Μουσικὰ Ἀνακρούσματα #7

Τὰ ἕβδομα «Μουσικὰ Ἀνακρούσματα» περιστρέφονται πέριξ τοῦ θέματος τοῦ Φθινοπώρου.

Ξεκινοῦμε πρῶτα ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς Κλασσικῆς Μουσικῆς:

Ἐκ τῶν τεσσάρων «ὑστάτων ᾁσμάτων» τοῦ Richard Strauß, «Ὁ Σεπτέμβριος», ἐπὶ ποιήματος τοῦ Hermann Hesse (ὑπὸ Gundula Janowitz, soprano),

εἶναι ἡ πρώτη μας ἐπιλογή – κι ἐδῶ εἶναι τὰ λόγια:

Der Garten trauert, 
kühl sinkt in die Blumen der Regen. 
Der Sommer schauert
still seinem Ende entgegen.

Golden tropft Blatt um Blatt
nider vom hohen Akazienbaum.
Sommer lächelt erstaunt und matt
in den sterbenden Gartentraum.

Lange noch bei den Rosen
bleibt er stehen, sehnt sich nach Ruh.
Langsam tut er die
müdgewordnen Augen zu.

Τὸ ἑπόμενον εἶναι τὸ Φθινόπωρον ἐκ τοῦ πασιγνώστου ἀριστουργήματος τοῦ Antonio Vivaldi  «Οἱ 4 ἐποχές», μὲ τὴν Julia Fischer ὡς πρῶτο βιολί

Μία νεώτερη ὀπτικοακουστικὴ καλλιτεχνικὴ δημιουργία φθινοπωρινῆς διαθέσεως εἶναι αὐτή: 

Κλείνουμε τὴν ἐπίσκεψί μας σ᾿ αὐτὸν τὸν χῶρο μὲ «Τὸ τραγοῦδι τοῦ Τρύγου» ὑπὸ τοῦ Πέτρου Πετρίδη:

Κι ἐρχόμαστε τώρα στὴν δημώδη μας Παράδοσι.

Ὁ θέρος (θερισμός) ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογον τοῦ καλοκαιριοῦ, ποὺ τοὔχει μάλιστα δώσει καὶ τ᾿ ὄνομα. Πολλὰ τὰ τραγούδια τοῦ λαοῦ μας ποὺ σχετίζονται μ᾿ αὐτόν, ἐπιλέγουμε λοιπὸν ἕνα ἔξοχο δεῖγμα ἐκ Γορτυνίας, τῆς βορείας/βορειοδυτικῆς ἐπαρχίας τῆς Ἀρκαδίας, «Παπαδοπούλα ἐθέριζε», σὲ ῥυθμὸ τσάμικου:

 

 

 

Παπαδοπούλα ἐθέριζε σ᾿ ἕνα δασὺ σιτάρι
ἔργους-ἔργους μωρὴ Ἀγγέλω μου, ἔργους-ἔργους ἐθέριζε.
Ἔργους-ἔργους ἐθέριζε καὶ τὰ δεμάτια δένει
καὶ στὸ δεμάτι ἀκούμπησε καὶ τὸ παιδὶ ἐγεννήθη
καὶ στὴν ποδιά της τὤβαλε καὶ πάει νὰ τὸ πετάξῃ.
Μιὰ περδικούλα ἀγνάντευε ᾿πὤνα ψηλὸ λιθάρι.
-Μωρ᾿ ποῦ τὸν πᾷς τὸν βασιλιᾶ, μωρ᾿ ποῦ τὸν πᾷς τὸν ρήγα;
ποὺ ἐγὤχω δεκαοχτὼ πουλιά, κανένα δὲν ἀρνιέμαι
κι ἂν πέσῃ ἀητὸς καὶ πάρῃ δυό, θὰ χάσω τὴν λαλιά μου
καὶ θαὔρω μαύρη καψαλιὰ νὰ βάψω τὰ φτερά μου.

