ΟΙΑΚΙΣΜΟΙ (11)

Πρὶν ἕνα χρόνο καὶ κάτι ἔπρεπε νὰ φύγω γιὰ κάποιο ταξεῖδι μακρινό· ταὐτοχρόνως, ὅμως, ἕνας ἀπὸ τοὺς στενωτάτους μου φίλους καὶ συναγωνιστὰς ἑτοιμαζόταν ἐπίσης, ἀλλὰ γιὰ ἕνα πολὺ μεγαλλίτερο ταξεῖδι, χωρὶς γυρισμό – ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο συμπληρώνεται ἤδη ἕνα ἔτος (πρβλ. https://www.armahellas.com/?p=7558)… Καθὼς ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δὲν ἤθελα νὰ τὸ ἀποδεχθῶ, ὅμως ἀφ᾿ ἑτέρου ὅλες μου οἱ πληροφορίες συνέτειναν στὸν ἀποκλεισμὸ σοβαρῶν ἐλπίδων ἐπιβιώσεως, κατέβηκα στὴν ταλαίπωρη πρωτεύουσα τοῦ ὑποτιθεμένου «ἑλληνικοῦ κράτους», ποὺ βεβαίως δὲν εἶναι οὔτε κράτος οὔτε κι ἑλληνικό, ὅ,τι κι ἂν πάντως εἶναι, γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ, συνοδευόμενος ἀπὸ ἐλαχίστους συναγωνιστάς, στὸ νοσοκομεῖο ὅπου κατέκειτο κλινήρης. Λίγες μόλις ἡμέρες νωρίτερα μία προσωπική μου ἐμπειρία μὲ εἶχε ἤδη φέρει σὲ δραματικὴ σύντομη συνάντησι μὲ τὸν θάνατο καθώς, κατὰ τὴν τελικὴ προσέγγισι ὀρθοπλαγιᾶς πρὸς ἀναρρίχησι στὴν ΒΔ κόψι τοῦ Ἄθω, ἕνα ἀπρόσεκτο πάτημα κάποιου προπορευομένου ἐξαπέλυσε μία δεινὴν λιθοστιβάδα ἐπὶ τοῦ ἐντελῶς ἀποτόμου σαθροῦ πεδίου, μετὰ τῆς ὁποίας τάχιστα κατολισθαίνων τὴν τελευταία στιγμὴ πρὸ τοῦ τελικοῦ χάσματος κατάφερα νὰ κρατηθῶ ὁριακῶς ἀπὸ ἐλαφρὰν ἀναγλυφὴ παρακειμένου βράχου· καὶ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μου ἔχασκεν ὁ Ἅδης, πράγματι – ποὺ τὸν χαιρέτησα τοιουτοτρόπως γιὰ μιὰν ἀκόμη φοράν…
Ὅμως ἡ λιθοστιβάδα ποὺ ἔπληξε τὸν Κώστα ἦταν μέσα στὸν ἴδιο του ὀργανισμό – καὶ δὲν φαινόταν πουθενὰ κάποιο κράτημα ν᾿ ἀδράξῃ ᾿πάνω ἀπὸ τὸ χᾶσμα τοῦ Ἅδη, δυστυχῶς… Κι ἐφαίνετο πάλιν ὁ Ἅδης νὰ μὲ χαιρετᾷ ἐκδικητικῶς, καγχάζοντας ὡς ὁ τελικὸς νικητής: ὅμως κατὰ βάθος ἐπλανᾶτο, ἐν τούτοις!
Βεβαίως ὁ Κώστας ἦταν πάντα λιτότατος, ἀσκητικὸς ἀθλητής, χωρὶς ἴχνος ὁρατοῦ λιπώδους ἱστοῦ ἐπάνω του – ὅμως ἡ εἰκόνα του ἐκείνη
ποὺ τότε ἀντίκρυσα ἦταν συγκλονιστική· ἔμοιαζε σχεδὸν μᾶλλον μ᾿ ἕνα ζωντανὸ σκελετό… Οἱ ψυχονοητικές του, ὅμως, λειτουργίες ἦσαν ἐμφανέστατα στὸ ἑκατὸ τοῖς ἑκατόν: οὔτε δὲ ἀκόμα καὶ τὸ χιοῦμορ τὸν εἶχεν ἐγκαταλείψει καὶ σ᾿ αὐτήν του τὴν τραγικὴ κατάστασι. Ἐπὶ γνωστικῶν συγκεκριμένων περιοχῶν, ὅπως ἱστορίας καὶ ἐθνογραφίας, ἦταν ὡς γνωστὸν πράγματι αὐτὸ ποὺ λέμε «κινητὴ ἐγκυκλοπαίδεια», τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐπεβεβαιώθη καὶ κατὰ τὴν τελευταία μας ἐκείνη συνάντησι.
