιν!) του δημοκρατικού άγους εις τους Λαούς διά των όπλων του κρατούντος παγκοσμίου σιωνιστικού διευθυντηρίου. Τοιουτοτρόπως εξασφαλίζεται τόσον ο ταχύτατος και απόλυτος μαρασμός όσον και η αδιέξοδος οριστική καθυπόταξις των «απελευθερουμένων» Λαών… Καθοριστική εις την εσχάτην τροπήν της Ιστορίας υπήρξεν η υπό των σιωνιστικώς καθοδηγουμένων αγγλοαμερικανικών και ταταροσοβιετικών συνησπισμένων στρατευμάτων «απελευθέρωσις» της Ευρώπης το 1945, η οποία και επαγίωσεν τον πλήρη εξανδραποδισμόν και αλλοτρίωσιν του Λευκού Ανθρώπου. Η επανάκαμψις και παλινόρθωσις του οποίου, εις το χείλος καί του καλοσχεδιασμένου βιολογικού του αφανισμού, είναι αδιανόητος χωρίς ολοκληρωτικήν αναίρεσιν της παθογόνου αιτίας: ως εκ τούτου και η σημερινή ανεθιμική καί άψυχος «Ευρωπαϊκή Ένωσις» υποδούλων τού Σιωνιστικού αυθέντου συμβάλλει ενεργητικώς εις την ολοκλήρωσιν της εξ απαλών ονύχων συντελουμένης Γενοκτονίας του Λευκού Ανθρώπου!!!

Είθισται συχνάκις ν’ αναφέρωνται ως μόνοι πάτρωνες αυτής της ανωμαλίας οι Εβραίοι· όμως εκ των πραγμάτων επιβάλλεται μία γενίκευσις, αφού εις την αυτήν κατηγορίαν εμπίπτουν και το αυτό ζωτικόν «λειτούργημα» της δημοκρατίας επιτελούν όλοι οι σαθροί διαφωτισταί και ιδιοτελείς στυλοβάται της – όσωι κι αν οι Εβραίοι αναμφιβόλως υπήρξαν και παραμένουν εις αυτούς τούς τομείς οι μεγάλοι διδάσκαλοι: πρβλ., π.χ., “We Jews, we the destroyers, will remain the destroyers forever.  Nothing that you will do will meet our needs and demands.  We will forever destroy because we need a world of our own …”(MAURICE SAMUEL, «You Gentiles», New York, Harcourt, Brace & Co., 1924, σελίς 155) – ήτοι: «Ημείς οι Ιουδαίοι, ημείς οι καταστροφείς, θά παραμείνωμεν εσαεί καταστροφείς (διαφθορείς). Ο,τιδήποτε κι άν μάς παραχωρήσητε, δέν πρόκειται νά ικανοποιήσηι τάς ανάγκας καί απαιτήσεις μας. Ημείς θά διαφθείρωμεν (καταστρέφωμεν) πάντοτε – διότι χρειαζόμεθα ένα κόσμον εξ ολοκλήρου ιδικόν μας»… Συχνά, όμως, οι γλοιώδεις των μαθηταί τούς υπερβαίνουν!

Το ήδη ασθενές υπόβαθρον του εκ της ζώσης Εθιμικότητος και αυθεντικής Παραδόσεως αποκεκομμένου λαού διαβιβρώσκεται έτι περαιτέρω αφ’ ενός διά μιάς πολυμηχάνου συνεχούς αποπροσανατολιστικής, υπνωτιστικής κι εκφυλιστικής σφυροκοπηματικής επιδράσεως επί του εγωπαθούς, κατακερματιστικώς μαζοποιημένου και αβούλου «λαού», αφ’ ετέρου δε (και προς παγίωσιν της «προόδου») προωθείται η «τελική λύσις» της ουσιαστικής γενοκτονίας, διά μέσου της βιαίως και παρά την επιθυμίαν του εις αυτόν επιβαλλομένης ενσωματώσεως μαζών αλλοφύλων – διά την εισροήν-εισβολήν, υποδοχήν και τελικήν «ενσωμάτωσιν» των οποίων το Σύστημα «φιλοτίμως» και διά σιδηράς χειρός μεριμνάι!

Η επίδρασις αύτη καί τό αποπροσανατολιστικόν σφυροκόπημα «πολιτών»-αθυρμάτων αποτελεί καί τό αίμα αυτού τού τερατώδους τεχνητού κατασκευάσματος, τό οποίον αδίκως φέρεται ως κράτος πλέον, καθ’ ότι τά φαινόμενα, εν αντιθέσει πρός τά αληθή, καί τό απόλυτον, οργανικόν κατ’ αρχήν ψεύδος αποτελούν τό βασικόν θεμέλιον τής σκιώδους του υποστάσεως, εξ ού καί η εντός τής δημοκρατίας δραστηριότης η ως «πολιτική» ψευδώς φερομένη, αυτομάτως καί κατά γενικήν, μάλιστα, παραδοχήν υπολαμβάνεται ως εγγενώς συνυφασμένη πρός τό Ψεύδος, εν ώι η πραγματική Πολιτική (τήν οποίαν η δημοκρατία καταργεί καί αντικαθιστάι μέ απατηλόν Τσαρλατανισμόν καί γλοιώδη πολιτικαντισμόν) μόνον εκ τής αυθεντικής Ουσίας καί Αληθείας, ως δυναμική εκτύλιξις, δύναται νά απορρέηι. Τά απτά παραδείγματα είναι άπειρα. Η ιστορία τής δημοκρατίας καί τών ανθρώπων της είναι μία κατ’ ουσίαν απρόσωπος πλοκή ψεύδους καί ποταπότητος τών νοσηρών της ασημάντων πρωταγωνιστών.

Αντί άλλης ιστορικής επισκοπήσεως παρατίθεται κατωτέρω σπουδαίον απόσπασμα εκ τού μνημειώδους έργου (1948) τού Francis Parker Yockey, “Imperium” – ασχέτως τού γεγονότος ότι αι, αλλαχού εις τό βιβλίον αυτό, εκφραζόμεναι περί Φυλής απόψεις του είναι, καθ’ ημάς, εντελώς ελλειπείς (μερικώς ίσως δικαιολογούμεναι εκ τού γεγονότος ότι ελλειπείς συχνάκις υπήρξαν καί αι θέσεις τάς οποίας αυτός επικρίνει):

«Η γιά τόν Δυτικό Πολιτισμό τού 19ου αιώνος δεδομένη σχετική ουδετερότης τών διαφόρων Κρατών καί, άρα, η εμφανής των αδυναμία κατέναντι εσωτερικών οικονομικών μονάδων καί τών τακτικών τους, επί παραδείγματι τών εργατικών συνδικάτων μέ τίς απεργίες τους, επέτρεψε τούς φιλελευθέρους καί τούς διανοηματιστάς (intellectuals) ν΄ανακοινώσουν, προτρέχοντες όπως απεδείχθη, ότι τό Κράτος είναι νεκρόν.

«Αυτό τό τεράστιο πράγμα είναι νεκρό», ανεκοίνωναν οι Γάλλοι κι οι Ιταλοί συνδικαλισταί. Τούς αφουγκράστηκαν κι άλλοι ορθολογισταί, κι ο Otto von Gierke διετύπωσε τό περί «ουσιαστικής ισότητος όλων τών ανθρωπίνων ομάδων» δόγμα του (ΣτΜ: δόγμα όμως αδιανόητον άνευ τής προϊούσης υπό τού παυλιανικού ιουδαιοχριστιανισμού βαθυτάτης διαβρώσεως όλων τών λευκών Λαών). Επρόκειτο βεβαίως εκεί περί ενός τρόπου απορρίψεως τής πρωτοκαθεδρίας τού Κράτους, ο οποίος πρέπει νά εκληφθή όχι ως αντικειμενική αλλ’ ως πολεμική διατύπωσις. Οι διανοηματισταί θά ήθελαν νά είναι νεκρό τό Κράτος, κι έτσι ανεκοίνωσαν ότι αυτό ήδη είναι γεγονός. Η θεωρία αυτή κατέληξε νά είναι γνωστή ως τό δόγμα τού «πλουραλιστικού κράτους». Η φιλοσοφική του θεμελίωσις καί η πολιτική του θεολογία προέρχονται από τόν «πραγματισμό», μίαν φιλοσοφική θέσι συρρικνώσεως τού πνευματικού στό υλικό (ΣτΜ: ενός, δηλαδή, απολύτου καί πλήρους αντιστρόφου αναγωγισμού) πού εξελίχθηκε (ΣτΜ: … πού αλλού;) στήν Αμερική. Ο πραγματισμός απέδωσε τήν όποιαν αναζήτησι τελικής ενότητος, σ’ οποιοδήποτε επίπεδο, ακόμη καί σ’ εκείνο τής σπουδής τής Φύσεως, εις προκατάληψιν, ως υπόλειμμα τού Σχολαστικισμού (ΣτΜ: βλέπουμε κι απ’ αυτό τό ειδικό παράδειγμα πώς η υποκατάστασις τού ζώντος, απτού ηλιακού πνεύματος διά τών σεληνιακών του, διανοηματιστικών ή άλλων, απεικασμών, σ’ όλα τά επίπεδα, βαθμηδόν διήνοιξε τούς δρόμους σ’ όλοένα κατώτερα διανοηματιστικά τεχνητά προϊόντα, μέ τόν υλισμό καί τήν δημοκρατία στόν τελικό, σημερινό, πυθμένα). Συνεπώς, δέν υφίσταται πλέον (ως ενότης) Κόσμος, δέν υφίσταται λοιπόν καί Κράτος. Η οπτική αυτή προσηρμόσθη ιδιορρύθμως καί μεταξύ τών μελών τής Δευτέρας Διεθνούς, πού ήτο φιλελευθέρων τάσεων. Οι δύο πόλοι τής σκέψεώς της ήσαν τό άτομον, στό ένα άκρο, κι η ανθρωπότης, στό άλλο. Θεωρούσε ότι τό «άτομο» ζεί στήν «κοινωνία» (ΣτΜ: η απόστασις έως τό σημερινόν, επίσης προϊόν ευχολόγου αλλά στρατευμένης σκέψεως, «παγκόσμιο χωριό», τόσο προσφιλή στούς πλέον τυπικούς φωστήρες τού παντοίου συγχρόνου πολιτικαντισμού μονότονο έκφρασι, είναι πράγματι ελαχίστη, μιάς καί δι’ αυτής τής αφηρημένης, αχρώμου «κοινωνίας», πού δυστυχώς τόσον ευρύτατα πέρασε ως κοινή ανόητος φράσις, ήδη τό πραγματικόν, τό οργανικόν δηλαδή, εμπόδιον, τό οργανικόν Κράτος, έχει αναιρεθή) ως μέλος πολλών οργανώσεων, μιάς οικονομικής επιχειρήσεως, ενός σπιτιού, μιάς εκκλησίας, ενός αθλητικού συλλόγου, ενός συνδικάτου, ενός ΄Εθνους, ενός κράτους, χωρίς καμμιά απ’ αυτές νά υπερέχη τών άλλων κι ενώ ήσαν όλες τους πολιτικώς ουδέτερες. Σ’ ένα τέτοιο πλουραλιστικό κράτος επίσης καί τό αγωνιζόμενο προλεταριάτο τών κομμουνιστών έγινε ένα πολιτικώς ουδέτερο συνδικάτο ή κόμμα. Όλες οι οργανώσεις θά διεκδικούσαν τό άτομο, πού θά εδεσμεύετο από μία «πολλαπλότητα υποχρεώσεων καί οφειλομένης νομιμοφροσύνης». Οι οργανώσεις θά διατηρούσαν σχέσεις καί αμοιβαία ενδιαφέροντα, αλλά ουδεμίαν υπαγωγή στό κράτος, τό οποίο απλώς θά ήταν μία οργάνωσις μεταξύ οργανώσεων, ούτε κάν ως primus inter pares (πρώτη μεταξύ ίσων).