Βλέπουμε ὅτι μπαίνει καὶ σ᾿ ἄλλο θέμα, ἐκεῖνο τῆς μητρότητος, προϊδεάζοντας κατὰ μεταφορὰ στὴν ἐποχή μας καὶ γιὰ τὸ κατὰ φαντασίαν «δικαίωμα τῶν γυναικῶν νὰ ὁρίζουν τὸ σῶμά τους» κάνοντας ἔκτρωσιν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ ὡς ἐὰν τὸ ἔμβρυον ἀπετέλει μέρος τοῦ σώματος τῆς ἐγκύου γυναικός…

Ἡ μητρότης ἀναδεικνύεται καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τραγοῦδι τοῦ θέρου, ποὺ τραγουδοῦσαν ἀντιφωνικῶς οἱ θερίστριες – πρὸ τῆς ἀστυφιλίας, τοῦ μοντέρνου «πολιτισμοῦ», τῆς «γενικῆς παιδείας» καὶ «προόδου», τότε ποὺ δὲν ὑπῆρχε κἂν ἀκόμη MTV γιὰ τὴν … μουσικὴ καὶ λοιπὴ καλλιέργεια τῆς νεολαίας!!! Τὸ τραγοῦδι ἀποδίδεται ἀπὸ μιὰν ἔξοχη καὶ τελείως παραδοσιακὴ φωνή, ἐκείνην μιᾶς ἁπλῆς γυναικὸς τοῦ λαοῦ, γόνου νομάδων κτηνοτρόφων ἐκ Τριποτάμων Καλαβρύτων, τῆς Ἀννέτας Γεωργουλοπούλου – ἀπολαῦστέ το καὶ μελετήστέ το ὡς ἕνα συγκινητικὸ μνημεῖο αὐθεντικῆς παραδοσιακῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς:

Οἱ θερινὲς κάψες, ποὺ τελειώνουν σιγά-σιγά, ἐναλλάσσονται πλέον συχνότερα μὲ θεαματικὰ ξεσπάσματα, βροντώδεις ἀνανεώσεις τῆς Φύσεως, τὶς καταιγίδες· μίαν τέτοιαν ἀποδίδει ὁ ἔξοχος παραδοσιακός μας Κρητικὸς καλλιτέχνης, ὁ μοναδικὸς Ψαραντώνης: 

Κι ἀπὸ κοντὰ ἕπεται τὸ Φθινόπωρον ἢ ὁ Χινόπωρος, κατὰ δημώδεις μας διαλέκτους, ὡς προοίμιον τοῦ Χειμῶνος. 

       γῆ ἔχει πιξεραθῆ ἀπτλιοπρι κατννυδρία κι εναι πιδιψασμένη γιβροχή, τν δφυλλοβόλων δένδρων οφυλλωσιὲς κιτρινίζουν, κοκκινίζουνρισμένες, μάλιστα δτςξυς, τςποίας τὰ ὀρεινδάσηποτελον χάρμαφθαλμοκιμεταβολή τους εναι θαυμαστή, ἐν τέλει δκαπέφτουν κατάχαμα, σνναςξαίσιος φυσικς τάπητας, σκεπάζοντας κικτρέφοντας τνπόμενο πιὰ κύκλο τς Ζως – ὡς μικροοικοσύστημα γιὰ ἔντομα καζωύφια κις λίπασμα γιτν πανίδα, ὥστενέος κύκλος τςέναης Ζως τς Φύσεως ν᾿ ἀρχίσνὰ ἐπάζεται. 

     

Κι ἔρχονται σιγά-σιγὰ κι οἱ πιὸ κανονικές βροχὲς μετὰ τὰ ἐξιλεαστικὲς τῶν ἀφορήτων καυσώνων ἠλεκτροφόρες μπόρες, πρῶτα ὡς ψιχάλες, μετὰ πρωτοβρόχια κατελικς ὁλόκληρες βροχερὲς περίοδοι, μτνλιο νὰ ἐμφανίζεταινδιαμέσως, χωρς καθόλου τνφόρητηκείνη θερινήν του κάψα τομεσημεριοῦ ἀλλπολπερισσότερο τώρα πιὰ ποθητς καπεριζήτητος, μάλιστα δκαθς προσεγγίζουμε τν χειμνα