Κάποια ἄλλη, ὅμως, λεπτομέρεια τῆς ἀλησμόνητης ἐκείνης συναντήσεως συνώψιζε καὶ ἀπεκάλυπτε τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρός: ἐνῷ τὸ φᾶσμα τοῦ θανάτου διεγράφετο καθαρὰ πλέον ὡς προοπτική, ἐνῷ ὑπεβάλλετο σὲ ἀφόρητες δοκιμασίες, ὅπως ἀπαισίων στομαχικῶν ἐκπλύσεων καὶ χημειοθεραπειῶν ποὺ τὸν ἔφεραν σὲ τόσον οἰκτρὰ κατάστασι, ὥστε νὰ προτιμᾷ ἀντ᾿ ἐκείνων τὸν θάνατο, τὸν ἀπησχόλει ὅτι δὲν θὰ ξαναὔρισκε ποτὲ τὴν φυσική του δύναμι, ὅτι οἱ βραχίονες καὶ οἱ πήχεις του εἶχαν τόσον ἀδυνατίσει!
Ἐκδηλώνεται, λοιπόν, ἔτσι ὁ αἰώνιος χαρακτήρας τοῦ Ἀρίου πολεμιστοῦ· ἡ ἐξοικείωσις αὐτοῦ μὲ τὸν θάνατο μὲ ταὐτόχρονη ἐμμονὴ σὲ κάποια φυσικὰ πρότυπα, τὰ ὁποῖα, ὅμως, λειτουργοῦν ὡς φορεῖς χαρακτηριστικῶν καὶ ἰδιοτήτων, ποὺ εἶναι ἀσυνειδήτως καὶ βαθύτατα ῥιζωμένες στὴν ἐσωτερική, μεταφυσικὴ διάστασι τῆς Ἀριανικότητος. Ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ μὲν ἀναφέρεται σὲ ὅ,τι δυνάμει ἐκτείνεται ὑπεράνω τοῦ χρόνου – τῆς ὁποίας, ὅμως, γνωρίσματα καὶ σταθερὲς ἀποκρυσταλλώνονται κι ἐκδηλώνονται ἐν χρόνῳ – παροδικῶς μέν, ἀλλ᾿ ἀενάως, ἐφ᾿ ὅσον ἡ φυλετικὴ ταὐτότης καὶ ἡ συνοδός της συνείδησις παραμένουν ἄθικτα.
Ἡ μέχρι περιφρονήσεως ἐξοικείωσις πρὸς τὸν θάνατο εἶναι ἡ ἀποκορύφωσις τῆς πολεμικῆς συνειδητότητος, ποὺ αὐτομάτως ἀναιρεῖ τὴν πλασματικὴν ὑπόστασι ὁ,τιδήποτε ματαίου κι ἐφημέρου, κάθε μικρότητος καὶ κάθε προσκολλήσεως ἀναξίας, ποὺ δὲν φέρει κανένα γνώρισμα αἰωνιότητος. Αὐτὴ ἡ κατάστασις συνειδητότητος ἀποτελεῖ, λοιπόν, ἁπτὴν
ὑπέρβασι, μιὰν ὑπερβατικότητα ὄχι εἰκονικήν, ὅπως μέσῳ π.χ. κάποιου μεσολαβοῦντος ἱερέως δίκην χάριτος ὑποθετικῶς μεταφερομένην, ἀλλὰ βιουμένην, ἁπτήν, βιοτὴν μάλιστα ἐν μιᾷ καθ᾿ ὅλα τὰ ἐπίπεδα χωρούσῃ ἐκρήξει συνειδητότητος – φυσικῆς, δηλαδή, καὶ μεταφυσικῆς ἐν ταὐτῷ, κατὰ τὴν διάρκειαν καὶ ἐν ὄψει τῆς Μάχης καὶ τοῦ θανάτου. Γίνεται, ἔτσι, ὁ συνειδητὸς πολεμιστὴς μία ἁπτὴ γέφυρα πρὸς τὴν αἰωνιότητα, πρὸς τὸ ὑπερβατικὸν καὶ τὸ μετὰ φύσιν – καθ᾿ ὅσον ἀκριβῶς πράγματι κατακτᾷ τὴν ἀνωτέραν αὐτὴν συνειδητότητα· τὸ πλαίσιον δὲ ποὺ στεριώνει καὶ θεμελιώνει τὴν γέφυραν αὐτὴν εἶναι ἡ Φυλή, μάλιστα δὲ συνήθως ἐπιμεριζομένη εἰς τὴν Κοινότητα ἢ τὸ Ἔθνος.
