Εμβατήρια εθνοκοινοτικού δεσμού ΑΡΜΑ

ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟ ΑΡΜΑ:Το Τραγούδι των Ιπποτών 

 Εμπρός! Στο Άρμα της Μάχης εμπρός!

με τους ίππους εμπρός στα πεδία·

της Δουλείας εκεί ώς τρίζει ο αρμός

μετριέτ’ η καρδιά κι η ανδρεία.

Τον Άνδρα ώς μονάχο στ’ αλώνια καλεί

της Αλήθειας η Ώρα, γυμνή είν’ η ψυχή.

Το λεύτερο έχ’ απ’ τον κόσμο χαθή

το Πνεύμα· οι αφέντες κι οι δούλοι

περίτεχνη υφαίνουν με Ψέμμα πλοκή

δολεροί, δειλοί, ραδιούργοι:

Στα μάτια να ιδή πού τον Χάρο τολμά

’νογάει, ο Μαχητής μοναχά, Λευτεριά!

Σκοτούρα δεν στρέχω να στεριωθή
-ελαφρύς στής Μάχης τον Δρόμο,

στής Μοίρας καλπάζω την άγρια καμπή,

πού σήμερα ή αύριο ανταμώνω:

κι αν αύριο μ’ εύρη, τ’ ατίμητο άς πιώ

του χρόνου τ’ απόπιωμα τώρα κι εδώ!

Τ’ Ουρανού είν’ ο κλήρος χαράς τιμή,

χωρίς αγκομάχη και ψόγο,

ελαφριά· τ’ αγκομάχου η δούλα ψυχή

για πλούτη ανασκάπτει με μόχθο:

Φτυαρίζει, σκάβει φωλιές στην Γή
-ώς ότου ο ίδιος στον λάκκο του μπή!

Ο Ιππότης και τ’άτι του το γοργό

φοβέρα και τρόμος στις φιέστες·

στο μέγαρο ώς μπαίνουν το γιορτινό

απρόσκλητοι είν’ επισκέπτες!

Χωρίς γλυκόλογα, δίχως φλουριά

την κόρη αρπάζει και πάει στα βουνά!

Γιατί κλαψουρίζει η εταίρα γοερά;

να φύγουμε έφθασ’ η ώρα!

Δεν έχει ο ιππότης γι’ αγάπη καρδιά

μιά μόνη, μά ούτε μια χώρα:

της μοίρας τροπές ’πό κεί κι από ’δω

η ανδρεία βουλή του δεν έχει χωριό!

Μεταίχμιο του Κόσμου του Ξίφους η ακμή,

χαρήτε του Ξίφους οι αρχόντοι.

Οπού συμπαγής κι αταλάντευτη αλκή

’μπροστά του υποκλίσεων βρόντοι.

Κορών’ ουδεμιά είναι τόσο υψηλή

στον εύτολμο ανέφικτη Μαχητή!

Συντρόφοι στ’ άτια, λοιπόν, χαλινά

προτάξτε τά στήθη στην Μάχη!

Η Ζωή αφρίζει, η Νιότη αψηφά

ακόμα ώς το Πνεύμα μας άρχει…

Εμπρός! Κι αν δεν ρίξτε στήν Μάχ’ την ζωή

ποτέ δεν θα νοιώστε σε σάς νάχη ’ρθή!

Στίχοι-Μελωδία: Κατά το «Reiterlied» τού Friedrich Schiller

ΑΡΜΑ: Τής αλκής η Στρατιά γεννιέται!

Βορηάδες ζώνουν, νέφη πυκνώνουν – τά όρη ανταριάζουν·

λόγγοι σφυρίζουν, δένδρα λυγούν – οι δειλοί κι οι φαύλοι ωχριούν.

Του Κεραυνού προσταγή καρτερούν

οι Χρυσαετοί πού απ’ τά όρη χυμούν·

αστράφτουν λόγχες και μάτια αετών – καρδιές παλληκαριών.

Βροντά κι αστράφτει τώρα μένος κι οργή

– έφθασ’ η ώρα: Εμπρός! Στην Γραμμή!

Η θλίψι, ο πόνος γίναν σθένος / κι η οργή μας είν’ σπαθί

καρπόν η ρίζα δίνει ίδιο – ωρίμασε κι η μπόρα– νά! το ΑΡΜΑ μπροστά μάς καλεί!

Της Προδοσιάς τ’ αργύρια τώρα βέλη ’γίναν της Οργής

μ’ ιαχές, τραγούδια Μάχης – η στρατιά γεννιέται της Αλκής!

Φάλαγγες σμίγουν, λάβαρα στήνουν – σε Πύργους φρικτούς!

Σάλπιγγα ηχούνε, μόνον καλούν – της Τόλμης τους άλκιμους γιούς!

Του Ήλιου είν’ αυτοί καί τς αντάρας παιδιά

Αίμα Ελλήνων κι Ηρώων γενηά·

την προσταγή στην καρδιά τους κλειούν – νήμα χρυσό ’νογούν.

 Σαν τρέμει ο Κόσμος –δέος- και σειέτ’ η γή

τήν μοίρα αδράσσουν: μόνον οι Αετοί!

Οι αρμοί με σφρίγος ξανανιώνουν, των Αιώνων η πυγμή

στον νηό πολεμιστή βλασταίνει – σ’ ΑΡΜΑ ορθός πού στέκει – και

της Νίκης αχτίδες κρατεί

πού αυτόν οΉλιος φέγγει πού ποτέ δεν σβήνει του η θωριά:

ανίκητο ένα Σέλας πού ήρθ’ απ’ την Πατρίδα τού Βοριά!

 Μουσική: Κατά το Γερμανικόν εμβατήριον  των Panzergrenadiere

ΩΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΟΙ ΡΟΔΑΚΤΙΝΕΣ

Ώς του Ήλιου οι ροδακτίνες

’ματοβάφαν το βουνό

προχωρούσαν οι στρατιώτες

στην πλαγιά ένα δειλινό. (δίς)

Θλιβερά ήσαν τα τραγούδια

 πένθιμη η μουσική

και αργόσυρτο το βήμα

ναί – ήταν νεκρική πομπή!

Μέ την όψι ανταριασμένη

απ’ τής μάχης τον θυμό

κατεβάζαν μέσ’ στον τάφο

έναν σύντροφο νεκρό…

Τρείς φορές ομοβροντήξαν

στον αέρα ντουφεκιές

και τα χέρια ανατείναν

με πολέμου ιαχές.

Στην μητέρα «ο γιός σας», γράφουν

σ’ υστερνό χαιρετισμό

«έχει πέσει για Πατρίδα

για Εθνικοσοσιαλισμό».

Μέσ’ στο σούρουπο οι σημαίες

ανεμίζανε φρικτά

κι απ’ τα χείλη εφτερουγίσαν

τέτοια λόγια μαγικά:

«Μάταια και σύ δεν έχεις

σύντροφέ μας σκοτωθή·

τον Αμάραντο οι θυσίες

ανεβάζουν νικητή.

Η σκιά σου συντροφεύει

κάθε αγώνα μας ιερό

ώσπου το αίμα μας ρυάκι

να γενή και μάς πηχτό.

Οι λαγκαδιές της Θεσσαλίας

Του Μυστρά μας το καστρί

κι οι κορφούλες του Ολύμπου

αυτά ας έχουνε ζωή

Και το Αίμα μας Αιώνιο

και νεκρό είναι Ζωντανό

λάμπει καίει κι αφυπνίζει

νιότη όλο και παλμό!

Κι οι παλμοί είναι του παιάνος

κι η λαμπράδα του Αητού

και ο ύπνος που ταράσσει

του καλοθρεμμένου αστού.»

Ώς του Ήλιου οι ροδακτίνες

εμηνύσαν την Αυγή

στην φωτιά ξαναχυμήξαν

με μια πίστη και μια ορμή!


Μελωδία: «Als die gold’ne Abendsonne».

ΡΟΔΙΝΗ ΑΥΓΗ

Δές ’κεί βαθιά μέσ’ στην ρόδινη αυγή

του Ήλιου την θεία ματιά·

στήν μάχη ώς κινούμε, μια ορμή μυστική

μάς λυώνει σε μία καρδιά.

Τον Χάρο αψηφούμε, χυμούμε στην Μάχη

του Ήλιου η φλόγα μάς καίει τα πάθη

Συναγερμός!
(δίς)

Χίλια φίδια μας ζώνουν παντού

το αίμα μας όλα να πιούν!

Μιαίνουν, συνθλίβουν τους γιούς τού Αητού,

απάτη και ψέμμα διοικούν.

Οι σάπιοι του Σκότους, του όχλου οι μικροί

ριγούνε και τρέμουν στην σάλπιγγ’ αυτή:

                            Συναγερμος!

Τρέμε Ιούδα, τρέμε Σιών

η Αυγή του Αητού δεν αργεί!

Η αίγλη σου σύ βασιλιά των νεκρών

εξαίφνης τελειώνει εκεί…

Αητοί ’κεί πού κρώζουν – πού σάλπιγγα ηχεί:

«ώ ξύπνα Ελλάδα και σύρ’ το σπαθί!»

                         Συναγερμός!

Ανάλκιδες, φαύλοι τα σκήπτρα κρατούν

Ο Εβραίος μ’ αυτούς ενεργεί!

Ριψάσπιδες, δούλοι πιστά υπηρετούν

Του ραγιαδισμού την ντροπή!

Ραγιάδες σκορπίστε, χαθήτε απ’ την γή

Πού τώρα σαρώνει τ’ Αητού η μορφή!

                       Συναγερμός!
 

Μελωδία: «Volk ans Gewehr!».

ΣMΗΝΗ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

Ξέρω μιά χώρα μυστική

επάνω στο Βορρά

εκεί ‘ν’ του Ήλιου η κρυφή

κι ατέλειωτη χαρά.

Εκεί είν’ ο Ήλιος μόνος Αρχηγός

κι ο πόλεμος αυθεντικός            (δις)

Σκότη πηχτά λυσσομανούν

με μουγκρητά φιδιών·

νέγροι, μογγόλοι αποτελούν

στίφη τυμπανιστών.

Τυμπανιστών της κόλασης συρμών
κι Οβρηών του Σκοταδιού πιστών!

Απ’ την Βαλχάλλα σμήνη ορμούν

ηλιακών αιχμών·

είν’ οι αιχμές που τις κρατούν

τάξεις Στρατιωτών.

Στρατιωτών πιστών αγωνιστών

και του Ηλίου των παιδιών!

Η Λήθη απόκοτα καλεί

τα σκότη τα νωθρά·

της Μάχης Σκέψις υψηλή

αλήθεια που νικά.

Νικά, ώς μέσ’ σέ Νύχτα βορεινή

ο Ήλιος μεσουρανεί!

Βόηθα Πατέρα τήν ορμή

στής Μάχης τήν Στιγμή·

-ο Απόλλων ας πρωτοστατή

με κόψι αστραφτερή.

Αστραφτερή αιχμή του Σκοταδιού

Πολέμου λόγχη μαγικού!

Ποτάμι πύρινο ορμά

σάν λάβα στήν κορφή·

λιθάρια, χώματα σκορπά

στην μέρα γιά νά βγή.

Στην μέρα πού στον πάγο περπατεί

φωτιά και φώς, λευκή ψυχή!


Μελωδία: «Der Fuhrer ruft».

ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Φυσά ο βορηάς παγώνει, το χώμα το σκληρό

ο αγρότης που οργώνει χωρίς αναπαμό!

Σπέρνει πλαγιές και κάμπους μ’ ιδρώτα και σπυρί

καρπούς γλυκούς στους κόπους ματαίως καρτερεί!

Οι τράπεζες, οι Έμποροι κι οι ψεύτες στη Βουλή

μας ζεύουν σαν τους δούλους, μας πνίγουν την φωνή

την ψήφο μας γυρεύουν, χαράτσι απαιτούν,

σ’ Οβρηούς χρηματεμπόρους τον μόχθο μας σκορπούν!

Μας παίρνουνε την γη μας, μας στέλνουν στην ουρά

σ’ αράπηδες και ξένους προσφέρουν την δουλειά!

Δουλειά που τα παιδιά μας δεν βρίσκουν και πεινούν

-παρηγοριά τα δίνουν ναρκωτικά να πιούν…

Παιδιά δικά τους είναι οι τόκοι- κι εγγονοί

των τόκων νέοι τόκοι, σπορά διαβολική!

Τον πλούτο μας σκορπίζουν, την χώρα ξεπουλούν

τους μένει τώρα μόνο το αίμα να μας ρουφούν!

Ποιμένες και ξωμάχοι στους κάμπους στα βουνά

τον φλάμπουρα του Αγώνα σηκώνουμε ψηλά!

Το Έθνος μας ενώνει, το κόμμα διαιρεί

και με χαλκά απ’ τη μύτη στο χάος μας οδηγεί…

 Ζευγάρια στον κομμάτων το άρμα η αγροτιά

να μην υπολογίζουν πως θα γενεί ξανά!

Κι ούτ’ άλλο μας γελούνε πράσινοι και μπλέ

κι ούτ’ αγροπατέρες με κόκκινο μπερντέ!

 Τους φίλους τους ας βρίσκουν αυτοί στις διεθνείς

Οβρηών και τοκογλύφων, πατρώνων τους ολκής…

Ας φύγουν στις Βρυξέλλες και στην Αμερική

γιατί ταχειά ξυπνάει η δόλια μας Φυλή!

Μελωδία: «Es pfeift von allen Dachern».

Ο ΟΔΗΓΟΣ

 Στα πλάτη όλου του Κόσμου

όπου κι αν έχω βρεθή

του Αίματος ειν’ οδηγός μου

η Πίστις η Φωτεινή.

Ο Αητός πού τα ουράνια σχίζει

του κράνους κοσμεί την κορφή

στις κόγχες μέσα φλογίζει

τα’ αητόματου η αστραπή.

Φοβέρες, διωγμοί που παγώνουν

δειλούς κι η οχλοβοή

του πλήθους των δεν μερώνουν

το μένος τού Μαχητή.

Η τόλμη, το μάχιμο πνεύμα

κι ο αρχέτυπος είμ’ Οδηγός

καρδιάς ατρόμητης νεύμα

Λευκής Τιμής ο Φρουρός.

Μελωδία: «Holger Danske».

ΦΟΒΕΡΑ ΚΙ ΟΡΓΗ

Φοβέρα κι οργή στους λειμώνες

στην θύελλα σφυρά η λαγκαδιά·

καννάβι και αίμα οι χιτώνες

τυλίγουν τα νέα παιδιά.

Κι αν όλα συντρίμμια θα γίνουν

εμείς προχωρούμε εμπρός!

Απόψ’ η νύχτα σφαδάζει

γιατί αύριο τη σβιή το φως.

Κι ώς τρίζουν βαρειές αλυσίδες

σπαθιά αναστημένα τα σειούν,

παληών πολεμάρχων οι ελπίδες

παιδιά που πορφύρα φορούν.

Πορφύρα είν’ τ’ αρχαίο το αίμα

μαρμάρου ανδριάντ’ αναστεί

-οι αρχαίες ψυχές ξαναζούνε

στου Ήλιου τον νιό μαχητή.

Μας θέλουν μαννάδες και θείες

κρυμμένους στα υπόγεια βαθειά·

μα οι τάφοι κι οι ζώσες κηδείες

ταιριάζουν στα ψόφια κορμιά!

Πολέμου κλαγγές σαν ηχούνε

μιά σάλπιγγα μυστική

υπάρχουν καρδιές που ακούνε

-παιδιά με θεών ψυχή!

Απόλεμοι κράχτες ειρήνη

κι αγάπη μαζί διαλαλούν·

μόν’ στ’ Άρια παιδιά αυτή δέ δίνει

ανάσα και χώρο να ζούν!

Χωράει έναν Ήλιο η καρδιά μας

και ’μάς δεν χωράει όλ’ η γη!

-Απόλεμοι κράχτες χαθήτε

συρθήτε στην καταπακτή!!!

Μελωδία: «Es zittern die morschen Knochen»

ΜΙΑ ΝΕΑ ΝΙΚΗ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΑΥΓΗ


Όταν ο Ήλιος λάμπει στους ουρανούς

όταν η πίστις οπλίζει τους αετούς

τότε τα σκότη σκορπούν με μιάς και χάνονται απ’ την γή

μιά νέα νίκη ανατέλλει την αυγή.

Όταν πυρήνες αγνών παλληκαριών

γίνονται νέες εστίες αγωνιστών

-τότε, τα πλήθη δειλών, ραγιάδων, φαύλων ξεψυχούν

και πρός την μάχη οι αετοί εφορμούν.

Όταν τα στήθη πυρώνει ιερή οργή

τότε τα ξίφη κραδαίνει η αρετή,

για νέες νίκες οι αγωνισταί με σθένος εξορμούν

σάπιοι και φαύλοι με τρόμο υποχωρούν.

Τους σάπιους λιώνει του Ήλιου μας το Φώς

τους φαύλους διώχνει απ’ την γή μας ο Ουρανός

κι η νέα Πίστις σαν φλόγα τήν δειλίαν εξατμεί

και σέ σπαθί την ψυχή σφυρηλατεί.

Θυσίας πνεύμα του μαχητού η ζωή

κι ο θάνατός του Τιμή και Ζωής πνοή

προς την Πατρίδα, που νέφη πνίγουν κι όχλοι την πατούν

-όχλοι που ωχριούν ώς οι αετοί εφορμούν!

ΚΛΕΦΤΙΚΟ

Κι αν έλθουν μπόρες κι αν έλθουν τυφώνες

κι αν έλθουν κύματα και κεραυνοί,

δεν σκιάζονται οι δοσμένοι σ’ Αγώνες

-τους σάπιους φόβος στην γη τους σφαλεί.

Υυ! Έχ, μωρέ, σαν σάπιους του ουρανού μωρ’ οι κρουνοί ξεπλύνουν

έχ, μωρέ, διαμάντια θα ’ν’ οι βράχοι ορθοί όσοι θα μείνουν!

Κι αν την ψυχή μας οι γύφτοι περιζώσαν

και την Φυλή μας φαρμάκια κερνούν

-κι ο Χάρος με δρέπαν’ ακονισμένα

κι οι Οβρηοί στον βούρκο με βιά την κρατούν –

Υυ! Έχ, μωρέ, κι αν μια βολά, μωρέ, ο Αητός λευτερωμένος

Ιέχ μωρέ, με Μάχης ιαχές στον Ουρανό σ(η)κωμένος!

Ωχριούν των γύφτων οι εσμοί κι οι Εβραίοι

κι οι φαύλοι όσοι δουλείαν πουλούν!

Και σπεύδουν να σωθούν τρομαγμένοι

-δρεπάνια πιά και σφυριά δεν κρατούν…

Υυ! Έχ, μωρέ, να πιούν τους Αητούς παρακαλώντας

Έχ, μωρέ, του Ύπνου στήν γη θολόνερο γυρνώντας…

Στην γη γυρνώντας «νερό» δεν γυρεύουν

οι Αητοί – του Εβραίου την σάπια τροφή!

Του Ύπνου βοτάνια άλλο πια δέν σε σώζουν

Οβρηέ, ποιός ξέρει αν σε σώζει η φυγή!

Υυ! Έχ, μωρέ, γιατί οι Χρυσοί Αετοί για έφοδο διψούνε

Ιέχ, μωρέ, τους γύφτους με σπαθιά και κεραυνούς σκορπούνε!

ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΔΡΕΙΑΣ

Σαν όλοι φαύλοι γίνουν κι η Πίστι έχει σβηστή

η φλόγα της καρδιάς μας άσβεστη μια κρυφή

σημαία ξαναϋψώνει στ’ αθέρια του Ουρανού

αητοκέλευστα ύψη, Ρομφαία Ψυχής και Νου.

Σαν άπιστοι όλοι γίνουν κι η Λήθη στεριωθή

μιά Φλόγα από τις σπίθες του Νού μας καρτερεί

θρεμμένη απ’ της καρδιάς μας την θέρμη σε ψηλές

κορφές-φρούρια να υψώση Σημαίες μαγικές.

 Κανείς μας μή λυγίση σε μέρες χαλεπές!

Παράφωνες τρομπέτες, αλλοιώσεις τρανταχτές

εμάς πια δεν ταράζουν, σταλιά δεν μας πτοούν

– οι νάνοι όσο κι αν σκούζουν, οι Αιώνες καρτερούν!

Καρτέρι στη Ελπίδα, Εκδίκησι κι Οργή

πώς μιά δροσοσταλίδα και μιά σπίθα Χρυσή

κι ο Ήλιος της Φυλής μας ξανά των Αετών

την δυναστεία φέρνουν, θεiκών δημιουργών!


2/10/98

Μελωδία:«Wenn alle untreu werden»

Τ’ ΑΗΤΟΥ Ο ΔΡΟΜΟΣ

Τ’ Αητού στους αιθέρες δεσπόζ’ η μορφή

τον Ήλιο ευθύς που ατενίζει·

ρομφαία στα στήθη του είν’ η Ψυχή

σε Στρατιωτών σώματ’ ως σφύζει.

Τ’ Αητού η ματιά είναι προσταγή

σ’ αυτούς που ο Αγών μόνον κι η Τιμή

Νόημα κι Αιώνες ενώνουν

μυχίως πυρώνουν

τον Κόσμο και τον ξανανιώνουν

άλκιμο νιό τον στυλώνουν.

Η τύρβη του όχλου κι η κυκλοθυμιά

κι ο νούς πού ασκόπως αλαίνει

εμάς δεν ταράζει την στέρεη καρδιά

που μέριμνες κι άγχη σιωπαίνει:

ευθύτης ο Δρόμος είν’ του Αητού

Ξανοίγει ώς το βλέμμα, ώς τον άτρομο νου,

Πυρά πού μαζί μάς συντήκει

ώς τον Ήλιο, ώς την Νίκη

Πύργους στήν Μάχ’ μάς ορθώνει

φλόγα λαμπρή που μάς ζώνει.

Λαμπάδα το σώμα και φλόγα η Ψυχή

κατέχει το λεύτερο νεύμα

που ευθύς ανυψώνει τον νιό Μαχητή

(ώ)ς τ’ Αητού το χρυσό το Πνεύμα:

Ολύμπια πετάγματα φωτεινά,

μ’ ατρόμητο φρόνημα στην καρδιά,

τους σάπιους ’ξοπίσω αφήνουν

κι όσους μολύνουν

του Ήλιου η Πυρά αποδιώχνει

-αητούς μοναχά αποχρυσώνει!


Μελωδία:«Unser Rommel»

ΧΑΡΑΖΕΙ Η ΑΥΓΗ

 Χαράζει η Αυγή στήν νύχτα της φυλής μας

φέρνει το Φως στην σκλαβωμένη Γη·

ως νέοι Ιππότες στην Ημέρα ας ορκισθούμε

στου Αγώνος την Ρομφαία, στην Τιμή!

Νύχτα φρικτή, Ναδίρ της Οικουμένης

ποιός Οδηγός θα διώξη τους Εχθρούς;

Λευκοί αγωνισταί – μάς έχει η Μοίρα ορίσει,

της Νέας Ευρώπης πρωτοπόρους και πιστούς!

Ορυμαγδός στα ζοφερά τα χρόνια

εκφυλισμός, ασχήμια, διαστροφή…

Στα στήθη, όμως, των ηρώων αναβλύζει

μένος-φωτιά που καίει την Παρακμή!

Με μιά ψυχή αδέλφια προχωρούμε

μάς οδηγεί η γενναία μας καρδιά!

Οι Νέοι Ιππότες της Ευρώπης πολεμούνε

βαρειά σπαθιά συντρίβουν τα δεσμά!

Του αθανάτου Ήλιου μας Σημαία

κράτα ψηλά, η ψυχή να φωτισθή·

έχει η πορφύρα του Ηλίου των ψυχών μας

από το Αίμα ηρώων ποτισθή…

Στ’ ανάξιο της δειλίας σάπιο δόγμα

της εχιδνών σποράς μη συνεργής·

εμπρός! Στης Σάλπιγγος το σύνθημα εφόρμα

ως Αετός από τα ύψη Εκδικητής!

Μελωδία: «Die Fahne hoch!».

ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ Η ΨΥΧΗ

Φρουροί εμείς Στρατιώτες

άσβεστη φλόγα η ψυχή!

Μας οδηγεί σαν ιππότες

σε μιά κορφή μυστική!

Δειλών και φαύλων το «πνεύμα»

δεν βρίσκει τόπο σ’εμάς!

’Μπρός προχωρούμε με σθένος

– στόχος, η Νέα Ελλάς!

Φαύλου θιάσου κομπάρσοι

– αίσχος η κάθε σκηνή!

Ψεύδος και δόλος κι απάτη

που κάθε ανδρεία σφαλεί!

Στου παγωμένου Ολύμπου

την κορφή καίει μιά φωτιά:

είν’ η ψυχή μιας Πατρίδος

που πνίγεται και βογγά!

Μέσ’ στ’ ατσαλένια μας στήθη

λάμπει του Ολύμπου η ψυχή!

Την προσπερνάνε τα πλήθη,

δεν την ’νογούνε πολλοί!

Θά ’ρθη της Δίκης η μέρα,

θά ’ρθη του Ήλιου το Φώς!

Πυρ της Ελλάδος καρτέρα

κι είναι σιμά ο καιρός!


Μελωδία: «Bruder in Zechen und Gruben».

ΤΑ ΟΠΛΑ

Τα όπλα αδράξτε αδερφοί, πολέμου ιαχή!

Στους δρόμους βγήτε ακάθεκτοι, ορθώστε το κορμί!

Με λύσσα οι εχθροί μάς χτυπούνε – εβραίοι, μπολσεβίκοι, αστοί

το αίμα μας θέλουν να πιούνε – προδότες πολλοί οι συνεργοί…

Παιάνες προγόνων ακούμε, στα στήθη μας καίει η οργή!

                                                /γιά να εκδικηθούμε·

εμπρός! Ένας Ήλιος το ΑΡΜΑ οδηγεί – κι εμψυχώνει μέ νέα πνοή!

Επαναστάσεως λάβαρα υψώστε απ’ τίς γραμμές!

Κι απ’ της καρδιάς μας την πυρά θα λυώσουν οι ορδές

των γύφτων που κλείσαν την γη μας

κι αν κρύψαν το Φώς τ’ Ουρανού

τα νέφη λογχίζει ο Ήλιος

της Άριας καρδιάς και του νού!

Το αίμα ηρώων θα θρέψη τής ράτσας την νέα μορφή

                                         /ξαναζεί η Σπάρτη!

-Εμπρός! της Φυλής μυστικοί θα γεννούν χίλιοι ήλιοι τών νιών οι χοροί!

Μελωδία:«Pa Vikingtog».

 

Δίνη

Στς δίνης τν ζάλη, τς θύελλας ργή
ξεσπάει – κατακλύζει τ
εμα ,τι βρ·
σάλευτο μως Κέντρο, τάραχη καρδιά, ψυχς λκή
στ
ν Μάχη ψυχώνει, τ ΑΡΜΑ δηγε.

Τν γ μας κατέχει φαις συρφετός
– καμώνονται
χρεοι πο στήνει χθρός
π
ς δηγονε τάχα, πς τ τιμόνι ατο γερ κρατον
– ο
νές μας, μως, πικρ ναυαγον.

Χυμον μανιασμένες χθρν ορδές
νάχωμα στέκουν μονάχα ο καρδιές
π
χουν φωτι στν ίζα κι ντίκρυ λύμπου μυστικ κορφή,
πο
δόρυ κρατονε κι σπίδα μαζί.

Ορίζωτοι χανοι ς ψετες, δειλοί
τ
δαφος χάνουν, τος φεύγει γ·
το
φαύλου τους θεάτρου ο μάσκες δν μετρον καθόλου πιά
μετράει τώρα μόνον το
ρίου καρδιά.

Φωτς στήλη βλέμμα κι γκύρωμα νο
στ
᾿στέρι το πόλου, ρχ τ᾿ ορανο
πλοηγ
, πνοή, πυξδα πο δν λλοιώνουν δίνες, τρανταγμοί
τ
ν χουμε πάγια κρυφ προσταγή.

Μουσικ κατ τ Panzerlied τς Wehrmacht
(Ob’s stürmt oder schneit) 

 

 

 

 

νας ἀητὸς ᾿περήφανος

Ἕνας ἀητὸς περήφανος, ἕνας ἀητὸς λεβέντης,
ἀπὸ τὴν περηφάνεια του κι ἀπό τὴν λεβεντιά του,
δὲν πάει κατ᾿ τὰ κατώμερα νὰ καλοξεχειμάση,
μόν᾿ μένει ἀπάνω
᾿ς τὰ βουνά, ψηλὰ ᾿ς τὰ κορφοβούνια.


Κι ἔρριξε χιόνια  
᾿ς τὰ βουνά καὶ κρούσταλλα  ᾿ς τους κάμπους,
ἐμάργωσαν τὰ νύχια του κι ἐπέσαν τὰ φτερά του.
Κι ἀγνάντιο βγῆκε κι ἔκατσε,
᾿ς  ἕνα ψηλό λιθάρι,
καὶ μὲ τὸν ἥλιο ᾿μάλωνε καὶ μὲ τὸν ἥλιο λέει:

 

« Ἥλιε μ᾿, γιὰ δὲν βαρεῖς κι ἐδῶ, ᾿ς τούτην τὴν ἀποσκιούρα,
νὰ λειώσουνε τὰ κρούσταλλα, νὰ λειώσουνε τὰ χιόνια,
νὰ γίνῃ μιὰ ἄνοιξη καλή, νὰ γίνῃ καλοκαῖρι,
νὰ ζεσταθοῦν τὰ νύχια μου, νὰ γιάνουν τὰ φτερά μου,
νὰ
᾿ρθοῦνε τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιά καὶ τ᾿ ἄλλα μου τ᾿ ἀδέρφια.»

 

 

                                                                        Δημῶδες παραδοσιακόν