       

Ὅμως γιὰ τοὺς κατ᾿ ἐξοχὴν κτηνοτροφικοὺς πληθυσμούς, νομάδες καὶ ἡμινομάδες, τὸ φθινόπωρο σηματοδοτοῦσε καὶ τὴν μετακίνησί τους μὲ τὰ κοπάδια τους ἀπὸ τὰ ὀρεινά τους «ξεκαλοκαιριά» στὰ «χειμαδιά»· μάλιστα ὁρόσημο ἦταν τ᾿ Ἅη Δημητριοῦ, 26η Ὀκτωβρίουσὺν 13 ἡμέρες ἀκόμη, μὲ τὸ παληὸ ἡμερολόγιο.

Ὡς πρῶτο τοῦ εἴδους θ᾿ ἀκούσουμε ὡς ἀργὸ σαρακατσάνικο τσάμικο τὸ «Παιδιά ᾿μ᾿ ἦρθ᾿ χινόπωρος» ἀπὸ τὸν ἔξοχο σαρακατσᾶνο τραγουδιστὴ Νῖκο Λαδιᾶ, ποὺ πατάει καλὰ στὰ βήματα τοῦ θρυλικοῦ Νίκου Γιαννακοῦ (πρβλ. https://www.youtube.com/watch?v=YoZsU2E-rW0), συνοδευόμενο ἀπὸ τὸν ἐξαιρετικὸ σαρακατσᾶνο κλαρινίστα Τσουμάνη Ἀλέξανδρο:

Προτοῦ συνεχίσω, παρενθέτω κάτι ἀκόμη ἐκ τῆς ὡς ἄνω φοβερῆς κυρίας Ἀννέτας Γεωργουλοπούλου, καθὼς φέρει τὰ στοιχεῖα τῆς ἐγγενοῦς περηφάνειας τοῦ ἀδαμάστου Ἕλληνος κτηνοτρόφου: 

Ἂς πᾶμε τώρα στὴν πανώρια περιοχὴ τοῦ Ἀσπροποτάμου (Κεντρικὴ Πίνδος), ν᾿ ἀκούσουμε πῶς ἀποδίδει τὸ ἴδιο θέμα ὁ Σωτήρης Τόγελος, μαζὶ μὲ τὸ ἐξαιρετικὸ κλαρῖνο τοῦ Σωτήρη Σγούρου στὸ «Γιώργη ᾿μ᾿ ἦρθε χινόπωρος»: 

Καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ συγκρότημα τοῦ Σωτήρη Σγούρου, μὲ τραγουδιστὴ τὸν Σωτήρη Γοργογέτα, ἔχουμε μιὰν ὁλόκληρη σκηνοθεσία ἀπὸ τὸ 1985 μὲ τὶς φθινοπωρινὲς ὀμορφιὲς τοῦ Ἀσπροποτάμου,

 μὲ τὸ τραγοῦδι τῆς τάβλας (κλέφτικο) «Μᾶς πῆρεν ὁ Χινόπωρος». Μία ἄλλη ἐνδιαφέρουσα ἐκτέλεσίς του ἄνευ ὀρχήστρας ὑπὸ τοῦ Ἀριστείδη, ἀδελφοῦ τοῦ Σωτήρη Σγούρου, καταγραφεῖσα τὸ 1981, ἀνευρίσκεται ἐδῶ https://www.youtube.com/watch?v=YEuNnWnuaaM

Οὐσιαστικῶς τὸ ἴδιο τραγοῦδι ἀποδίδει μὲ ταὐτόχρονο ὁδοιπορικὸ περὶ τὸ Βουτσικάκι Ἀγράφων ἡ σπουδαία φωνὴ τοῦ Γιώργου Τζαμάρα ἐδῶ