Τὰ ἰδιαίτερα γνωρίσματα καὶ τὰ αἰσθητικὰ πρότυπα λειτουργοῦν τότε ὡς φέροντα σύμβολα αὐτῆς τῆς ὑποκειμένης φυλετικῆς Κοινότητος, ἀπηλλαγμένα πλέον κάθε ματαιοδόξου προσκολλήσεως· σύμβολα ἐπίσης τοῦ Κόσμου, μάλιστα δὲ τῆς φωτεινότητός του, τῆς ἀνωτροπικότητος, τῆς ὡραιότητος ὡς μεταφυσικῶς σεσημασμένων θεϊκῶν στοιχείων – βεβαίως μέσῳ τῆς φυλετικῆς Κοινότητος φερομένων, στερεωμένων καὶ χρωματισμένων.
Μάλιστα δὲ μιᾶς Κοινότητος ποὺ ἐνδεχομένως ἀνάγει ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ γνωρίσματα καὶ τὴν τούτοις συναφῆ ὑπέρβασιν εἰς ἔμπεδον βασικῆς ἀρετῆς ἀτόμου τε καὶ πολιτείας ἐν μιᾷ ἀρρήκτῳ συνεχείᾳ, πρὸς πραγμάτωσιν τότε μιᾶς πράγματι θεϊκῆς Πολιτείας, ἀρίστης πολιτείας ἀρίστων πολιτῶν, ὅπως ἐκείνης τῶν Λακεδαιμονίων. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐκεῖ ὁ νόμος τῆς Πολιτείας εἶναι αὐτομάτως καὶ νόμος τῶν πολιτῶν της, ῥιζωμένος στὴν Φύσι καί, κυρίως, εἰς τὸ μετὰ-φύσιν ὀντικὸν πλήρωμα τοῦ Κόσμου, στὴν ἴδια τὴν κορωνίδα τῆς θεϊκότητός του. Οἱ νόμοι καὶ τὰ ῥήματα καὶ τὰ ὁρίσματα μιᾶς τέτοιας Κοινότητος γίνονται γιὰ τὰ ἐπάξιά της μέλη ὁ αὐτονόητος Δρόμος τῆς αὐτοπραγματώσεως, μιᾶς αὐτοπραγματώσεως ὅπου ὀργανικῶς τὸ «ἐγὼ» καὶ οἱ ἐγγενεῖς του ἐντροπιακοὶ-βαρυτικοὶ περιορισμοὶ διαλύονται ἐντὸς τῆς Κοινότητος, μιᾶς Κοινότητος ἄρα πρακτικῶς καὶ ἁπτῶς ἐκτεινομένης καὶ εἰς τὸ ἐπέκεινα –
ὅπως καὶ τὰ κελεύσματα-ῥήματά της: «Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς ᾿κείνων ῥήμασι πειθόμενοι»!
Ὁ φυσικὸς θάνατος τοῦ πολεμιστοῦ γίνεται ἔτσι, ἀκόμη συχνὰ περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν ζωή, μία διαρκὴς ἔνεσις ἀθανασίας, ὑπερβάσεως καὶ ἀληθοῦς ὀντότητος μέσα στὸν κόσμο τῶν θνητῶν, δικαιώνοντάς τον κιόλας ὡς «κόσμον», ὡς μικρόκοσμον δηλαδὴ τοῦ Κόσμου κι ὡς «καλόν», κόσμιον, ὡραῖον δηλαδή: αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ κόσμος τῆς φυλετικῆς Κοινότητος, ὑπὸ τὴν ἑκάστοτε μορφὴν καὶ ὑπόστασίν της.
Καὶ σημειολογικῶς ἀκόμη, ἡ πολεμικὴ περηφάνεια κι ἡ λατρεία τοῦ «καλοῦ», τοῦ ὡραίου δηλαδή, μὲ τοὺς φυλετικούς του, φυσικά, προσδιορισμούς, εἶναι καὶ ὀντικὴ γέφυρα καθὼς προανέφερα – ἀλλὰ κι ἕνας ἀντικαγχασμὸς τοῦ πολεμιστοῦ πρὸς τὸν θάνατο, καθὼς περιφρονητικῶς τοῦ ἀντιλέγει: «δὲν σὲ λογιάζω – καὶ ἐπάνω μου, πάντως, δὲν ἔχεις ἀπόλυτη δύναμι»!!!
Οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐχτένιζαν τὶς κόμες τους ἐν ὄψει τοῦ βεβαίου των θανάτου στὶς Θερμοπῦλες, κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς θρυλικῆς Μάχης, ᾿ξαφνιάζοντας ὄχι μόνον τοὺς ἀπορημένους κατασκόπους τῶν Περσῶν ἀλλὰ καὶ τὸν περιτριγυρίζοντα Χάροντα: ψυχὴ σμιλεμένη ἀπὸ τὴν ἴδιαν ἀκριβῶς γενέτειρα μήτρα κι ὁ Κώστας, παρομοίως, δὲν ἐλογίζετο τὸν θάνατον ὡς ἔχοντα ἰσχύν, ἀλλ᾿ ἐμέμφετο τὴν ἰσχὺν τῆς καλπαζούσης νόσου ποὺ διεστρέβλωνε τὴν εἰδὴν καὶ τὴν ῥώμην του! Κι ὅμως, ἐν τούτοις, ἀθάνατε συναγωνιστά, καὶ ἡ φοβερὰ νόσος ποὺ ἐθέριζε τὰ σωθικά σου ἦτο ἐντελῶς ἀδύναμος ᾿μπροστὰ στὴν ἀπρόσβλητη ἀκεραιότητα τῶν ἰδεωδῶν σου – ποὺ εἶναι τὰ δικά μας ἰδεώδη, τῆς ἰδικῆς μας Κοινότητος ὡς νέων Λακεδαιμονίων, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα εὐαρέστως καὶ αὐθορμήτως ἐπείθεσο μέχρι ὑστάτης στιγμῆς: καθιστάμενος ἐνσάρκωσις αὐτῶν τῶν ἰδεωδῶν – στὴν ζωὴ ἀλλὰ καὶ ἐπέκεινα ταύτης! – καὶ ὑποδεικνύων, λοιπόν, τὶ σημαίνει ὁ Δρόμος τοῦ Ἅρματος, τὶ σημαίνει τὸ «γένοιο οἷός ἐσσι μαθὼν» τοῦ Ὀλυμπίου Εἴδους/Γένους μας.
Καὶ ἐκ τοῦ ἐπέκεινα εἶσαι καὶ θὰ εἶσαι πάντα παρὼν ἀνάμεσα στὶς τάξεις τοῦ Ἅρματος, λειτουργώντας πράγματι καὶ ὡς ἀδιόρατος πυλών μας καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀκόμη τὸ βασίλειον τοῦ Ἐπέκεινα. Ὅσο κι ἂν πάντοτε μᾶς λείπει ἡ ἀναντικατάστατη φυσικὴ παρουσία σου.
Ἡ Μνήμη σου εἶναι, ἄρα, ζωντανὴ καὶ αἰωνία, καθὼς ἡ μνήμη τῶν ἀληθινῶν Ἡρώων!
Ποὺ εἶναι μήνυμα κι ἐνέργεια ἀληθινῆς Ζωῆς κι Ἀνατάσεως σ᾿ ἕναν ὄζοντα περίγυρο τελματώδους Σήψεως σ᾿ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, ἕνα κατώτατο περίγυρο κιβδήλου παραχαράξεως κι εὐτελισμοῦ τῶν πάντων, καθοριζόμενον ἀπ᾿ τὸ χείριστο καὶ πάντων ἐκβλητότατον εἶδος νεκρῶν – ἐκεῖνο τῶν ζωντανῶν-νεκρῶν… Πού, πάντως, παραμένουν καθ᾿ Ἡράκλειτον «κοπρήων ἐκβλητότεροι»!
Ὅμως πρὸς τὸ παρὸν διανύουμε τὴν ἐποχήν τους: ὅσο μπορεῖ ἀκόμη ἡ Σῆψις νὰ σταθῇ ὄρθια, μὲ τὰ τεχνητά της ὑποστυλώματα, στὴν φαινομένη της ζωή – ποὺ εἶναι χειρότερη κι ἀπ᾿ τὸν χειρότερο θάνατο… – ὑπὸ τῆς ὁποίας δὲ τὸ κράτος τὰ ἀθάνατα Ἔθνη, μέσῳ αὐτοῦ τοῦ ἐνεργοῦ τῆς ἐπιθετικῆς Σήψεως θανάτου, ἀποθνήσκουν· ἐν ᾧ οἱ ἄριστοι κι οἱ «ἀρηίφατοι» (: οἱ ἐν Πολέμῳ πίπτοντες), ζῶντες κορυφαίως καὶ ὑπερβατικῶς τῶν θνητῶν τὸν θάνατον, περνοῦν εἰς τὴν θεϊκὴν διάστασιν: «ἀθάνατοι θνητοί, θνητοὶ ἀθάνατοι, ζῶντες τὸν ἐκείνων θάνατον, τὸν δὲ ἐκείνων βίον τεθνεῶτες.»
Πράγματι, καὶ τὶ δὲν θὰ δίναμε γιὰ νὰ μπορούσαμε νἄμασταν τότε ἐδῶ, στὶς Θερμοπῦλες, γιὰ νὰ πολεμήσουμε καὶ νὰ πεθάνουμε μαζὶ μὲ τοὺς τριακοσίους ἀθανάτους!!!
Ὁ θεῖος δὲ αὐτὸς δρόμος τοῦ πολεμιστοῦ εἶναι, λοιπόν, ἀκριβῶς ὁ δρόμος τῶν ἀρίστων: «αἱρεῦνται γὰρ ἓν ἀντί ἁπάντων οἱ ἄριστοι, κλέος ἀέναον θνητῶν, οἱ δὲ πολλοὶ κεκόρηνται ὅκωσπερ κτήνεα», κατὰ τὴν ἀρχέτυπον Ἡρακλείτειον σοφίαν – ἤτοι: «Ἀντὶ ὅλων τῶν ἄλλων δυνατῶν
ἐπιλογῶν προτιμοῦν μόνον μίαν οἱ ἄριστοι, τὸ νὰ ἀπαστράπτουν καὶ νὰ στέκουν ὡς ὑποδείγματα αἰώνια τῶν θνητῶν – ἐν ὅσῳ οἱ πολλοὶ σὰν τὰ ζῷα κοιτάζουν κυρίως τὸ πῶς νὰ πρήζωνται ἀπὸ τὴν πολυφαγία.»
Ὅμως διανύουμε μιὰ κρισιμωτάτη ἱστορικὴ περίοδο καὶ πρόκλησιν ἐφ᾿ ὅλων τῶν πεδίων – καὶ ὁ αἰώνιος Δρόμος αὐτὸς τῶν ἀρίστων, ὁ ἴδιος ἀκριβῶς μὲ τῶν τριακοσίων, παραμένει γιὰ ᾿μᾶς ὄχι ἁπλῶς ἀνοικτός, ἀλλ᾿ ἀδιαπραγμάτευτος καὶ μοναδικός, «ὅνπερ ἀντὶ ἁπάντων αἱρεῦμεν»: καὶ ἡ αἰωνιότητα κι ἡ οὐσία καὶ τὸ ἀθάνατον κλέος αὐτοῦ τοῦ Δρόμου παραμένουν καθ᾿ ἑαυτὰ ἐσαεὶ ἀνέγγιχτα – καὶ ἀπ᾿ τὸν θάνατο ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ πολύμορφα κι ἐνίοτε λυσσομανοῦντα κεκορεσμένα κτήνεα…
Στ.Γκ.