Φυσικά ένα τέτοιο πλουραλιστικό κράτος δέν είναι πολιτικός οργανισμός. Άν σ’ ένα τέτοιο κράτος προέκειτο ένας εξωτερικός κίνδυνος, είτε αυτό θά ενέδιδε αυτομάτως (ΣτΜ: … πόσα αυτή η πρόγνωσις τού συγγραφέως δέν μάς θυμίζει επίκαιρα!!!) ή, άλλως, θά ηγωνίζετο, περίπτωσις κατά τήν οποίαν αναγκαστικώς αμέσως θά μετηλλάσσετο σέ πολιτικό οργανισμό – κι ο «πλουραλισμός» του θά εξαφανίζονταν. Ένα τέτοιο πλουραλιστικό πράγμα δέν είναι πολιτικώς βιώσιμο. Υφίσταται πάντοτε η πιθανότης ενός εξωτερικού κινδύνου, μιάς εσωτερικής φυσικής καταστροφής, όπως πλημμύρας, λιμού ή σεισμού, πού θά επέβαλλαν συγ-κέντρωσι, ή καί τής ανόδου μιάς ομάδος μέ πολιτικά ένστικτα, αποσκοπούσης στήν ολοκληρωτική επί άλλων ομάδων εξουσία – ομάδος η οποία … δέν θά είναι αρκούντως προηγμένη εννοιολογικώς (διανοηματιστικώς) ώστε ν’ αφομοιώση τίς λεπτεπιλεπτότητες τής θεωρίας τού «πλουραλιστικού κράτους». Η Αμερική, πρό τού 1914, ήταν πάνω κάτω κάτι τέτοιο, κι από τό 1921 ώς τό 1933 ανέκτησε τήν πλουραλιστικότητά της. Αυτό τό «πλουραλιστικό κράτος» κατέληξε τό 1933, καθώς προέκυψε μία ομάς η οποία κατέλαβε καί οικειοποιήθηκε τήν συνολικήν εξουσίαν.

……

Στήν πραγματικότητα δέν υφίσταται τίποτε τέτοιο όπως «πολιτικός σύνδεσμος» ή «πολιτικός σύλλογος» – δύναται μόνον νά υφίσταται μία πολιτική μονάς, ένας πολιτικός οργανισμός. Άν μία ομάς κέκτηται πολιτικήν σημασίαν, καταδεικνυομένην εκ τής ικανότητός της νά καθορίση εχθρότητα, νά προσδιορίση ένα πραγματικόν εχθρό, μέ τήν επικαιρότητα ή δυνατότητα πολεμικής της αντιπαραθέσεως, τότε η πολιτική ενότης καθίσταται κεντρικής καί αποφασιστικής σημασίας καί, κι άν ακόμη αυτή είχε ξεκινήσει ως διανοηματιστικός σύνδεσμος άνευ δεσμεύσεων, έχει πλέον αποκατασταθή ως πολιτική ενότης καί πλήρως απολέσει τόν όποιον της αρχικό «κοινωνικό» ή «συλλογικό» χαρακτήρα. Δέν πρόκειται περί απλής λεκτικής διακρίσεως, διότι τό πολιτικόν είναι αφ’ εαυτού μία ιδία κλειστή κατηγορία σκέψεως. Η εμπλοκή στήν πολιτική δέν είναι ταυτόσημος μέ τήν απλήν εμπλοκή στήν κοινωνία, διότι αυτή δέν συνεπάγεται καμμίαν διακινδύνευσιν ζωής. Ούτε κι έχει μιά κοινωνία τήν δυνατότητα νά καταστή πολιτική απλώς δι’ επικλήσεως τού όρου αυτού, ως αυτοχαρακτηρισμού της. Αληθώς πολιτική σκέψις, όπως η εκ τής παρουσίας ενός πολιτικού οργανισμού προερχομένη, δέν πρόκειται νά αναφανή εντός της, πλήν άν κατακτήση μίαν πραγματική πολιτικήν ενότητα – κι ο μόνος τρόπος νά τό επιτύχη αυτό δύναται νά είναι η εστίασίς της επί μιάς αντιπαραθέσεως πρός κάποιους εχθρούς, μέ τό ενδεχόμενο πολέμου ανοικτό. Τό γεγονός ότι μία ομάς ψηφίζει ενιαίως στίς εκλογές, καθόλου δέν τής προσδίδει πραγματικόν πολιτικόν νόημα καί σημασίαν· άλλως τε, συνήθως οι «εκλογές» καθ’ εαυτές καμμίαν απολύτως πολιτικήν σημασία δέν έχουν.

….

Μέ τό ζήτημα τών «εκλογών», τών οποίων ο συρμός εσφράγισε σχεδόν δύο αιώνες τού Δυτικού Πολιτισμού, τόσο στήν Ευρώπη όσο καί στίς πολιτιστικώς υπ’ αυτής επικυριαρχούμενες χώρες, καταδεικνύεται ένας σημαντικός νόμος τών πολιτικών οργανισμών.

Υπό «δημοκρατικόν» καθεστώς (η απαρχή καί η ιστορική σημασία τής δημοκρατίας αναλύονται αλλού) εμφανίζονται τά ενδοπολιτικά φαινόμενα πού φέρονται υπό τό όνομα «εκλογές». Ήταν η θεωρία τής «δημοκρατίας» πού, αναφυομένη περί τό 1750, διετείνετο ότι η «απόλυτη» εξουσία τού μονάρχου ή, κατά τίς κατά τόπους κρατούσες συνθήκες, τής αριστοκρατίας έπρεπε νά διακοπή καί νά μεταβιβασθή «στόν λαό». Η χρήσις αυτή τού όρου «λαός» καταδεικνύει εκ νέου τήν κατ’ ανάγκην πολεμική φύσι όλων τών πολιτικώς επιστρατευομένων όρων. Η επίκλησις τού «λαού» είχε κατά βάσιν αποφατικό (αρνητικό) χαρακτήρα· αποσκοπούσε ιδίως νά αμφισβητήση ότι η δυναστεία, ή άλλως η αριστοκρατία, ήταν τού «λαού». Απετέλει άρα απόπειραν αναιρέσεως τής πολιτικής υποστάσεως τού μονάρχου ή τής αριστοκρατίας· ήτοι, ο όρος αυτός συνεπήγετο ότι ούτοι ήσαν εξ ορισμού ο εχθρός, υπό πραγματικώς πολιτικήν έννοια. Κι αυτό πράγματι σηματοδοτούσε τήν πρώτη φορά στήν ιστορία τής Δύσεως, πού μιά διανοηματιστική θεωρία ανήχθη στό επίκεντρο τών πολιτικών δρωμένων.

Συντόμως κατέστη σαφές σ’ όσους ενδιέφερε η εξουσία, είτε γιά τούς ιδίους προσωπικώς είτε γιά τήν κατίσχυσιν τών ιδεών τους, ότι άν κάποιος πρό τών διαβοήτων αυτών «εκλογών» ειργάζετο πρός επηρεασμόν τής σκέψεως τού πλήθους τών ψηφοφόρων, τότε θά «εξελέγετο». Όσον ισχυρότερα μέσα πειθούς καί υποβολής τών μαζών τών ψηφοφόρων διέθετε κάποιος, τόσον βεβαιοτέρα η επακολουθούσα «εκλογή» του. Τά μέσα πειθούς εποίκιλλαν αναλόγως τού τί διέθετε κανείς: ρητορεία, χρήματα, τύπο. Καθώς οι εκλογές δέν ήσαν καί μικρή υπόθεσι, συνυφασμένες πρός τεράστια μεγέθη εξουσίας, μπορούσαν λοιπόν καί νά τίς ελέγξουν μόνον όσοι ήλεγχαν ανάλογα μέσα υποβολής. Η κενολόγος ρητορική εγκαθιδρύθηκε αυτοδικαίως, ο τύπος προέβαλε ως κύριος τής χώρας, η δύναμις τού χρήματος επεκάθισε σ’ όλο αυτό τό θέατρο ως κορωνίς. Ένας μονάρχης δέν θά ήταν δυνατόν ν’ αγορασθή· ποιά δωροδοκία θά μπορούσε ποτέ νά τόν δελεάση; Δέν μπορούσε νά υποβληθή στίς πιέσεις τών τοκογλύφων – δέν μπορούσε νά μηνυθή. Αλλά οι πολιτικοί τών κομμάτων, ζώντας σ’ εποχές στίς οποίες, κατ’ αναλογίαν, οι αξίες κατήντησαν αξίες χρήματος καί η Τιμή τιμή, μέ συνεχή περαιτέρω ευτελισμό, μπορούσαν ν’ αγορασθούν. Έτσι η δημοκρατία παρουσίαζε τήν εικόνα τού πλήθους υπό τόν καταναγκασμό τών εκλογών, τών αντιπροσώπων υπό τόν καταναγκασμό τού χρήματος, τού χρήματος θρονιασμένου στήν θέσι τού Μονάρχου.

Πάντως, λοιπόν, η απόλυτος εξουσία διετηρήθη – όπως καί είναι σέ κάθε οργανισμό αναπόφευκτο, διότι νόμος υπάρξεως τού κάθε οργανισμού είναι ότι: Η συνολική δύναμις εντός τινος οργανισμού είναι σταθερά, άν δέ κάποια άτομα, ομάδες ή ιδέες εντός του αποδυναμωθούν, κάποια άλλα τότε άτομα, ομάδες ή ιδέες θά ενδυναμωθούν ισοδυνάμως. Ο νόμος αυτός περί εσωτερικού οργανικού ισοζυγίου είναι υπαρξιακός, αφού άν κάποια ενεργειακή υποβάθμισις ενός εσωτερικού μέρους τού οργανισμού δέν σημαίνη μετάθεσιν σ’ άλλο μέρος του τής απολεσθείσης δυνάμεως, μέσα στόν ίδιο οργανισμό, αυτός μοιραίως αρρωσταίνει, εξασθενεί κι έχει ίσως ήδη χάσει τήν πολιτικήν του υπόστασιν ως ανεξαρτήτου μονάδος. Η ιστορία τής Νοτίου Αμερικής μεταξύ 1900 καί 1950 βρίθει παραδειγμάτων πραξικοπηματικών αλλαγών καθεστώτος, μέ αποτέλεσμα τήν πλήρη τους απονεύρωσι καί αφαίρεσι τής δυνάμεως – η οποία όμως μετεπήδησε στίς Η.Π.Α. ·  εν όσωι δέ η κατάστασις αυτή συνεχίζετο, η χώρα εκείνη στήν οποία μία τέτοια απονευρωτική ανακύκλωσις τής εξουσίας συνέβαινε, γινόταν αποικία τού ιμπεριαλισμού τών Γιάνκηδων. »

 

 

στ’. Εις το περιβάλλον αυτό μεσανατολικού παζαριού και παντοίου τσαρλατανισμού, φυσικότατα και αναδεικνύονται, ούτως ή άλλως, αι αντίστοιχοι έμφυτοι και φυλετικαί κλίσεις και επιβαρύνσεις, πέραν του συνεπικουρούντος εκφυλισμού. Αι ποιότητες αυταί παρακολουθούν μίαν δειλήν και ιδιοτελώς μικρόψυχον στάσιν διαρκούς θυσίας του μέλλοντος εις το «τώρα», επί παντός ζητήματος και, κατ’ ακολουθίαν, και επί της εξωτερικής πολιτικής. Η οποία συνοψίζεται εις τάς λέξεις ενδοτικότης, μειοδοσία, παραμέλησις, δουλοπρέπεια και διαρκής προδοσία.

 Χαρακτηριστικόν παράδειγμα η υπό τού ανά τήν Ευρώπην κρατούντος θεάτρου σκιών ενεργός προώθησις τών τουρκικών ενδιαφερόντων καί δή τής εις τήν ελεεινήν «Ευρωπαϊκήν Ένωσιν» εισδοχής τής Τουρκίας, εις επισφράγισιν τής προδοτικής των μεταναστευτικής «πολιτικής», επί τήι θρασυτάτηι ανοικτήι αμερικανοσιωνιστικήι απαιτήσει καί εν εμετικήι εκπτύξει τών εγγενώς δουλικών φρονημάτων τών πρωταγωνιστών τής Σκηνής (φρονημάτων, «δυνάμει» τών οποίων καί αναδεικνύονται, βεβαίως…) – μέ μόνας μάλιστα προσωρινάς επιφυλάξεις τάς εν Τουρκίαι υποτόνους «δημοκρατικάς ελευθερίας» (η βάσει τών οποίων αντικειμενική αξιολόγησις, π.χ., τής σημερινής Γερμανικής Μπανανίας θά τήν κατέτασσε πολύ κάτω τού Βατικανού τού Μεσαίωνος!!!) – καί μετ’ εν εξοργιστικώς επιδεικτικήι πολιτικήι ορθότητι, ήτοι δουλοφροσύνηι ευτυχών αυτοευνούχων,  απολύτου θεατρικής παραβλέψεως τής ουσίας τής τοιαύτης ακραίας επονειδίστου των προδοσίας, η οποία δέν σημαίνει παρά τήν απερίστροφον άπαξ υπογραφήν, μετά καί τήν προϊούσαν συστηματικήν των πρός τά εκεί εξώθησιν, τής θανατικής καταδίκης τών Ευρωπαϊκών Λαών.

  Ο Εθνοκοινοτισμός, απεναντίας, εφαρμόζει και κατά την ενάσκησιν εξωτερικής Πολιτικής την αρχήν της διαβαθμικής ιεραρχήσεως: Το Εθνοφυλετικόν μας Όραμα, ζωογονημένον υπό της απτής πλέον Βουλήσεως του  Έθνους και συντιθέμενον προς την υψηλήν του φρόνησιν, γεννάι διαδοχικώς την μακρόπνοον Εθνικήν, Φυλετικήν και Γεωπολιτικήν Στρατηγικήν και την εκάστοτε υπ’ αυτής υπαγορευομένην Τακτικήν. Η οποία δεν θα είναι ούτε ηττοπαθής ούτε μοιρολατρική – αλλά μάχιμος και διεκδικητική, προληπτικώς μάλλον καί εκ τών άνω ελευθέρως δρώσα, παρά όπισθεν επιβεβλημένων τετελεσμένων ελεεινώς (δια)συρομένη…

 

Δυστυχώς η επίδειξις τής πλέον απιθάνως αυτοκαταστροφικής, δειλής καί βδελυρώς δουλικής  συλλογικής αχρειότητος τού βαναύσως ποδηγετουμένου «λαού» μέσωι τής «ηγεσίας» του (καί τών σκηνοθετών καί παρασκηνίων της), εις τήν οποίαν όμως παθητικώς συναινεί καί συγκατανεύει, προφανώς ως εκπροσωπούσαν τόν πυρήνα τής ιδίας αυτού προκεχωρημένης (αλλά καλλωπιζομένης) Σήψεως, είναι συνεχής καί ανεκδιήγητος – είναι απόλυτος· συνήθως δέ πλέον καί μάλλον απροσχημάτιστος. Διότι, προϊούσης τής Σήψεως εις (όζουσαν!) ποιότητα, βάθος καί έκτασιν, η χρεία προσχημάτων ολονέν καί εκλείπει… Η προαναφερομένη περίπτωσις τής Τουρκίας, επιβληθείσης στυγνώς καί απροκαλύπτως υπό ΗΠΑ τής αρχικής της εισδοχής (17/12/’04) εις τούς 25 υποτακτικούς δορυφόρους, όχι απλώς δυνάμει τής (…ούτως ή άλλως συνωνύμου τής προθύμου εθελοδουλείας καί αυτοκτονίας τών Λευκών Εθνών) «πολιτικής ορθότητος», αλλά δι’ ευθέων καί ανοικτών εκβιασμών, αποτελεί τό απόλυτον όνειδος τής πλέον απροκαλύπτου Προδοσίας τών Εθνών αυτών υπό τών τσαρλατάνων «ηγετών» τους, οι οποίοι εν τελικήι ομοθυμίαι συντεχνάζουν τόν όλεθρον διά τούς εις λήθαργον συστηματικώς καί πολυσχιδώς επιτηρουμένους λαούς των, διεκδικούντες έπαινον καί αποδοχήν εκ μέρους πρό παντός τών αμερικανοσιωνιστικών αυθεντών… Τών οποίων η γραμμή καί υποβολή συχνάκις διαρρηγνύει τά στεγανά τών παρασκηνίων καί τών προσχημάτων, σαφώς επί παραδείγματι καί συνοπτικώτατα διά στόματος τού εξ αίματος Ιουδαίου, παρασκηνιακώς πανισχύρου υφυπουργού Αμύνης τών ΗΠΑ, Paul Wolfowitz, ολίγας ώρας πρό τής κρισίμου προδοτικής εν Βρυξέλλαις «αποφάσεως» τών μαριονεττών τους διατυπωθείσα:  “History suggests that a European Union that welcomes Turkey will be even stronger, safer and more richly diverse than it is today. The alternative, exclusionary choice is surely unthinkable.  Μεταφράζομεν τήν υπογραμμιζομένην φράσιν : «Μία διαφορετική, απορριπτική απόφασις είναι οπωσδήποτε εντελώς αδιανόητος»!!!

Ούτω όμως καθίσταται ευχερεστέρα η χάραξις αληθών διαχωριστικών γραμμών, παρ’ όλην τήν καλπάζουσαν γενικήν Σύγχυσιν! Χάρις εις τήν οποίαν οι εν Ελλάδι αρχι-προδόται … επέστρεψαν θριαμβολογούντες, μαζύ μέ τούς Τούρκους, αφού … «εξησφαλίσαμεν πρό παντός ότι θά έχωμεν ευρωπαίους γείτονας»!!! … Προφανώς εκτιμούν ότι ο λήθαργος τού ελληνικού λαού είναι τόσον βαθύς, ώστε νά μή λαμβάνουν στοιχειώδη μέτρα κατά τής απολύτου αυτογελοιοποιήσεως… Μήπως ορθώς;;;

 

ζ’. Άπασαι αι ως άνω κατευθυντήριοι γραμμαί μεταφέρονται αναλόγως και εντός της διαμορφουμένης ενιαίας Ευρώπης: Όσον κι αν ο αρχικός της σχεδιασμός αλλά και η παρούσα κατάστασις της «Ε.Ε.» βασίζονται εις μίαν καθολικήν αντιστροφήν αρχών καί προτεραιοτήτων – με πρώτην την έναντι του εποπτεύοντος αμερικανοσιωνισμού δουλοπρέπειαν και την, ανεστραμμένην, υπαγωγήν της πολιτικής εις την τερατώδη παρασιτικήν βουλιμίαν των πολυεθνικών, με την καρκινωματικήν της γραφειοκρατίαν καί κοινοβουλευτικήν παρελκτικήν τυπολατρείαν ν’ αναπληροί την παντελή απουσίαν ιδίας Πολιτικής Βουλήσεως – όμως ανταποκρίνεται η σταδιακή της διαμόρφωσις κατ’ αρχήν εις πραγματικήν πολιτικήν ανάγκην, εν όψει καί του παγκοσμίας, πλέον, διαστάσεως υψίστου προβλήματος επιβιώσεως της Λευκής (Αρίας) Ομοεθνίας· έστω κι αν, βεβαίως, η παρούσα «Ευρωπαϊκή Ένωσις» προωθεί, ομού μετά του Σιωνισμού, ακριβώς τον πλήρη εξανδραποδισμόν, μέχρις εθνικής και βιολογικής αλλοτριώσεως και ουσιώδους εξαλείψεως, των ευρωπαϊκών Εθνών και αυτού ακόμη του βιολογικού, τελικώς, είδους των. Τό οποίον μάλιστα δεν προκύπτει μόνον εκ του υποτελούς της εντός της «Ν.Π.Τ.Π.» ρόλου αλλά, βαθύτερον, αντανακλάι την εγγενή της υποταγήν εις ιουδαιομασσονικάς και ιουδαιομαρξιστικάς δογματικάς διαστροφάς και βεβιασμένας δουλικάς προσκολλήσεις.

η’. Το ΑΡΜΑ πιστεύει βαθύτατα καί απαρεγκλίτως εις την διατήρησιν των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και Παραδόσεων, εντός μιάς προστατευτικώς περικλειούσης Ευρώπης των Εθνών. Πρώτιστα δε εργάζεται διά την ζώσαν διατήρησιν, εμβάθυνσιν και έντασιν του αληθούς, αρίου πρωτοχαρακτήρος του Ελληνισμού και όλων των παραδοσιακών γνωρισμάτων και αυθεντικών του κληροδοτημάτων: Μέσωι  τούτων, το Εθνοκοινοτικόν Κράτος θα επιδιώξηι εκ νέου να καταστήσηι την Ελλάδα αληθή φωτοδότην και πρωτοπόρον της συντονισμένης αναγεννητικής προσπαθείας τών, σταδιακώς αφυπνιζομένων, ευρωπαϊκών Λαών. Τούθ’ όπερ και συνιστάι το ύψιστον Εθνικόν μας Όραμα, τρεφόμενον ουχί εκ μιάς απλής υψηλόφρονος νοσταλγίας, αλλ’ εξ αντικειμενικών διαπιστώσεων: όπως ότι η οντότης του Πνεύματος, μετά και την υψίστην Πλωτίνειον αναλαμπήν, εντελώς παρεγνωρίσθη, δι’ εγκλωβισμού των Ευρωπαίων εις τάς εικονικάς των διανοητικάς θερμοκοιτίδας, εξ ών ο αιώνιος Έλλην εκ νέου καλείται να ελευθερώσηι την (εν τώι μεταξύ εντελώς εξανδραποδισθείσαν!) ύπαρξίν των.

θ’. Θεωρείται αυτονόητος στρατηγικός στόχος η εξασφάλισις Ζωτικού Χώρου διά την επιβίωσιν και την ανάπτυξιν του Ελληνικού Έθνους αλλά καί, ευρύτερον, τής Αρίας Ευρώπης μακροπροθέσμως. Η Ελλάς θα επανακτήσηι τον ιστορικόν της ρόλον ως Προπυργίου της ΑρίαςΕυρωπαϊκής Ομοεθνίας, εκ νέου καταδεικνύουσα ούτω εν ταυτώι τον ενιαίον δρόμον του Πολεμιστού-Φιλοσόφου, του Ξίφους και του Πνεύματος.

ι’.  Τούτο [το (θ’)] εντάσσεται εις τον αδιαμφισβητήτως ηγετικόν ρόλον τον οποίον ο αναγεννημένος Άριος οφείλει ν’ αναλάβηι επί παγκοσμίου επιπέδου, ως μόνην δυνατήν διέξοδον εκ των τεραστίων περιβαλλοντικών, βιοπολιτικών και παγκοσμίων διαχειριστικών/ενεργειακών δεινών, τά οποία ο Ιουδαϊκός Μαμμονισμός, ήτοι η Αντιστροφή, η αδηφάγος μαρξιστοκαπιταλιστική κερδοσκοπία, υλισμός και εσχάτη κοσμική ασέβεια έναντι της Φύσεως, επεσώρευσαν ως αδιάθραυστον φράγμα (έρκος) ρύπου καί άτης διά το μέλλον του πλανήτου. 

ια’. Τανάπαλιν, εις το (ι’) ως στρατηγικός στόχος ενέχεται η παραδοσιακή μας εθνική Μεγάλη Ιδέα, ήτοι η διάλυσις και απώθησις του Τουρκισμού, ως εχθρού θανασίμου του Αρίου Ανθρώπου, τόσον ως εθνοφυλετικής-εθιμικής όσον και ως (τεχνητής, κεμαλικής) κρατικής υποστάσεως. Η σχεδιαζομένη ενσωμάτωσις του αναριθμήτου τουρκικού συρφετού εις τον Ευρωπαϊκόν και Ελληνικόν εθνικόν κορμόν συνιστάι την εσχάτην ιστορικήν Προδοσίαν των ανδρεικέλων πού καθοδηγούν την «Ευρωπαϊκήν Ένωσιν»· προδοσίαν πολλώι μάλλον ιστορικώς διά τά εξ Ελλάδος μιαρά και κατάπτυστα πολιτικά ανδρείκελα επονείδιστον, εκκείμενα ιδιαιτέρως φοβερώς υπόλογα έναντι των επερχομένων, κυρίως, λευκών γενεών – εφ’ όσον τοιαύται, καί παρ’ όλας τάς αισχράς εκδουλεύσεις των εις τήν «Ν.Π.Τ.Π.», υπάρξουν… Υπόλογοι είναι όμως επίσης και οι πλήρως εκραγιαδισμένοι και επαισχύντως υπνώττοντες ανάλκιδες  ψηφοφόροι-χειροκροτηταί πού τους στηρίζουν, περισσήν αισχύνην καί όνειδος εις τούς ευτελείς επιγόνους ενός λαμπρού Έθνους περιάπτοντες.

 

 

ΙΙΙ. Οικονομικαί Αρχαί.

 

α’. Η Οικονομία της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας δεν είναι ούτε τυφλός ανταγωνισμός εις τήν παντί τρόπωι μεγιστοποίησιν κερδών και παρεχομένων τεχνητών και βραχυβίων αγαθών, εν μιάι αδηφάγωι υπερκαταναλωτικήι υλιστικήι φρενίτιδι, ούτε παραχωρείται εις ταύτην η οία δικαιοδοσία καθορισμού μιάς υποτελούς της ψευδο-«πολιτικής»· απεναντίας, αυτή εντάσσεται φυσικώς και νοηματοδοτείται αρμονικώς εις τα υπό της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας καθωρισμένα πλαίσια και εις το εν ταύτηι κρατούν πνεύμα προσφοράς και οικογενειακής, αιματικώς ερριζωμένης αλληλεγγύης. Κατά ταύτα η Οικονομία έχει αποστολήν και κατεύθυνσιν ωρισμένην· ήτοι, την πραγματικήν εξυπηρέτησιν και κάλυψιν αναγκών, εν μιάι συνόλωι προαγωγήι καί ανασυνθέσει νοουμένην, της Λαϊκής Κοινότητος, εν πνεύματι πλήρους υπαγωγής της εις την ιδίαν εκείνης ουσιαστικήν κλίμακα αξιών, μακράν οίασδήποτε υλιστικής αυτοτελείας ή αυτοπροσδιορισμού της, δυνάμει τυφλής διογκωτικής καρκινοειδούς τάσεως μεγιστοποιήσεως κερδών.

β’. Ο Εθνοκοινοτισμός αναγνωρίζει και προστατεύει διά του Κράτους του την ατομικήν ιδιοκτησίαν. Οι τρόποι, όμως, και οι όροι αναπτύξεως της ιδιωτικής πρωτοβουλίας αναπροσδιορίζονται, υπαγόμενοι εις και ευθυγραμμιζόμενοι προς το πνεύμα του ως άνω σημείου α’. Ως εκ τούτου και επιτίθενται, επί παραδείγματι, ασφαλή όρια εις τά ανώτατα επιτρεπτά μεγέθη ατομικής ιδιοκτησίας. Προσέτι, η Κοινότης είναι εν τήι ευρυτάτηι εννοίαι της ο τελικός κτήτωρ όλων τών εμπραγμάτων αγαθών, τών οποίων άρα η χρήσις καί αξιοποίησις δέν είναι δυνατόν ν’ αντιβαίνηι πρός τό όλον της γενικόν πνεύμα καί πλαίσιον.

γ’. Ως τοιαύτη ατομική ιδιοκτησία δεν δύναται να νοηθήι το καθεστώς ανωνύμων εταιριών, όπου η ιδιοκτησία είναι τελείως απρόσωπος και η εκ των απασχολουμένων της επιχειρήσεως απόστασις της διευθύνσεως αγεφύρωτος. Το Εθνικόν Κράτος θεωρεί ζωτικήν καί αδιάρρηκτον την σχέσιν μεταξύ ατομικής ευθύνης και ιδιοκτησίας, μεταξύ χρήματος και προσφοράς εργασίας, μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.

δ’. Υπό Εθνοκοινοτικόν καθεστώς η τοκογλυφία διώκεται επί ποινήι   θανάτου. Υπό το κρατούν Σύστημα, η δουλεία των τόκων έχει κυριολεκτικώς απομυζήσει το αίμα του Λαού, τήι ενεργώι συμπράξει του αντεθνικού δημοκρατικού θιάσου-ψευδοκράτους, τιθεμένου απροκαλύπτως και σκανδαλωδώς πάντοτε εις την διάθεσιν του τραπεζικού συστήματος απεριορίστου απάτης καί δεινοτάτης εκμεταλλεύσεως. Εξ άλλου το ίδιον αυτό δημοκρατικόν ψευδοκράτος είναι ο πρώτος διδάσκαλος της τοκογλυφίας και της διά των αυθαιρέτων και ανεξελέγκτων φόρων και τελών απομυζήσεως καί συσσωρεύσεως πλούτου, προς κάλυψιν των, δίκην δαναϊδείων πίθων εσαεί απροσπληρώτων, χασμάτων της ανικάνου, διεφθαρμένης και αισχροκερδικής των διαχειρίσεως πόρων.

ε’. Η συνθλιβή της δουλείας των τόκων, οι οποίοι θα περιορισθούν εις έν ελάχιστον λειτουργικόν ύψος, ομού μετά του ζωογόνως διαρρέοντος πνεύματος εθνικής συνοχής, εργατικότητος και ομοψυχίας, θα επιτρέψουν μίαν έκρηξιν υγιούς επιχειρηματικότητος και παραγωγικών πρωτοβουλιών, πού, δυνάμει της κρατούσης Πολιτικής Βουλήσεως και, υπ’ αυτήν, τής ευαρμόστου  μαγνητικής πολώσεως της κοινωνίας υπό την δημιουργικήν πνοήν του Εθνοκοινοτισμού, θα εξασφαλίσουν το οικονομικόν υπόβαθρον βιωσιμότητος και μεγαλουργίας του αναγεννωμένου Λαού.

  Ως απροσδιόριστον, «γενικόν» υλικόν αγαθόν, τό χρήμα διακινείται επιχειρηματικώς ως τοιούτον, άνευ δηλαδή οιασδήποτε εξειδικευμένης αντικειμενικότητος,  αποκλειστικώς υπό Κοινοτικών οργανισμών, κατά τήν προσήκουσαν τάξιν τού πράγματος. Η τραπεζική, λοιπόν, επιχειρηματική δραστηριότης απαγορεύεται εις ιδιώτας. Πάσα συναλλαγή εντόκου δανεισμού ή αποταμιεύσεως ευχερέστατα προλαμβάνεται διά νόμου ακυρούντος οιανδήποτε παρά τού πιστωτού μελλοντικήν διεκδίκησιν τού δανεισθέντος ποσού ή τόκων του.

στ’. Εις την αλυσίδα παραγωγής-προσφοράς αναδεικνύεται ο παραγωγός εις πρωτεύοντα κρίκον – και όχι οι μεσάζοντες έμποροι, των οποίων η θέσις επαναπροσδιορίζεται ως απολύτως επικουρική και κοινωνικώς υποτελής, αντί τού σημερινού των κυριαρχικού και απομυζητικού τών πάντων ρόλου. Όπου, μάλιστα, αυτό είναι δυνατόν, αποφεύγεται παντελώς η διαμεσολάβησίς των, διά μέσου, επί παραδείγματι, των αγροτικών ή κτηνοτροφικών κοινοτικών συνεταιρισμών, αναμορφωμένων και ουσιαστικών, αλλά και οργανώσεως κατά το δυνατόν απ’ ευθείας υπό του παραγωγού διαθέσεως του προϊόντος. Η κρατούσα και συνθλίβουσα Eμποροκρατία θα παταχθήι – και το εμπόριον θα εξυγιανθήι. Πρέπει, πάντως, μετ’ επιτάσεως νά εξαρθήι, ότι εις την κοινωνικήν διαβάθμισιν του Εθνοκοινοτισμού οι έμποροι, υγιώς καί προσηκόντως, πλέον, εις τον Κοινοτικόν Οργανισμόν εντεταγμένοι, ως πολίται κατέχουν κατωτάτην βαθμίδα, ασχέτως οικονομικής επιφανείας – αφού πλέον το χρήμα αποτελεί μέσον και όχι αυτοτελή αξίαν. Ο Μαμμονισμός εκριζούται κατά πάσαν του σποράν και έκφανσιν!

ζ’.  Επαναπροσδιορίζεται ο ρόλος του Χρηματιστηρίου, ώστε απλώς διά της υγιούς κινητικότητος να ευνοήται η διά κεφαλαίων ενίσχυσις καί ευελιξία της πραγματικής επιχειρηματικότητος – και όχι η εξεζητημένη ακατασίγαστος κερδοσκοπική φρενίτις τών γιάπηδων. Αι τιμαί τών μετοχών θα αντιστοιχούν εις αντικειμενικάς και εργασιακάς αξίας – και όχι εις το μέγεθος απάτης φαινομενικών πομφολύγων. Υπό αυστηράν κρατικήν εποπτείαν, αντί τής ανωνύμου διηνεκούς φρενήρους καιροσκοπούσης κερδοσκοπίας, θά στεγάζηι καί προάγηι σοβαράς αποφάσεις συνεταιρικής τοποθετήσεως κεφαλαίων, μετ’ αναλόγου αναλήψεως ευθύνης, διοικητικού καί διαχειριστικού έργου καί τών επιχειρηματικών συνεπειών.

η’. Επανεποικισμός της υπαίθρου – αναγέννησις της παραδοσιακής Ελληνικής Κοινότητος – κατάργησις των μεγαλουπόλεων υπό την σημερινήν των μορφήν – αισθητική και περιβαλλοντική αναγέννησις και αρμονική αναδιάταξις, κατά τρόπον αρμόζοντα εις την πρωταρχικήν φυσικήν ευγένειαν του Έλληνος Ανθρώπου και όχι εις ρυπαρά, αδηφάγα τριτοκοσμικά τρωκτικά. Προαγωγή φυσικών και καθαρών τεχνικών βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής – απαγόρευσις πλαστικών συσκευασιών και κάθε είδους περιττών εμπορικών επιβαρύνσεων του Περιβάλλοντος αλλά και αποπροσανατολιστικών διαφημίσεων.

θ’.  Aι αντιφυσικαί επιβολαί καί τά εύσχημα εγκλήματα τής διεθνούς καπιταλιστικής κερδοσκοπίας καταρρίπτονται καί διώκονται απηνώς, όπως καί τά ταύτα στηρίζοντα καί προάγοντα, εγχώρια καί παγκόσμια, καθαρώς κερδοσκοπικά καί ψευδοπολιτικά, πρόσωπα, σύλλογοι, συνασπισμοί, οργανισμοί κ.ο.κ. Ουδέν τοιούτον εξωτερικόν ή εσωτερικόν χρέος τού νύν δουλοπρεπούς ψευδοκράτους ανδραπόδων αναγνωρίζεται· άς τούς τά πληρώσουν οι εντεταλμένοι των υπαλληλίσκοι-πολιτικάντηδες οίτινες καί τά επεσώρευσαν, εν ονόματι τού λαού, πρός κάλυψιν τών ιδίων αδιεξόδων καί συμφερόντων – εκ παραλλήλου πρός τήν ικανοποίησιν ορέξεων καί σχεδιασμών τών επιτηρούντων διεθνών καί εγχωρίων εκείνων παρασκηνιακών των αυθεντών.

Αποστολή τού Εθνοκοινοτικού Κράτους καί τής Πολιτικής του, απεναντίας, θά είναι η προστασία, ουχί πλέον τού καπιταλιστικού «διεθνούς εμπορίου» καί τών Τραπεζών, τών αντεθνικών καί αντιφυσικών κανόνων καί αυθαιρέτων αχυροδομών τού διεθνούς Εβραιοκαπιταλισμού, αλλά τής εγχωρίας παραγωγής, τών οργανικών συμφερόντων τού Λαού μας, τών οικονομικών υποδομών ως εξυπηρετουσών τό Πνεύμα, τήν Ιδέαν καί τό Αίμα μας, επίσης δέ καί προαγουσών τήν προστασίαν τού Φυσικού Περιβάλλοντος καί τής δημοσίας υγείας εν τήι ευρυτάτηι εννοίαι – καί όχι αντιστρόφως, τήν καταστροφήν δηλαδή, ομογενοποίησιν, αφανισμόν, ρύπανσιν, αλλοίωσιν καί υποδούλωσιν όπως μέχρι τούδε. Νά επιβάλληι καί όχι νά αίρηι δασμούς καί κανόνας προστασίας τής ημετέρας, εγχωρίου παραγωγής: ο ημέτερος προστατευτισμός σημαίνει ιστορικώς ενεργόν Έθνος καί Κοινότητα, οργανικώς μάλιστα εις Βούλησιν υψηλήν εκφραζόμενα διά τής Εθνοκοινοτικής Αρχής – τό δέ αυθαίρετον διεθνές εμπόριον, υπαγορεύον τούς ιδικούς του επιθυμητούς κανόνας … «πολιτικής» (!!!) εις τούς κατά τόπους υποτελείς καί ευγνώμονας βασάλους, σημαίνει τόν σημερινόν Μαμονισμόν καί τήν νύν κρατούσαν γενικευμένην τερατογενεσιουργίαν εφ’ όλων τών πεδίων, υπό τόν αναγκαίον «εκδημοκρατισμόν», ήτοι ευνουχισμόν καί ημι-εκούσιον υπνωτιστικόν εξανδραποδισμόν καί, τελικώς, αυτοχειριασμόν τών υποδούλων του πρώην Λαών, δηλαδή τών αχρώμων, πλέον, φαιών μαζών επαιτών τού ιουδαϊκού Μολώχ.

 

 

IV. Κοινωνικαί Αρχαί.

 

α’. Ο Εθνοκοινοτισμός θεμελιούται επί των δεσμών και συναφειών του Αίματος, εξασφαλιζομένης ούτω της ωλοκληρωμένης, ιεράς καί ζώσης αυτοσυναισθήσεως της Λαϊκής Κοινότητος ως μεγάλης οικογενείας, όπου (καί μόνον!) η συμμετοχή όλων εις την ανέχειαν ή την οικονομικήν άνθησιν είναι φυσική καί αυτονόητος.

β’. Η (επιβεβλημένη!) εξασφάλισις κανονικής ή προώρου συντάξεως δεν είναι, αντικειμενικώς, δυνατή υπό τήν τρέχουσαν δημογραφικήν εικόνα του Ελληνισμού – αλλά καί τής Ευρώπης εν γένει. Πρωτίστη, λοιπόν, μέριμνα θα είναι η επίλυσις του ζωτικού αυτού προβλήματος, διά της εξασφαλίσεως εργασίας και βιοποριστικής διεξόδου διά την ελληνικήν νεολαίαν. Το πρόβλημα λέγεται δημογραφικόν – όχι συνταξιοδοτικόν!

γ’. Η μητρότης εξαίρεται και αναβιβάζεται εις το προσήκον προνομιακόν βάθρον, όπως επί παραδείγματι εν τηι αρχαίαι Σπάρτηι. Ο μαιναδισμός και ο φεμινισμός, διά των οποίων ο ιουδαϊκός Μαμμονισμός (τηι συνεργείαι του ιουδαϊκού μαρξισμού) υπέσκαψε τά πνευματικά, βιολογικά και φυσικά βάθρα της οικογενείας και του Έθνους, αναγνωρίζονται ως πρώτιστος εσωτερικός εχθρός.  Ο Ανδρικός χαρακτήρ αποκαθίσταται εις τήν καθ’ όλα τά επίπεδα ακεραιότητα καί πληρότητα διαυγούς ποιότητος καί απολλωνίου δυνάμεως, μέσωι τής νέας αναδυομένης επιγνώσεως καί τήι καθοδηγήσει τής Τάξεως τών Ευπατρίδων (βλ. κατωτέρω).

δ’. Η Ευγονία αποτελεί υψίστην βιοπολιτικήν προτεραιότητα του Εθνικού Κράτους· η δε Βιοπολιτική είναι, ως τό κατ’ εξοχήν στοιχείον αιωνιότητος εις την πρακτικήν πολιτικήν, το κεντρικόν και τελικόν σημείον αναφοράς πάσης Εθνοκοινοτικής Πολιτικής. Η αντίληψις αύτη θα ανακληθήι εις την αφυπνιζομένην συνείδησιν τού Λαού, ως προφανής βιολογική, Κοινοτική, Εθνική και αισθητική, έτι δέ περαιτέρω Κοσμική, ανυπέρθετος και πρωτίστη μέριμνα καί δεοντολογία. Εν ουδεμιάι περιπτώσει δεν θά θυσιάζεται το μέλλον εις το «τώρα», η αιωνιότης εις την αρρωστημένην ατομιστικήν εγωπάθειαν, όπως είναι η μέχρι τούδε ολεθρία κοινή δημοκρατική πράξις.

ε’. Δήμευσις όλων των κερδών εκ τοκογλυφικής ή άλλης αντεθνικής δραστηριότητος, «αεροκοπάνας» και απάτης.

στ’. Δημιουργία Τραπέζης Ανοικοδομήσεως, διά την χρηματοδότησιν τής αναμορφώσεως του εθνικού οικιστικού χώρου, υπό την εποπτείαν εις τούτο εντεταλμένου Υπουργείου Ανοικοδομήσεως. Βαθμιαίως θα προχωρήσηι η αποδόμησις των οικοδομικών και πολεοδομικών τερατουργημάτων της δημοκρατικής αταξίας, η αποφασιστική περιβαλλοντική εξυγίανσις, απορρύπανσις, αναδάσωσις, δημιουργία ορεινών υδροδεξαμενών, σιδηροδρομικού δικτύου κ.ο.κ. 

ζ’. Εισαγωγή θεσμού εθελοντικής κοινωνικής εργασίας, εν είδει χαρωπής φυσιολατρικής διαπλάσεως της νεότητος, προς διενέργειαν εκτεταμένων αναδασώσεων, εξυγιάνσεων και αναμορφωτικού, εν γένει, ανά την χώραν έργου. Ποινή θανάτου και δημεύσεως οικογενειακής περιουσίας επί εμπρηστών δασών.

η’. Συμμετοχή εις τά κέρδη όλων τών απασχολουμένων επιχειρήσεων παραγωγής αγαθών ή παροχής υπηρεσιών αναλόγως προσφοράς και ηλικίας, εκ παραλλήλου προς την αντίστοιχον συμμετοχήν εις την ευθύνην αποδόσεως εις την Λαϊκήν Κοινότητα του επιφορτισθέντος οικονομικού έργου.

θ’. Η τεχνολογία και η βιομηχανία υπάγονται εις την αρχήν της μη ρυπάνσεως καί ανακυκλώσεως.  Η έρευνα και η εφαρμογή θα στραφούν αποφασιστικώς καί ανυπερθέτως προς αντιρρυπαντικήν κατεύθυνσιν. Ομοίως και η διάρθρωσις ατομικών και συλλογικών αναγκών ενεργείας και καταναλώσεως, εν μιάι ολοκληρωτικήι ρήξει προς την κρατούσαν εγωπαθή-ατομιστικήν καί υλιστικήν-υπερκαταναλωτικήν έφεσιν, τήν επί τό ευχερέστατον αλαζονικήν νοσηράν «βολικότητα», την εν γένει  εκλύτως ευμαρή προδιάθεσιν. Η χλιδή αποτελεί στηλιτευόμενον κατάντημα και όχι πρότυπον: του Εθνοκοινοτισμού τά πρότυπα είναι λιτά, μετρημένα, αρμονικά, δωρικά.

ι’. Προάγεται η ευγενής άμιλλα και η εξοχή εις ανδρείαν αρετήν και στόχους. Η Τέχνη αλλά και η Επιστήμη συμμετέχουν εις την πνοήν αυτήν αναζωπυρώσεως. Αποπομπή της αμερικανικού τύπου βλακώδους «μεγιστοποιήσεως» («ρεκόρ»)  ανοήτων επιδόσεων (τύπου «βιβλίων Guiness»).

ια’.  Προαγωγή της παραδοσιακής Ιπποκρατικής και ολιστικής ιατρικής, αντί της σημερινής εν πολλοίς εμπορικής υλιστικής ψευδοεπιστήμης-ουραγού των συμπλεγμάτων αποπνικτικώς (διά τον Λαόν) εγκαθιδρυμένων οικονομικών συμφερόντων: ως θεραπαινίδος όχι μόνον φαρμακευτικών εταιρειών και κυκλωμάτων υποβαθμισμένων τροφίμων – αλλά μάλλον ενός ολοκλήρου αρρώστου Συστήματος, το οποίον δεν εργάζεται διά την προαγωγήν και εξευγενισμόν του είδους, όμως βεβαίως υποθάλπει και στηρίζει τήν υλιστικήν-καταναλωτικήν-αντιφυσικήν έκπτωσιν και την αντιστροφήν των αξιών, πού οδηγούν το Είδος εις τον πλήρη εκφυλισμόν! Είτε ενδιαφερομένη διά συμπτώματα αντί αιτίων και αντί αναζητήσεως και αφυπνίσεως-ενισχύσεως των αυτιατικών διεργασιών του ψυχοσωματικού οργανισμού, είτε σκανδαλωδώς παραβλέπουσα τάς πρωτουσίας (αρχέτυπα) της βιολογικής εκφάνσεως του Είδους (της Φυλής), υποτάσσουσα εκείνας εις εγωπαθείς επιδιώξεις αυτοδιαιωνίσεως ασθενών το πνεύμα, κυρίως, εσωτερικώς δυσαρμονικών βιοψυχικών ναυαγίων, νοσηρώς επιζητούντων διαιώνισιν της οίας βιολογικής/ψυχοσωματικής κληρονομικής των επιβαρύνσεως, υπό σχετικήν «γενναιόδωρον» εγκληματικήν στήριξιν εκ μέρους τού εμετικώς (αλλ’ ολεθρίως!) και πάλιν τυμπανοκρουστικώς υποκρινομένου ουμανιστοδημοκρατικού συρφετού. Το Όλον επιδεικτικώς παραβλέπεται και καταδικάζεται χάριν τού σεσηπότος μέρους, όπου καί εγκλωβίζεται η δολίως αποναρκωμένη καί εκφαρισαϊσμένη (άρα, πάλιν, εικονική!) «συνείδησις»… Δεν υπηρετείται ούτω η Υγεία, αναποδράστως συναφής προς τά αιώνια έκτυπα (πρωτομορφάς) του είδους, όπως ως ιδεώδη ελατρεύθησαν και εξυμνήθησαν κατά την Ελληνικήν Αρχαιότητα, αλλ’ ο διαστροφικώς κυρίαρχος Μαμμωνάς και το τά πάντα εξαλλοιούν αργύριον!

ιβ’. Γενικώς αποκαθίσταται πανταχού ο επιστήμων, ο καθοδηγητής, ο άρχων εις τόν ρόλον του ως εγρηγορότος πολεμιστού εφ’ όλων τών πεδίων, ως αληθούς επαΐοντος, αντί τού νύν περιωρισμένης αντιλήψεως, ορίζοντος καί ευθύνης εικονικού ρόλου (μετά μονόχνωτον προπαιδείαν) ως μηχανικού υποκειμενικού ερμηνευτού νεκρών γραμμάτων, τύπων καί δογμάτων – εις τήν καλλιτέραν περίπτωσιν…

Εν τώι αυτώι πνεύματι το σωφρονιστικόν σύστημα θα αναθεωρηθήι εκ βάθρων, καθώς και το αντιπαραδοσιακόν «Ρωμαϊκόν Δίκαιον», προς χάριν αναζωογονηθησομένου Εθιμικού Δικαίου, τού ελληνοπρεπούς παραδείγματος αρετής, τού νόμου-παραδείγματος, της ζώσης, νοήμονος προσωπικής κρίσεως σοφών δικαστών,  διεισδυόντων εις την ψυχοπνευματικήν ουσίαν τών γεγονότων, υπό παραδοσιακόν  πρίσμα – αντί των τριχοτομητών-ερμηνευτών τού … «επιστημονικού νοήματος» ενός αυθαιρέτως καθιερωθέντος ακάμπτου, αψύχου,  νεκρού  «νομικού τύπου».

 Δεν θα εκτρέφωνται ή αναπαράγωνται εγκληματίαι, προς εξαπόλυσιν εις την κοινωνίαν μετά την έκτισιν της μετεκπαιδευτικής των θητείας εις τά Πανεπιστήμια αυτά του εγκλήματος, όπως αι φυλακαί εις χείρας των αναξίων δημοκρατικών τρωκτικών κατήντησαν. Τα νέα, αληθώς σωφρονιστικά, ιδρύματα θά λειτουργούν ως μικραί κοινωνίαι, όπου οι έγκλειστοι θα εκπαιδεύωνται και θα παρατηρούνται, εργαζόμενοι και συνεργαζόμενοι, απελευθερούμενοι δέ όταν οι ειδήμονες τούς κρίνουν προς τούτο ετοίμους. Διά περιπτώσεις ανεπανορθώτους το Εθνικόν Κράτος δεν θα δαπανάι προσωπικόν, πόρους, ενέργειαν και ψυχικά αποθέματα: η αρχαία ποινή του θανάτου θα επικρέμαται ου μόνον ως τελική λύσις, αλλά και ως ισχυρόν πειστήριον κοινωνικής συμμορφώσεως.

 

Αποτελεί εξ άλλου μίαν ακόμη επιβεβαίωσιν της ενδογενούς εθνοκοινοτικής διαισθήσεως-παραδοσιακής γνώσεως/εμπειρίας καί ο εντοπισμός, μεταξύ τόσων άλλων απτών πλέον τεκμηρίων τής, καθ’ εαυτήν βεβαίως απ’ ευθείας τεκμαρτής, κληρονομικότητος τών ψυχοπνευματικών γνωρισμάτων, και του αποκληθέντος «γονιδίου της εγκληματικότητος» εις το 17ον χρωμόσωμα, φερομένου υπό των προκαθωρισμένων και αθεραπεύτων εγκληματιών.

Εν τούτοις, τά μαρξιστοφιλελεύθερα δόγματα του «μπηχεβιορισμού» εξακολουθούν ακάθεκτα να παράγουν παιδαγωγούς-ινστρούχτορας του διεστραμμένου δικτατορικού εφηρμοσμένου γενιτσαρισμού, προς διάλυσιν πάσης ένδοθεν αντιστάσεως και άρσιν πάσης εσωτέρας νοήσεως και αρχής, χάριν του (πολιτικώς ορθού!) εκπιθηκισμού των λευκών.  Η δε θριαμβική επιβεβαίωσις της θεμελιωδώς εγγενούς καί κληρομομικής φύσεως των ψυχονοητικών γνωρισμάτων, πέραν του ότι ουδόλως μεταβάλλει την πραγματικήν πεποίθησιν των κεντρικών ιουδαϊκών εγκεφάλων αλλ’ απλώς υποσκάπτει την υλικοτεχνικώς πάνοπλον ισχύν της προπαγανδιστικής των βίας, έτι μάλλον ερμηνεύει και δικαιολογεί την λυσσαλέαν των προσκόλλησιν εις την βιολογικήν υποβάθμισιν και φυλετικήν αλλοίωσιν των Αρίων.

 

ιγ’. Στόχος, γενικώτερον, τής Εθνοκοινοτικής Πολιτικής, άρα και της κοινωνικής της πλευράς ιδιαιτέρως, είναι ο εξευγενισμός και η ουσιώδης προαγωγή του ανθρώπου πρός τά οικεία πρότυπα, επί μεγίστηι ωφελείαι όλων και της Εθνοφυλετικής Κοινότητος συνολικώς και διαχρονικώς.

 

 

 

V.               ΣΤΡΑΤΟΣ.

 

 

α’. Ο Στρατός είναι ο ισχυρός βραχίων αλλά και το τελικόν εκπαιδευτήριον, το ύπατον σχολείον του Έθνους – και όχι κάποιο «αναγκαίο κακό», καθώς συνήθως οι άμοιροι τής εν παντί καί κατ’ αρχήν ισχύος τού Πολέμου («Πόλεμος Πατήρ πάντων!») θιασώται τής συγκεχυμένης δημοκρατικής συμφύρσεως, αξιακής αναστολής καί αναντιστοιχίας καί ιεραρχικής αντιστροφής  παρωδιακώς ξεφωνίζουν. Αντιστροφής της οποίας, συνηθέστατα, βοώσαν εκδήλωσιν οι ίδιοι τους, βεβαίως, καί αποτελούν – εκτραχυνθέντες καί εις επιθετικήν αυθάδειαν έναντι πραγματικών αξιών και πραγματικώς αξίων, δυνάμει της εις δόγμα «οργανώσεως» καί εις εκπαιδευτικήν αρχήν αναγωγής τής άκρας εκείνης πρώτης διεστραμμένης Ύβρεως – τής αντιστρεφούσης, δηλαδή, δημοκρατικής καταπτώσεως. Αναιρείται ούτω εκ βάθρων εντός τών υπό της πανώλης ταύτης προσβαλλομένων κοινωνιών καί ατόμων η συνενούσα εθνοκοινοτική αρχή, η εκ του κοινού Αίματος και Παραδόσεως απορρέουσα, ανερματίστως αντικαθιστωμένη δι’ ενός τερατωδώς αναρσίου (:εσωτερικώς καί εξωτερικώς ασυναρμόστου) και ψυχοπνευματικώς απολύτως νοσηρού αποκεκομμένου  εγωπαθούς «ατόμου» – ως απτής αποκρυσταλλώσεως τής βοώσης αυτής τερατώδους εκτροπής έκ τε του Πνεύματος και της Φύσεως, κατά τήν οποίαν η μόνη οργάνωσις πού δυνατόν να έχηι νόημα είναι η επί τηι βάσει κάποιου «αμοιβαίως ανταποδοτικού» καί «συμφέροντος» «κοινωνικού συμβολαίου».

     Απεναντίας, εις το Εθνοκοινοτικόν Κράτος προεξάρχει η αληθώς παραδοσιακή Εθνοφυλετική Ιδέα εν πλήρει διαπτύξει, καταξιούσης το άτομον ν’ απεκδύεται τήν εγωπάθειαν, ως εσωτερικήν εντροπικήν πέδην, και σιωπηρώς ν’ ανέρχεται την ουσιώδη κλίμακα της Ζωής, δι’ εκθύμου ετοιμότητος αυτοθυσίας – ήτις και τόν καθιστάι οργανικώς ευάρμοστον εις τοιαύτης φυσικής συνοχής και δυνάμεως οργάνωσιν, όπως ο Στρατός! Άνευ δε της αυταπαρνήσεως δέν επιτυγχάνεται ποτέ η αρτία ουσιαστική ανάπτυξις του υγιούς ατόμου ως αυθεντικής εκφάνσεως του θεϊκού του αρχετυπικού σπόρου, του οποίου είναι αυτό φορεύς.

 

 Κατά τήν υπέροχον απόδοσιν τούFriedrich von Schiller, εκ τού Wallenstein Reiterlied («Τό τραγούδι τών Ιπποτών», βλ. βιβλίον εμβατηρίων τού ΑΡΜΑΤΟΣ):

 


D’rum frisch, Kameraden, den Rappen gezäumt,

Die Brust im Gefechte gelüftet!

Die Jugend brauset, das Leben schäumt,

Frisch auf! Eh‘ der Geist noch verdüftet.

Und setzet ihr nicht das Leben ein,

Nie wird euch das Leben gewonnen sein!

              Συντρόφοι στ’ άτια, λοιπόν, χαλινά

προτάξτε τά στήθη στην Μάχη!

Η Ζωή αφρίζει, η Νιότη αψηφά

ακόμα ώς το Πνεύμα μας άρχει…

Εμπρός! Κι αν δεν ρίξτε στην Μάχ’ την Ζωή

ποτέ δεν θα νοιώστε σε σάς νάχη ’ρθή!


 

β’.  Ώστε, λοιπόν, ο Στρατός ενσωματώνει και καθιστάι απτόν το Εβνοκοινοτικόν Ιδεώδες· αλλ’ ομιλούμεν, βεβαίως, περί του Εθνοκοινοτικού Στρατού! Θα ήτο άτοπος η οιαδήποτε σύγκρισις-παραβολή εκείνου προς σημερινά εκτρώματα και ηκρωτηριασμένα κακέκτυπα στρατών. Ο Εθνοκοινοτικός Στρατός περικλείει δυνάμει το Έθνος ολόκληρον, οι δε πολίται του Εθνοκοινοτικού Κράτους είναι στρατιώται εν εφεδρείαι, πραγματικώς και όχι αφηρημένως. Ο καθ’ όλας τάς εκφάνσεις χαρακτήρ του προσδιορίζεται καί πληρούται εκ τού αναζωογονούντος τήν Κοινότητα πρωτογενούς Πνεύματος τής προαναφερθείσης Ολυμπιακής Αρχής. Αποτελεί τόν θεματοφύλακα τού Πνεύματος καί τού Αίματος, κατά τίποτε δέ δέν δύναται νά είναι άχρωμος καί άβουλος: είναι η πραγματική ενσάρκωσις ρομφαίας τών θεών μας!

γ’.   Πυρήνα και κεφαλήν του Στρατεύματος, κατά την πλήρη φυσικήν τάξιν των πραγμάτων, θα αποτελήι μία διακριτή Τάξις Ευπατρίδων, η οποία θα συνενώνηι και συνθέτηι το Εθνοκοινοτικόν Ιδεώδες καθ’ όλα του τά διαδοχικά επίπεδα: εκείνου της πνευματικής Ιδέας-Ουσίας (ή Είδους), του θυμικού επιπέδου και του φυσικού τοιούτου, εις μίαν δυναμικώς αρμονικήν, ακεραίαν καί ισόρροπον λειτουργίαν – ως οι «αληθινοί φύλακες» της Πλατωνικής Πολιτείας.

      Αντιστοίχως, θα επιτηρήι το Σώμα τούτο την αρμονικήν και λειτουργικήν συναρμογήν των τριών βασικών βαθμίδων εις τον Στρατόν, ως πρότυπον μάχιμον κοινότητα.  Η κατακόρυφος αύτη διαστρωμάτωσίς του υπονοεί την ενεργόν υπό του Εθνοκοινοτικού Στρατού έκφρασιν του Λαού, καθ’ όλας του τάς βαθμίδας συνεκτικώς δι’ αυτού συναγειρομένου  εις εγρηγορώσαν και πλήρη δυναμικήν συνάρτησιν, οργανικώς περικλείουσαν αλλά καί υπερβαίνουσαν ταξικούς [: ήτοι, εθνοκοινοτικής βαθμίδος], ατομικούς καί χρονικούς περιορισμούς. 

δ’.   Η Τάξις τών Ευπατρίδων, υπέχουσα εν ταυτώι κεντρικόν πολιτικόν και στρατιωτικόν ρόλον, και θα επιβλέπηι και εγγυάται ότι η εις τά στρατιωτικά αξιώματα ανάρρησις δεν υπόκειται είς τινα γραφειοκρατικήν ή συντεχνιακήν νομοτέλειαν, οίον μιάς καθ’ όλα πλημμελούς και αναξιοκρατικής «επετηρίδος», αλλ’ εις την πραγματικήν και αδιάλλειπτον αξιολόγησιν αληθών χαρακτήρων καί πραγματικών προσόντων καί εν γένει μαχιμότητος.

ε’.    Το σώμα των αξιωματικών είναι διάφορον εκείνου των Ευπατρίδων. Η τιμή, όμως, και η αξία του αξιωματικού εξυψούται καί διαφυλάσσεται πρώτιστα διά του Σώματος Ευπατρίδων. Πυρήνα της υποστάσεως τού τελευταίου αυτού αποτελεί ασυζητητί η εσωτερική γνώσις, η βιωματική επίτευξις και, εμφανώς, ο αταλάντευτος φωτοτρόπος χαρακτήρ. Το Σώμα Ευπατρίδων θα αποτελέσηι το φυλετικόν-βιολογικόν ομού και πνευματικόν απαύγασμα του Λαού, διά το οποίον η απεριόριστος επιδίωξις της τελειότητος και υπερβάσεως θα είναι, δυνάμει και της εσωτερικής του γνώσεως, εγρηγόρσεως και πρακτικής, αυτονόητον modusvivendi, απτή βιοθεωρία. Τοιουτοτρόπως τό Σώμα αυτό καί εκπληροί τό κεντρικόν νόημα τής αυτεπιγνούσης ανορθωτικής συνθετικής κοσμικής λειτουργίας τής εξ ορισμού (καί αρχετυπικού καθορισμού) φωτοτρόπου (σF-ελ-αής) ελληνικότητος, ολυμπιακότητος, αριανικότητος.

στ’.   Τά μέτρα καί τά σταθμά τού Σώματος Ευπατρίδων είναι πολύ υψηλά καί ασυμβίβαστα. Δέν καθελκύονται χάριν αριθμητικής αρτιότητος! Άν η ποιότης δέν είναι κάπου έστω καί δυνάμει παρούσα, δέν είναι ανακτήσιμος – μάλιστα δέ, δέν είναι ανακτήσιμος διά τής ισχύος τών αριθμών! Οι οδηγοί είναι κορυφαί, ήτοι κορυφαίαι εκφάνσεις τού είδους των καί, κυρίως, ενειλιγμέναι παρούσαι δυνατότητες, ουσιαστικώς μεμυημένοι διεκπεραιωταί πρός τόν Ουρανόν τής ολυμπιακής πρωτογενείας, Εστίαν αιωνίας αναγεννήσεως τού ιδίου μας Είδους,  ως αληθείς πρωταγωνισταί τής Κοσμικής του Ανορθωτικής Λειτουργίας.

       Τούτο καί υπογραμμίζει καί εξ άλλης, βαθυτέρας, σκοπιάς τήν υψίστην καί κρισιμωτάτην προτεραιότητα τής αναδείξεως καί διαφυλάξεως τού μοναδικού εκείνου τμήματος-κάστας, εκ τού οποίου αποκλειστικώς δύναται νά προέλθηι τό πυρηνικόν αυτό Σώμα καθοδηγητών.  

ζ’.    Η ψυχοσωματική άσκησις και η πνευματική συγκέντρωσις αποτελούν κύριον περιεχόμενον της συνεχούς εκπαιδεύσεως του πολεμιστού, του στρατιώτου. Συντονισμός, πειθαρχία, ευταξία και ευρυθμία αποτελούν θεμελιώδη ατομικά και συλλογικά γνωρίσματα των αληθών στρατιωτών. Ο εθνοκοινοτικός Στρατός αποτελεί ου μόνον αναπόσπαστον μέρος αλλά και κορωνίδα τής εθνοκοινοτικής παιδείας.

η΄.   Ο στρατιώτης έχει τιμήν και υπερηφάνειαν ως στρατιώτης, ταύτα δε συνοδεύονται και υπό αναλόγου ευθύνης και απαιτήσεως συνεπείας. Η αρχή της προσωπικής ευθύνης διαρρέει τον Στρατόν και την Εθνοκοινοτικήν Πολιτείαν ολόκληρον.

 

 

VI.           ΠΑΙΔΕΙΑ.

 

       α’.    Η παιδεία αποσκοπεί πρώτιστα εις την βιολογικήν, φυσικήν, ψυχικήν και πνευματικήν προαγωγήν καί διάταξιν-συναρμογήν του Λαού· η ανιούσα τάξις αυτών των προτεραιοτήτων υποδηλοί, ότι εκάστη αποτελεί υπόβαθρον των επομένων – και οδηγόν των προηγουμένων.

       β’.  Η εθνοκοινοτική παιδεία κατά τούτο εις ουδέν ενθυμίζει την χρησιμοθηρικήν-υλιστικήν δημοκρατικήν-προλεταριακήν τοιαύτην τής αντεστραμμένης ιεραρχίας και τού Προκρουστείου ισοπεδωτικού βιασμού της φύσεως αλλ’ αποτελεί το ζωογόνον πύρ διά του οποίου καθαίρεται και αναδεικνύεται ο χρυσός, ο χαρακτήρ δηλαδή του Αρίου Ανθρώπου.

       γ’.   Η παιδεία αποσκοπεί εις την συνειδητοποίησιν, αρμονικήν ανάπτυξιν και απεγκλωβισμόν του ατόμου εκ των περιορισμών της κρατούσης εγωπαθολογίας, μέσωι της ολικώς ανιούσης φυσικής Κοινότητος και της ενεργοποιήσεως των Ουσιαστικών της («αρχετυπικών») προκαθορισμών και δυνατοτήτων. Αι δυνατότητες πραγματώσεως της κοινής («ξυνής» καθ’ Ηράκλειτον) Ουσίας ενός Είδους (εν προκειμένωι του Αρίου Ανθρώπου) ποικίλλουν κατ’ άτομον – αλλ’ ανήκουν πάντως και οφείλονται (χρεωστούνται) εις αυτό το Είδος και την Ουσίαν του, τό Αίμα καί τό Πνεύμα υπό τών οποίων ενεσπάρησαν καί τά οποία εκδηλώνουν. 

             Η γλώσσα αποτελεί θεμέλιον τής εκδηλώσεως εις όλα τά επίπεδα· η ελληνική γλώσσα αναζωογονείται διά τής νέας φερομένης διαυγούς επιγνώσεως, εμπύρου βουλήσεως καί απαρασαλεύτου αυθεντικότητος, εκ τού τέλματος ανοησίας, συγχύσεως καί φληναφολογίας όπου η δημοκρατία τήν κατεδίκασε, καί βαθμηδόν υπό τινος αληθώς πεφωτισμένης καθοδηγούσης κεντρικής Κοινότητος αναβιβάζεται εις τό προσήκον ολύμπιον βάθρον της, ερειδομένη εφ’ όλης τής διαχρονικής της λαμπράς ιστορικής διαδρομής καί μαρτυρίας – από τού Ομήρου καί τής γραμμικής Β μέχρι τών αναβλυζόντων γαργάρων ρυάκων τής αυθεντικής δημώδους (όχι «δημοτικής»), κατά τάς ποικίλλας της αποχρώσεις καί διαλέκτους.

 

           Περιττόν νά διευκρινισθήι ότι η βαναύσως κακότεχνος τεχνητή «γραμματική» τού Τριανταφυλλίδου καθώς καί όλοι οι συναφείς ευτελισμοί απορρίπτονται εις τά άχρηστα, όπου ανήκουν.

 

        δ’.  Η ιεράρχησις κατά ταύτα ερμηνευτέα ως πρώτιστα ιεράρχησις κατά τόν βαθμόν εκδηλώσεως αυτής της Ουσίας, εις της οποίας (εκδηλώσεως) την πρόοδον ή τε εσωτερική και κοινωνική σύμφυρσις και σύγχυσις ίστανται φραγμός απόλυτος. Όθεν είναι αναγκαία η αληθής ταυτοποίησις καί ο αντίστοιχος διαχωρισμός, τόσον εσωτερικώς, εντός αυτού τού εγρηγορότος ατόμου, όσον και εξωτερικώς, εντός της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας. Τά θεμέλια τούτων τίθενται υπό της Εθνοκοινοτικής Παιδείας, της οποίας μέριμνα δεν θα είναι η άμετρος ανούσιος έκτασις αλλ’ η εις βάθος κατανόησις, διάκρισις και αληθής γνώσις.

       ε’.   Συνεπώς οι άριστοι και οι άριστοι των αρίστων βαθμηδόν επιλέγονται και, αντί να υποτάσσωνται εις μίαν χρηστικήν των βεβιασμένην μηχανικήν εξειδίκευσιν, κατευθύνονται προς την ατομικήν των τελείωσιν και ανάδειξιν ως αυθεντικών προτύπων και εκτύπων της φυλετικής μας ουσίας και ως μελλοντικών φυσικών οδηγών και ηγετών.

       στ’. Η (άπνους…) επιστήμη επίσης θα απελευθερωθήι εκ του άγους της μηχανιστικής/υλιστικής στενοκεφαλίας, βεβιασμένης συμπιέσεως εις τά πενιχρά μέτρα τής μετριότητος, ήτις ούτω καί θέτει όρους καί κριτήρια «επιστημονικότητος», κοσμικώς ανεστραμμένου αναγωγισμού (Αντιστροφής) και απυθμένου ανοησίας, θεμελιουμένη εκ νέου εις την ακραιφνή θεωρίαν των αρχαίων και την βίωσιν ταύτης, αντί του αζώου, διανοηματιστικού, ανοργανικού λογιωτατισμού (ιντελλεκτουαλισμού, ρασιοναλισμού) πού, ως ψυχρόν αιμοβόρον τέρας, νεκρώνει το πνεύμα, την ψυχήν και, τελικώς, καί την φύσιν.

        ζ’. Όχι μόνον η αρμονική άθλησις (και αι παιδιαί) αλλά και ο παραδοσιακός χορός, η αληθής μουσική και ποίησις, επί των θεμελίων της Παραδόσεως εγκαθιδρυμένα και αναβαπτιζόμενα, αποτελούν τά πλέον ουσιώδη στοιχεία της βασικής παιδείας. Η εις ομάδας ένταξις και η εσωτερική και αμοιβαία αρμονία, εφ’ όσον βεβαίως υφίστανται αι προς τούτο αναγκαίαι προϋποθέσεις φυλετικής ομοιογενείας και αντιστοίχου καθαρότητος, συμβαδίζει ιδιαιτέρως προς τούς τομείς αυτούς.

         η’. Εις τάς επιστήμας θα επιδίδωνται εκείνοι οι οποίοι όντως είναι ταλαντούχοι και προωρισμένοι δι’ αυτάς. Η επιστήμη δεν θα κατέρχεται πλέον εις το επίπεδον της «μέσης αντιλήψεως» ενός επηρμένου ακράτου ψευδο-επιστημονίζοντος συρφετού αλλά θα αναβαθμισθήι ουσιαστικώς και εκ βάθρων, αληθώς υπηρετούσα τον Λαόν, αντί να τον καταστρέφηι, και καταλαμβάνουσα εκ νέου την δέουσαν θέσιν και τάξιν της – καθώς και τήν επί της ουσιώδους Ολυμπιακής φιλοσοφίας-επιγνώσεως-θεωρίας ερειδομένην υψηλήν της γνώσιν, συνοχήν και καθέδραν.  

         θ’.  Ο επαγγελματικός προσανατολισμός και καταμερισμός ακολουθεί την φύσιν και κλίσιν ενός εκάστου (συναρτήσει κατά τά επί μέρους και των Κοινοτικών αναγκών) και όχι τον συρμόν ή το μέγιστον ή ευχερέστερον κέρδος. Θεμελιώδης φιλοσοφία του ελευθέρου πολίτου τής Εθνοκοινοτικής Πολιτείας είναι η επιδίωξις όχι του μεγίστου κέρδους αλλά της μεγίστης ευχαριστήσεως διά της εργασίας, καθ’ όσον επιτελεί έργον ευχάριστον, εφ’ όσον συμφωνεί προς την φυσικήν του κλίσιν και έχει ουσιαστικόν νόημα (παράβαλε τά σχετικά γραπτά του θείου R. Wagner καθώς καί τού F. Schiller περί πρακτικού και ουσιαστικού ρόλου της Tέχνης εις την αρχαίαν Ελλάδα), εν σχέσει πρός τήν ιδιοσυστασίαν του αλλά καί τήν λειτουργίαν του ως μέρους τής Κοινότητος καί, άρα, τής αρμονίας τού Κόσμου, πρός τήν οποίαν καί προάγεται ο συντονισμός των – και όχι δουλικήν αγγαρείαν. Οι απροσάρμοστοι εις την νέαν αυτήν εθνοκοινοτικήν πραγματικότητα είναι οι εξ αντικειμένου δούλοι εκ πεποιθήσεως – και δεν θα τους στερηθήι, πάντως, το δικαίωμα τούτο!

            Όπωσδήποτε, όμως, θα τους αποστερηθούν τά ειδικά προνόμια της νύν ισχυούσης δημοκρατικής χρηματοκρατίας, δι’ ής οι φύσει δούλοι καθίστανται άρχοντες, ατύπως ή επισήμως, δυνάμει ακριβώς τών ποταπών τους δουλοπρεπών φρονημάτων και ιδιοτελώς «πρακτικών» καί «πολιτικαντικών» γνωρισμάτων!

         ι’. Επαναφέρεται το αρχαίον μας φυλετικόν ιδεώδες του «καλού καγαθού» ως στόχου της παιδείας. Στόχου επικεντρουμένου εις το είναι – όχι εις το έχειν. Το δε διά της αληθούς εκπαιδεύσεως και αναδύσεως (μορφώσεως του ανεκδηλώτου κεντρικού πυρήνος) επιγιγνόμενον όν δεν δύναται αληθώς ν’ αποτελή παρά τήν εκδήλωσιν αυτού πού εν σπέρματι και εν τώι βάθει εξ υπαρχής ανέκαθεν ήτο: η αποστολή εκάστου είναι λοιπόν, καθώς ο Πίνδαρος καί Γκαίτε συνοψίζουν, να γίνηι αυτό πού είναι – τούθ’ όπερ και συγκεφαλαιοί την υψίστην καί καθαρωτάτην έννοιαν της Ελευθερίας, ως δικαιώματος εν αναμονήι, ως τελικού Καθήκοντος προς εαυτόν και Κοινότητα, ως οντικής «κατακτήσεως» και ως ενεργοποιητέας ακεραίας α-ληθείας – η οποία εν τέλει δεν δύναται να ειπωθήι (είναι άφατος), δύναται όμως να επιτευχθήι, να εξικνισθήι (Αγχιβασίηι) !

           Και στόχος του μαθητευομένου τίθεται να μάθηι εκ των ένδον, ανακαλύπτων και κατανοών εις βάθος, διότι αυτό το οποίον τις μηχανικώς και εξωτερικώς μανθάνει, τού είναι πάντοτε ξένον· κατά τους αρχαίους, μάλιστα, Αρίους, δηλητήριον!  Πράγμα εμφανέστατον, πλέον, σήμερον ήδη, εκ των κατερρακωμένων προϊόντων της μηχανικής δημοκρατικής παιδείας.

 

 

VII.      ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

            Η εθνοκοινοτική παιδεία έχει, λοιπόν, απτόν Κέντρον και ουσίαν: τον Άξονα–Στήλην του Όντος, την Κοσμικήν Ιρμινσούλ.

            Περί τον αυτόν όμως Άξονα στρέφεται η εν γένει εθνοκοινοτική υπόστασις, φιλοσοφία και δραστηριότης. Τούτο γίνεται σταδιακώς, κατά τρόπον φυσικόν και αυθεντικόν, δίκην αυτοπραγματώσεως του Αρίου Ανθρώπου, εις τον οποίον και η υψηλή μας Ιδέα πρώτιστα αναφέρεται. Η αναφορά εις το Αίμα, την Φυλήν και την συναφή τούτων Τιμήν γίνεται εις αυτό το πνεύμα αυθεντικότητος και αληθούς αναγνωρίσεως (Erkenntnis) – και καταδήλως αποτελεί την κεντρικήν μας Αξίαν και αναφοράν. Η Παράδοσις ανευρίσκεται, εμβαθύνεται και εποικοδομείται καθ’ όλας της τάς εκφάνσεις. Ειδικώτερον η Λαϊκή Παράδοσις αποτελεί ζώντα δεσμόν προς τον πρωτογενή αρχαϊκόν Έλληνα, τον αμόλυντον εισέτι Άριον – και θα σφραγίζηι, ομού μετά των πεφωτισμένων αυθεντικών δημιουργών, τον Πολιτισμόν της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας καθ’ όλα και απολύτως. Οιαδήποτε επιβίωσις ιχνών κατωτέρων ψυχοφυλετικών ποιοτήτων εντός τού κρατούντος Πολιτισμού, θα είναι αδιανόητος και σημείον συναγερμού.  Αυτή η κυριαρχούσα ευγένεια πρέπει να είναι το απτόν προϊόν αυθεντικής αποκαθάρσεως και ανατάσεως των ελευθέρων πλήρων πολιτών της Εθνοκοινοτικής Πολιτείας, υπό την καθοδηγητικήν επιτήρησιν του Σώματος των Ευπατρίδων· κατ’ ουδένα τρόπον δεν θα καθιερούται επιφανειακώς, συμβατικώς, δυνάμει μιάς ρηχής στυλιζαρισμένης «ευπρεπείας» υπό νέους όρους. Εδώ ανακύπτει (πρβλ. σχόλια επί Γενικής Αρχής ανωτέρω) το, καθ’ ημάς θεμελιωδέστατον, ζήτημα της εσωτερικής επιτεύξεως, παγιώσεως και της έσωθεν πραγματουμένης ανατάσεως – και Επαναστάσεως, κατ’ εξοχήν γνωρίσματα του αληθούς και πλήρους πολεμιστού.

           Ουδέν ημίμετρον ή συμβιβασμός ως προς τά ιδεώδη και τους υψηλούς μας στόχους  είναι επιτρεπτός, αν πρόκειται να νικήσωμεν: τό Όλον – ή τίποτε!

 Διά τών ανωτέρω οριοθετείται αλλά καί προσδιορίζεται η Ελληνικότης εν τήι αυθεντικότητί της, όπως καί μόνον αφοράι ημάς καί υφ’ ημών νοείται καί πραγματούται, απαρεγκλίτως καί ασυμβιβάστως! Πρός τά πνευματικά της πρότυπα καί τά αρχέγονα αιματικά φέροντα γνωρίσματα προσαρμόζεται καί κατευθύνεται, αποκαθαιρομένη, ανελισσομένη καί δυναμικώς καί απαύστως καί πολλαπλώς τόν ταύτα ενσωματούντα πυρήνα αναδεικνύουσα, η νέα μας οργανική εθνοφυλετική Κοινότης.

            Η εμπέδωσις και εμβάθυνσις των στόχων αυτών καί η πρώτη δημιουργία είναι κατ’ αρχάς μόνον δυνατή υπό δυσμενές διά την ζώσαν Ιδέαν μας καθεστώς, διωγμού και λάσπης, εν μέσωι μόνον του οποίου οι καιροσκόποι και οι υποκριταί γενικώς ουδέν θα είχον εξ ημών αμέσως να προσδοκούν – και υπό το οποίον αναδεικνύεται η ανδρεία τόλμη και η αταλάντευτος σθεναρότης, πού ιδίως χαρακτηρίζουν και διαχωρίζουν την αληθή αριστοκρατίαν εκ του όχλου.

           Εις αυτήν την εμβάθυνσιν και την διά της πρακτικής και του βιώματος εμπέδωσιν καλείται ν’ ανταποκριθήι το ΑΡΜΑ, ως ο αναδυόμενος πυρήν τής ως άνω συνοπτικώς σκιαγραφείσης σκοπουμένης Εθνοφυλετικής Αναπλάσεως, εις μίαν τόσον μεταιχμιακήν ιστορικήν συγκυρίαν: κατά την οποίαν, εν μέσωι της απειλής του απολύτου μας πνευματικού, πολιτικού και βιολογικού εκμηδενισμού ως Αρίων, στοχεύομεν απεναντίας απτόητοι εις την απόλυτον έκφρασιν της Αριανικότητος εν πλήρει νοήματι, εν πληρότητι και ελευθερίαι – υψηλοφρόνως εξακοντίζοντες το δόρυ μας προς το άπειρον.     

                                            – Σύν Διί και η Νίκη!!!  

 


ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ Η ΨΥΧΗ

 

Φρουροί εμείς Στρατιώτες

άσβεστη φλόγα η ψυχή!

Μας οδηγεί σαν ιππότες

σε μιά κορφή μυστική!

 

Δειλών και φαύλων το«πνεύμα»

δεν βρίσκει τόπο σ’εμάς ·

’μπρός προχωρούμε με σθένος

– στόχος  η Νέα Ελλάς!

 

Φαύλου θιάσου κομπάρσοι

– αίσχος η κάθε σκηνή!

Ψεύδος και δόλος κι απάτη

που κάθε ανδρεία σφαλεί …

 

Στου παγωμένου Ολύμπου

την κορφή καίει μιά φωτιά:

είν’ η ψυχή μιας Πατρίδος

που πνίγεται και βογγά!

 

 

 

Μέσ’ στ’ ατσαλένια μας στήθη

λάμπει του Ολύμπου η ψυχή ·

την προσπερνάνε τα πλήθη,

δεν την ’νογούνε πολλοί!

 

Θά ’ρθηι της Δίκης η μέρα,

θά ’ρθηι του Ήλιου το Φώς!

Πυρ της Ελλάδος καρτέρα

κι είναι σιμά ο καιρός!

 

 

 

 

 

                           


Σημείωσις: διευκρινιστέον ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν πληκτρολογήσεως τοῦ κειμένου τῆς Πολιτικῆς μας Διακηρύξεως μᾶς ἦτο εἰσέτι ἄγνωστος ἡ (μέσῳ τῶν «Windows») παρεχομένη δυνατότης ἀμέσου πολυτονικῆς γραφῆς ·  ἀπορρίπτοντες δηλονότι συλλήβδην τὴν προκρουστείως μονότονον καὶ  ἰαχβεϊκῶς μονόχνωτον γλωσσοσφαγιαστικὴν κανονοθεσίαν τῶν τσιλιμπουρδολογοπροφητῶν τῆς «προοδευτικότητας», τὴν ἠγνοήσαμεν ἐπιδεικτικῶς, ἐπιφυλασσόμενοι διὰ τὴν ὀφειλομένην μελλοντικὴν τροπὴν τῆς γραφῆς της εἰς κανονικὴν καὶ ἀκεραίαν Ἑλληνικήν.