, ὑπὸ τὴν συνοδείαν κάπως νεωτεριζούσης ὀρχήστρας – ἐν τούτοις ἔχουμε ἀκούσει καὶ πολὺ χειρότερα καὶ ἡ ὅλη ἐκτέλεσις δὲν εἶναι καθόλου ἄσχημη, ἂν ἐξαιρεθῇ ἡ ἄκρως ἐκνευριστικὴ ἠλεκτρικὴ κιθάρα καὶ κάποιες ἄστοχες «οὐρὲς» τοῦ ἁρμονίου… Στὸ ἴδιο βίντεο ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ μία παραδοσιακὴ ἐκτέλεσις παραλλαγῆς τοῦ τραγουδιοῦ σὲ ῥυθμὸ «στὰ τρία», ἀποδιδομένη ὑπὸ τῆς συγκλονιστικῆς φωνῆς τῆς σαρακατσάνας Παναγιώτας Γρίβα.

Ὅμως ὅταν ἔκλεινε ὁ καιρὸς γιὰ τὰ καλά, δὲν κατέβαιναν μόνον οἱ νομάδες ποιμένες ἀπὸ τὰ ψηλὰ βουνά, κατέβαιναν κι οἱ ἡρωικοὶ Κλέφτες! Τὰ τελευταῖα τῶν ὡς ἄνω τραγουδιῶν ἄλλως τε, δι᾿ ἐλαφρῶν παραλλαγῶν, ἀναφέρονται καὶ στοὺς Κλέφτες, ποὺ πλέον ἐγκαταλείπουν τὰ ὀρεινά τους λημέρια γιὰ νὰ ξεχειμωνιάσουν χαμηλότερα.

Ἐπειδὴ δὲ ἀκολουθῶ τὴν κυκλικὴν καὶ ὄχι τὴν γραμμικὴν κοσμοθεωρίαν, θὰ ἐπανακάμψω εἰς Ἀρκαδίαν μὲ τὸ ὑπέροχο κλέφτικο τραγοῦδι «Τῆς νύχτας οἱ ἀρματωλοὶ καὶ τῆς αὐγῆς οἱ κλέφτες», ἐκτελούμενον ὑπὸ τοῦ Δήμου Στρέμπα εἰς ἀφιέρωμά του εἰς τὰ Νταραίικα (ἐκ τῆς Δάρας δηλαδή): 

Κατὰ μίαν τῶν παραλλαγῶν τὰ λόγια εἶναι:

Τῆς νύχτας οἱ ἀρματωλοὶ καὶ τῆς αὐγῆς οἱ κλέφτες
ὁλονυχτὶς κουρσεύουνε καὶ τὴν αὐγὴ κοιμῶνται,
κοιμῶνται στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ στοὺς παχιούς τους ἤσκιους.
Εἶχαν ἀρνιὰ καὶ ψένανε, κριάρια σουβλισμένα,
εἶχαν κ ἕνα γλυκὸ κρασὶ ἀπὸ τὸ μοναστῆρι,
εἶχαν καὶ σκλάβαν έμορφη καὶ τοὺς κερνάει καὶ πίνουν.
«Κέρνα μας, σκλάβα, κέρνα μας γεμᾶτα τὰ ποτήρια,
κι ἐκεῖνον(ε) ν᾿ ὁποὺ ἀγαπᾶς γιὰ διπλοκέρασέ τον,
 
καὶ στὸ δικό μου τὸ γυαλί, ῥίξε σπειρὶ φαρμάκι,
γιὰ νὰ τὸ πίνω βράδυ αὐγή, αὐγὴ καὶ μεσημέρι,
νὰ κατακάτση ὁ πόθος μου, πόθος ποὔχω γιὰ σένα.

Κλείνω τὸν κύκλον καὶ τοῦ Ἀσπροποτάμου, μὲ μίαν αὐθεντικὴν Πίνδειον ἐκτέλεσιν τοῦ γνωστοῦ «Χορεύουν τὰ Κλεφτόπουλα»:

καὶ τὴν ἀντίστοιχη τοῦ Νίκου Γιαννακοῦ, ἐπίσης ἐκ τοῦ πινδείου μας κύκλου: