Μουσικὰ Ἀνακρούσματα #6

Σ’ αὐτό μας τὸ ἀφιέρωμα θὰ σηματοδοτήσουμε τὸ πέρασμα στὸν Μάη καὶ στὸ καλόκαιρο, τώρα ποὺ οἱ ξένοι μας (: ξενητεμένοι) βούλονται νὰ ματάλθουν στὸν τόπο τους.

Μὲ κάποια καθυστέρησι, λοιπόν, θὰ περιδιαβοῦμε κάποιες πτυχὲς τοῦ φανταστικοῦ πλούτου τῆς Λαϊκῆς μας Παραδόσεως μέσα ἀπὸ τοπικὲς παραλλαγὲς περίπου τοῦ ἰδίου θέματος, χωρὶς βεβαίως καθόλου νὰ ἐξαντλοῦμε κἂν τὸ πλῆθος τῶν σχετικῶν παραλλαγῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστες ἴσως ἔχουν χαθῆ…
Μία ἀρκετὰ παλαιὰ καὶ πρωταρχικὴ ἐκδοχὴ τοῦ κειμένου εἶναι ἡ ἑξῆς:
 
Τώρα εἶναι Μάης κι ἄνοιξη, τώρα εἶναι καλοκαίρι

τώρα φουντώνουν τὰ κλαδιὰ κι ἀνθίζουν τὰ λουλούδια.
Τώρα κι ὁ ξένος βούλεται στὸν τόπο του νὰ πάγει.
Νύχτα σελώνει τ᾿ ἄλογο, νύχτα τὸ καλιγώνει,
φκιάνει ἀσημένια πέταλα, καρφιὰ μαλαματένια,
βάνει τὰ φτερνιστήρια του, ζώνει καὶ τὸ σπαθί του.
Κι ἡ κόρη, ὁποὺ τὸν ἀγαπάει, κρατεῖ κερὶ καὶ φέγγει
μὲ τ​ὤνα χέρι τὸ κερί, μὲ τ᾿ ἄλλο τὸ ποτ​ῆρι.
Κι ὅσα ποτήρια τὸν κερνάει, τόσες βολὲς τὸν λέγει:

-Πάρε μ᾿ ἀφέντη, πάρε με, πάρε κι ἐμὲ κοντά σου,
νὰ μαγειρεύω νὰ δειπνᾶς, νὰ στρώνω νὰ κοιμᾶσαι,
νὰ γένω γῆς νὰ μὲ πατᾶς, γιοφύρι νὰ διαβαίνῃς,
νὰ γένω κι ἀσημόκουπα νὰ πίν​ῃς τὸ κρασί σου​·​
ἐσὺ νὰ πίν​ῃς τὸ κρασὶ κι ἐγὼ νὰ λάμπω μέσα.
-Κεῖ ποὺ πηγαίνω, λυγερή, γυναῖκες δὲ διαβαίνουν
ἐκεῖ εἶναι λύκοι στὰ βουνὰ καὶ κλέφτες στὰ δερβένια
καὶ σένα παίρνουν, κόρη μου, καὶ μένα μὲ σκλαβώνουν.

 

Κόνιτσα
Σαρακατσάνικο – καὶ περιοχῆς Ἀγράφων (ὀρεινὴ Καρδίτσα)
 
 
 
Πωγῶνι
 
 
 
Ρούμελη 
 
Ὀρεινὴ Καλαμπάκα
 
 
Μακεδονία: Μηλιὰ Κοζάνης
 
Ἀν. Μακεδονία
 
Βλάχικο