Χειμερινό Ηλιοστάσιο: Ο Θρίαμβος του Φωτός επί του Σκότους!

Στο Βόρειο Ημισφαίριο, με την αυγή του Χειμερινού Ηλιοστασίου στις 21 Δεκεμβρίου ξεκινά η μικρότερη μέρα του έτους· ο Ήλιος κάνει την μικρότερη εμφάνισή του στον ουρανό, ενώ το σκοτάδι διαρκεί περισσότερο από κάθε άλλη νύχτα. Ο όρος Ηλιοστάσιο (λιος + σταμαι) περιγράφει επακριβώς το φυσικό φαινόμενο· λίγες ημέρες πριν το χειμερινό ηλιοστάσιο ο Ήλιος επιβραδύνει την κίνησή του, ώσπου ανήμερα η κίνησή του μηδενίζεται και αντιστρέφεται η φορά της, οδηγώντας σταδιακά μετά από 6 μήνες στην μεγίστη του κυριαρχία στον ουρανό κατά το Θερινό Ηλιοστάσιο (21 Ιουνίου).

Η Άρια ψυχή, παρά την ευρεία γεωγραφική διασπορά των Ινδοευρωπαϊκών λαών, εκφράστηκε με τον ίδιο βασικώς τρόπο κι έδωσε την αυτή ερμηνεία στο φυσικό αυτό φαινόμενο, του οποίου η ιερά ανάμνηση τον συνώδευσε και στα νέα του νότια ενδιαιτήματα, όπου το περιβάλλον καθόλου δεν το καθιστούσε εμφανές ή κρίσιμο στα μάτια του απλοϊκού ανθρώπου: η θριάμβευση του Φωτός ενάντια στο Σκότος, η αέναη πάλη των αντιθέτων δυνάμεων, των ζωογόνων και καταστρεπτικών, κάθε εκφάνσεως της ζωής και της ψυχής του ανθρώπου, βρίσκει εν τούτοις και για τους Αρίους του νότου, πολλές χιλιετίες ακόμη μετά την κάθοδό τους, την αριστοτεχνικότατη κι οργανική έκφρασή της μέσ Φύσεως και του ηλιακού Δράματος της συμπαντικής κυκλικής αρμονίας.

 

Την ημέρα της κορυφώσεως της πάλης η φαυλότης φαίνεται προσωρινώς να υπερισχύει, τελικώς όμως το Φως κατανικά το σκότος· το Φως, άυλο θαυμαστό σύμβολο της αληθείας, της σοφίας, της αρετής θριαμβεύει! Ο ζωοδότης Ήλιος επιστρέφει νικητής στον ουρανό, στολίζει και λαμπρύνει την Φύση με τα φωτεινότερα χρώματα και μεθυστικότερες ευωδίες, μέσω των ηλιακών πτηνών και ήχους, καθιστώντας την καταλύτη και βασικό σύμμαχο στον αναπότρεπτο επερχόμενο πόλεμο.

 

Οι παραδόσεις διαφόρων λαών και πολιτισμών θέλουν θεούς να γεννώνται ή να αναγεννώνται αυτές τις μέρες εκ της ζοφεράς τέφρας του περασμένου έτους· ο θρίαμβος του Φωτός γεννά τον ηλιακό θεό Μίθρα του Ζωροαστρισμού καθώς και τον Dievs, τον ανώτερο θεό της μυθολογίας των Βαλτικών Χωρών. Οι πρόγονοί μας ζούσαν σε αρμονία με την φύση, εντός της οποίας διέκριναν πλήθος μεταφυσικών και μυστηριακών δυνάμεων. Η ζωή τους επηρεάζονταν άμεσα από την εναλλαγή των εποχών, γι’ αυτό και την περίοδο του Χειμερινού Ηλιοστασίου διωργάνωναν μεγάλες γιορτές και τελετουργίες.

 

Στην Σκανδιναβία θυσίαζαν έναν αγριόχοιρο προς τιμήν του Frey, του θεού της γονιμότητος και της γεωργίας, προσδοκώντας μια πλούσια σοδειά για το νέο έτος. Συνήθιζαν, ακόμη, την ημέρα του Χειμερινού Ηλιοστασίου να βάζουν φωτιά σε μεγάλους κορμούς δέντρων κρατώντας τις φλόγες ζωηρές κατά την διάρκεια της νύχτας καθώς πίστευαν πως μ’ αυτόν τον τρόπο βοηθούν τον Ήλιο στην μάχη του και στην επανάκτηση της λαμπρότητός του. Η μεγάλη αυτή γιορτή του Βορρά, προς τιμήν της επιστροφής του Ήλιου, ονομαζόταν Γιούλ (JUL)-τροχός, καθώς ο Ήλιος παρομοιαζόταν με τροχό κυλιόμενο (και περιστρεφόμενο) κατά μήκος του ουρανού. Από αυτήν την αντίληψη ξεπήδησε ένα πολύ εντυπωσιακό έθιμο: οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν σε κάποιο βουνό, έβαζαν φωτιά σε ένα μεγάλο, με άχυρο καλυμμένο ξύλινο τροχό και τον άφηναν να κυλήσει φλεγόμενο κατά την πλαγιά, καλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον Ήλιο να επιστρέψει. Ακόμα, στις βορεινές χώρες, οι άνθρωποι συνήθιζαν να στολίζουν τα δέντρα με τρόφιμα και κομμάτια υφάσματος καθώς και να χαράσσουν ρούνες στους κορμούς τους, παροτρύνοντας έτσι τα πνεύματα των δέντρων να επιστρέψουν το νέο έτος.

 

Στην κελτική παράδοση, τις ημέρες αυτές, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιζε το γκι· οι Δρυΐδες έκοβαν γκι από τις ιερές βελανιδιές και το προσέφεραν στους ανθρώπους ως σύμβολο ζωής εν μέσω των παγωμένων χειμωνιάτικων μηνών και ως σύμβολο καλοτυχίας για την νέα χρονιά.

 

Για τα Γερμανικά φύλα οι χειμερινοί μήνες συνοδεύονταν από την εμφάνιση δαιμόνων και σκοτεινών πνευμάτων. Η Perchta ή Bertha, η θεά του φωτός των Γερμανικών λαών εμφανίζεται το Δωδεκαήμερο, στην αλλαγή του έτους· ούσα προστάτις του οίκου και του νοικοκυριού, αυτές τις 12 μέρες γυρνά από σπίτι σε σπίτι με τους ακολούθους της, επιτηρώντας το νοικοκυριό και την συμπεριφορά των παιδιών. Λέγεται ότι η θεά έχει δύο όψεις: μια όμορφη και γενναιόδωρη που ανταμείβει τους καλούς ανθρώπους και μια φρικιαστική και εκδικητική που τιμωρεί τους ανυπάκουους. Κατά την διάρκεια, λοιπόν, του Δωδεκαημέρου, τα γερμανικά φύλα τιμούσαν την Perchta, προσδοκώντας στην εύνοιά της για την νέα χρονιά· ωστόσο, δεν ξεχνούσαν την άσχημη πλευρά της: γι’ αυτό κατά τους εορτασμούς τους συνήθιζαν να φορούν τερατώδεις, κερασφόρες μάσκες και γούνες ζώων και να τριγυρνούν από σπίτι σε σπίτι, προκειμένου να την εξευμενίσουν και να διώξουν τα δαιμονικά πνεύματα του χειμώνα.

 

Ακόμα και στην μακρινή  Κίνα, χώρα της ανατολής όπου (όπως και στην Ιαπωνία) ο Άριος πολιτισμός ήσκησε επιρροή, το Χειμερινό Ηλιοστάσιο αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες γιορτές του έτους, μια μέρα επιστροφής στην οικογένεια και συνάντησης με αγαπημένα πρόσωπα, καθώς το λαμπρό φως και η θέρμη του Ήλιου επιστρέφουν στην γη. Οι Βουδισταί απεικονίζουν με το σύμβολο του γιν και του γιάνγκ ολόκληρο το ουράνιο φαινόμενο των ηλιοστασίων και των ισημεριών: στην πλευρά του μεγάλου γιν, του σκοταδιού, υπάρχει ο σπόρος του γιάνγκ, του φωτός· αντίστοιχα, την ημέρα του Χειμερινού Ηλιοστασίου, οπότε κυριαρχεί η νύχτα – το γιν – υπάρχει όμως και το φως του γιάνγκ, το οποίο αρχίζει να εξελίσσεται μέχρι να κυριαρχήσει, φθάνοντας στην μεγαλύτερη μέρα του χρόνου κατά το θερινό Ηλιοστάσιο, στην οποία όμως τανάπαλιν θα ενυπάρχουν τα ίχνη του γιν. Το κυκλικό αυτό σχήμα περιέχει την αλληλοδιαδοχή του φωτός και του σκότους, μάλιστα σε ίσες αναλογίες, όπου απεικονίζονται έτσι κι οι ισημερίες – συμβολίζει δε τον ατέρμονα κυκλικό ρου της ζωής και την αλληλοσυμπλήρωση των δύο αντιθέτων συμπαντικών δυνάμεων. 

 

Στην Ινδοευρωπαϊκή παράδοση υπάρχει ακόμα ένα σύμβολο στενά συνδεδεμένο με την κοσμική αρμονία και τις συμπαντικές αντίρροπες δυνάμεις : η κοσμική στήλη Irminsul ή αλλιώς ο άξων του Κόσμου. Σύμφωνα με τις κοσμολογικές και κοσμογονικές παραδόσεις του Βορρά, οι πρωταρχικές δυνάμεις της φύσεως βρίσκονται στα χέρια των θεών Odin και Thor, με τον πατέρα των θεών να συμβολίζει την εκρηκτική-διασταλτική ενέργεια του σύμπαντος και τον θεό του κεραυνού να αντιπροσωπεύει την συστολή, την προς τα έσω συγκέντρωση της ενέργειας, την βαρύτητα. Για την εξισορρόπησή τους, παρεμβαίνει ο Freyr αποτρέποντας την κυριαρχία μιας εκ των δυο και διασφαλίζοντας την αρμονία και την βιωσιμότητα του σύμπαντος. Η κοσμική στήλη συμβολίζει ακριβώς αυτήν την εξισορροπητική ενέργεια, επιτελούσα δύο λειτουργίες : από την μία στηρίζει τον Ουρανό κι αποτρέπει την κατακρήμνισή του πάνω στην Γη εξ αιτίας της βαρύτητος, ταυτόχρονα δε αποτελεί τον σύνδεσμο μεταξύ Γης και Ουρανού, προλαμβάνοντας τον χωρισμό τους. Αυτή η σύνδεση καθιστά δυνατή την επικοινωνία μεταξύ των γήινων και συμπαντικών δυνάμεων, μεταξύ της ανθρώπινης ψυχής και της αναλλοίωτης θεϊκής ενέργειας.

 

Ο Άξων του Κόσμου αποτελεί τον δίαυλο της Γνώσεως, της πνευματικότητος, της συνειδητοποιήσεως ότι η Αρία ψυχή είναι μέρος της Ολότητος αλλά και άρα, κυρίως, της πραγματώσεώς της ως τέτοιου· αποτελεί το αληθινό μονοπάτι δράσεως του Πολεμιστού, το χωνευτήρι δημιουργίας αξιών και ιδανικών. Την έκφανση του συμπαντικού Άξονος δύναται να την αναζητήσει ο καθείς στο Είναι του· μέσω της εσωτερικής πάλης, της πνευματικής ανελίξεως, της κατατροπώσεως των φυγοκέντρων αλλά και των στρεβλώς συσπειρωτικών γύρω από τα τεχνητά «εγώ» δυνάμεων, το άτομο δύναται να ανακαλύψει εντός του, αφού αποτινάξει την σκόνη του Φαίνεσθαι, μια προσωπική πια κεντρική στήλη αυθεντικής σταθερότητος και ισορροπίας, καθιστώντας έτσι δυνατή την εναρμόνισή του με το Όλον και την συνειδητοποίηση της θέσεώς του σ’ αυτό.

 

Παρόμοια μεταφυσική λειτουργία παρουσιάζει, σε διάφορες παραδόσεις, και το Δένδρο της Ζωής· τα κλαδιά του εκτείνονται ώς τον Ουρανό, συμβολίζοντας την ανελικτική πορεία του θετικού Γίγνεσθαι, ενώ οι ρίζες του βυθίζονται στα έγκατα της Γης, συνδιαλεγόμενες με τις υποχθόνιες δυνάμεις. Όπως και στην Irminsul, ο κορμός αποτελεί τον εξισορροπητικό άξονα μεταξύ των δύο αντιθέτων Αρχών, του Σκότους και του Φωτός· οι ρίζες τρέφονται υπογείως συμβιώνοντας με κάθε λογής τέρατα και σκοτεινά πλάσματα εγκαταβιούντα στον πυρήνα της Γης, ενώ το φύλλωμα, τα άνθη κι οι καρποί τρέφονται από τις ζωογόνες ακτίνες του Ήλιου, με θέα την ανοιχτωσιά του Κόσμου.

 


Η Ύγδρασιλ, η κοσμική Δρυς (βελανιδιά) της Σκανδιναβικής Μυθολογίας, αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του Δένδρου της Ζωής. Οι ρίζες της εκτείνονται στα σκοτεινά βάθη του Νιφελ-χάιμ, του Βασιλείου της Κολάσεως, στην Μίδγκαρντ, κοντά στην πηγή Μίμιρ και στην Άσγκαρντ, κοντά στην πηγή Ούρδαρ, με το νερό της οποίας την ποτίζουν οι Νόρνες. Στα κλαδιά της, που υψώνονται πάνω από τους 9 κόσμους, κατοικούν ένας αητός, ένα γεράκι-επιτηρητής του κόσμου κι ο σκίουρος Ρατατόσκ. Από το πράσινο φύλλωμα του δέντρου τρέφονται η κατσίκα Χάιντρουν, που παρέχει στους θεούς το υδρόμελο, και τα ελάφια των θεών, από τα κέρατα των οποίων σταλάζει μελίτωμα, προμηθεύοντας με νερό τους ποταμούς του κόσμου. Στις ρίζες της Ύγκντρασιλ εμφωλεύει η οχιά Νίδχουγκ, που και προσπαθεί να το ρίξει αποσυνθέτοντας τις ρίζες του· ο αητός πολεμάει καθημερινώς με την οχιά, υπερασπίζοντας το Κοσμικό Δένδρο, μοτίβο που συμβολίζει την αιώνια πάλη της Φαυλότητος και της Ηρωικότητος.

 

Παρόμοιες παραδόσεις έχουν εμφανισθεί και στον ελληνικό χώρο, σε διάφορες παραλλαγές, με πρωταγωνιστές τους καλικάντζαρους του Δωδεκαημέρου. Τα δαιμόνια, οι καλικάντζαροι ή καρκάντζαλοι, κατοικούν στον Κάτω Κόσμο κι όλον τον χρόνο δουλεύουν ακατάπαυστα προκειμένου να κόψουν τον στύλο ή το δένδρο που βαστά την Γη. Σύμφωνα με την παράδοση, κάθε χρόνο κοντεύουν να το ρίξουν, σταματούν όμως λίγο να ξεκουραστούν ή να ανεβούν στην Γη για να τρομάξουν τους ανθρώπους κατά το Δωδεκαήμερο, οπότε ο στύλος ή το δέντρο ξαναθεριεύει. Οι υποχθόνιες δυνάμεις νικώνται κατά κράτος και ο κυκλικός ρους του σύμπαντος διαιωνίζεται.

 

 

Την γη την βαστάει από κάτου μια κολόνα που έχει τέσσερους άλλους στύλους. Εκεί λοιπόν δουλεύουνε οι κολικάντζαροι, και πασκίζουνε να κόψουνε την κολόνα για να πέσει η γη· ούλη την χρονιά δουλεύουνε, από του Φώτωνε ως τα Χριστούγεννα, και λίγο λείπει να την κόψουνε. Αλλ’ άμα έρθουνε τα Χριστούγεννα, αφήνουνε πλια την δουλειά τους, γιατί δεν μπορούνε πλια να δουλέψουνε, και έρχουνται εδώ εις τον απάνω κόσμο. Και αφού έρθουνε απάνω, η κολόνα θρέφει στις δώδεκα ημέρες που λείπουνε, κι άμα πάνε κάτου, την ξαναρχίζουνε. Ούλα τα χρόνια γίνεται το ίδιο, και ποτέ δε θα κατορθώσουνε να την κόψουνε.  (Παράδοση της ορεινής Γορτυνίας )